669
| Shutterstock / CreativeProtagon

Η πανδημία και η γενιά της απάθειας

|Shutterstock / CreativeProtagon

Η πανδημία και η γενιά της απάθειας

Γεννημένος στα μέσα της δεκαετίας του ’90, μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία θυμάμαι, από πολύ μικρός, να κυριαρχούν αφηγήσεις γονιών και παππούδων, για τις ανατρεπτικές και ριζοσπαστικές δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Οι μεν παππούδες μου, είχαν καταφύγει πρώτα στην Ρώμη και ύστερα στο Παρίσι -λόγω δικτατορίας – όπου και καταρτίστηκαν ως πανεπιστημιακοί και λόγιοι. Οι γονείς μου και ο ευρύτερος κύκλος τους δε, ανήκουν σε μια γενιά που βρήκε φοιτητικό καταφύγιο στο Παρίσι.

Δημιουργήθηκε εκεί μια ακαδημαϊκή αλλά κυρίως πολιτική κοινότητα, κάποια χρόνια μετά τον Μάη του ’68. Όλες οι πολιτικές παρατάξεις του ελλαδικού χώρου της Αριστεράς, είχαν και από μια νεολαία στο Παρίσι, με πρωτοστάτη εκείνη του ΚΚΕ Εσωτερικού. Τουλάχιστον, αυτή η εντύπωση μου δόθηκε από τις αφηγήσεις των αναμνήσεων της οικογένειας μου. Βλέπετε όλοι τους, όχι μόνο ήταν μέλη της συγκεκριμένης παράταξης, αλλά μάλιστα ενεργούσαν με έναν ξεδιάντροπο νεποτισμό, στο παράρτημα εκείνο του Παρισιού. Σας παραθέτω ένα πλαίσιο, προσπαθώντας να αποτυπώσω ένα συναίσθημα που μου είναι γνώριμο, και που δίνει ουσία στη συνέχεια του κειμένου.

Ακόμα και τώρα, 40 χρόνια μετά, όποτε βρίσκονται οι τότε συμφοιτητές και σύντροφοι του Παρισιού, επικρατεί μια πληθώρα πειραγμάτων, ιστοριών, αστείων, γύρω από την ζωή που είχαν τότε. Δεν φαντάζει παράλογο, είμαι σίγουρος πως όλοι οι γονείς εξιστορούν αντίστοιχα στα παιδιά τους διάφορες πτυχές της νεανικής ζωής τους.

Οι αφηγήσεις των γονιών μου και των φίλων τους ωστόσο, μου δημιουργούσαν πάντα μια προσδοκία για την φοιτητική ζωή, που μετριάστηκε σε έναν μεγάλο βαθμό, όταν ήρθε η σειρά μου να την βιώσω. Δεν είναι πως δεν φλέρταρα, ή δεν έζησα ιστορίες με την εκάστοτε αγαπημένη μου ή τους φίλους μου. Είναι όμως πως βρέθηκα πολλές φορές αντιμέτωπος με ένα πλέγμα αναστολής, μια έλλειψη θάρρους, τόλμης. Μια αποστειρωμένη και λειψή ορμή. Σαν να υπήρχε ένα αόρατο μέτρο ως προς τον βαθμό που θα έπρεπε ως νέοι, να ζούμε.

Για να είμαι σαφής, δεν κουνώ το δάχτυλο σε κανέναν. Αδιαμφισβήτητα, υπήρξα και εγώ κομμάτι μιας πολύ πιο συντηρητικής και μαζεμένης γενιάς νέων. Μιας γενιάς με πολύ περισσότερες δυνατότητες, με μέσα επικοινωνίας πολύ πιο εξελιγμένα, που ωστόσο επωφελήθηκε ελάχιστα, δημιούργησε ελλιπώς, και αρκέστηκε στην χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως για ναρκισισστικούς σκοπούς. Μιας γενιάς που κληρονόμησε το ιδεώδες ελευθερίας και χειραφέτησης, των νεανικών κινημάτων των περασμένων δεκαετιών και το αποδομεί. Μάλλον το αντικαθιστά, από μια επιθυμία αυτο-ορισμού άνευ όρων, παντρεμένη με μια αναστολή μεταμφιεσμένη σε υποτιθέμενες αυθόρμητες παρεκτροπές και πράξεις άνευ νοήματος και ουσίας.

Η συντροφικότητα των νέων περιστρέφεται πλέον ελάχιστα γύρω από την πολιτική, ή τις ενδόμυχες σχέσεις και απαρτίζεται δυστυχώς από πολύ πιο υλικές πτυχές της ζωής ή τάσεις φυγής και άρνησης μιας αφόρητης και μάταιης πραγματικότητας. Δεν αναζητείται η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, αλλά η πράξη αυτής, εκτός πλαισίων συνείδησης και πραγματικής αντίληψης. Δεν αναζητείται η συζήτηση, η ανταλλαγή πολύμορφων απόψεων, αλλά η ανταλλαγή εμπειριών παρόρμησης και περιθωριοποίησης.

Και ξάφνου, αναπάντεχα, μια υγειονομική κρίση επιβάλλει μια τομή. Και ο καθείς έχει παρά μόνο τον εαυτό του για να συλλογιστεί, να στοχαστεί. Δεν σας κρύβω πως με μεγάλη ματαίωση αντιλήφθηκα πως επιλογή πολλών συνομηλίκων μου, σε τούτη την συγκυρία, είναι η φυγή, η απουσία από την ενεργή και δυναμική ζωή των νιάτων.

Την ύστατη στιγμή, την ώρα που έχει περισσότερη σημασία από ποτέ να εξερευνήσουμε, να σκαρφιστούμε τρόπους να πάμε προς το άγνωστο, να δοκιμαστούμε, κουλουριαζόμαστε στο καβούκι μας. Δεν αψηφούμε τον φόβο μας. Είναι υπαρκτός μεν, είναι θεμιτός, αλλά είναι επίσης αδιανόητο να μας ακινητοποιεί. Ιδίως όταν εμείς, σαν μοντέρνοι ονειροπόλοι, οφείλουμε να δώσουμε ένα παράδειγμα επιστροφής στη ζωή και στις λαχτάρες της.

Για να αφηγηθούμε και εμείς στο μέλλον, τα quiproquos, τα παθιασμένα κυνηγητά, τις ματαιώσεις, τα γέλια και τους αγώνες μας, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να τολμήσουμε. Oχι σε χώρους μεγάλης συγκέντρωσης: αλλά σε πλατείες, σε ταράτσες, σε παγκάκια. Oχι με τους λίγους και τις λίγες γνώριμους-ες : αλλά με όσους και όσες επιχειρήσαμε να προσεγγίσουμε ή επιθυμήσαμε να γοητεύσουμε και στην ύστατη στιγμή προτιμήσαμε να μην εκτεθούμε.


∗ Ο Στρατής Χωμενίδης, είναι κάτοχος Economics BA – Paris I Panthéon-Sorbonne και Political Philosophy MA – École des Hautes Études en Sciences Sociales