1477
|

Ειναι τοξικό το ευρώ;

Ειναι τοξικό το ευρώ;

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που διεξήγαγε η MRB για λογαριασμό του ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ (εδώ), μόνο ένας στους τρεις Ελληνες στηρίζει το ευρώ. Λίγοι εκείνοι που επιθυμούν αποχώρηση από την Ευρωζώνη, περισσότεροι όσοι διάκεινται εχθρικά έναντι του ευρώ και η πλειονότητα αισθάνεται ότι η χώρα είναι εγκλωβισμένη στο ενιαίο νόμισμα.

Αυτό περίπου είναι το εθνικό μας αφήγημα για το ευρώ: «Το ευρώ έχει σχεδιαστεί στα μέτρα της Γερμανίας και των άλλων Βορείων. Για τις χώρες της περιφέρειας είναι ένας αφιλόξενος πλανήτης. Η συμμετοχή μιας περιφερειακής χώρας στη νομισματική ένωση συνιστά διαβατήριο υπανάπτυξης. Ήταν εξαρχής λάθος που μπήκαμε στο ευρώ αλλά μένουμε, επειδή το κόστος της φυγής είναι τεράστιο».

Και είναι βολικό αφήγημα. Για την αποτυχία μας ευθύνεται ο κόσμος, το ευρώ.

Μόνο που δεν εξηγεί γιατί οι άλλοι, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Ισπανία τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα από εμάς.

Η Ελλάδα ήταν τελευταία σε ανάπτυξη χώρα της ευρωζώνης την περίοδο 2000-2018. Όμως  ήταν τελευταία σε ανάπτυξη χώρα της ΕΟΚ και την περίοδο 1981-1999. Αυτό θα έπρεπε να μας υποψιάζει ότι, ίσως, δεν φταίει το ευρώ για  την υστέρησή μας.

Το παιχνίδι στο γήπεδο του Ευρώ δεν είναι a priori χαμένο. Εμείς, όμως, το χάνουμε.

Ευρώ και ανάπτυξη

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους αναδείχθηκαν πολλές αδυναμίες του ευρώ. Η κριτική για την στρεβλή αρχιτεκτονική της νομισματικής ένωσης σε πολλά σημεία ήταν σωστή. Όμως, εξαρχής, το εγχείρημα του ευρώ δεν ήταν αμιγώς οικονομικό, ήταν και πολιτικό. Και το μεγάλο ερώτημα ήταν και είναι το εξής:  η Ευρώπη διαθέτει μηχανισμούς, ώστε να εξισορροπεί τις στρεβλώσεις και να αμβλύνει τις περιφερειακές ανισότητες, που η ατελής νομισματική ένωση έχει την εγγενή τάση να διευρύνει; Με άλλα λόγια, οι περιφερειακές χώρες ωφελούνται συμμετέχοντας στη νομισματική ένωση ή, αντιθέτως, το ευρώ εξυπηρετεί τους δυνατούς (Γερμανία) και λειτουργεί εις βάρος της περιφέρειας;

Και, συνήθως, αυτό το ερώτημα κρίνεται στο πεδίο των αναπτυξιακών επιδόσεων των κρατών μελών.

Εμείς εδώ, στον ελληνικό δημόσιο διάλογο θεωρούμε σχεδόν αυταπόδεικτο ότι η ελλιπής αρχιτεκτονική (έλλειψη δημοσιονομικής ένωσης) του ευρώ λειτουργεί αντιαναπτυξιακά για τις χώρες που υστερούν σε ανταγωνιστικότητα. Διότι, πράγματι, ήταν εντυπωσιακή η υποαπόδοση της Ελλάδας σε όρους ανάπτυξης, την περίοδο που είναι μέλος της Ευρωζώνης.

Αλλά τα ιστορικά δεδομένα δεν  επαληθεύουν την αντιαναπτυξιακή  λειτουργία του ευρώ.

Οι επιδόσεις μιας χώρας στο χρόνο εξαρτώνται από πολλές παραμέτρους. Δεν είναι εύκολο να απομονώσεις μία παράμετρο και να αξιολογήσεις αξιόπιστα σε ποιο βαθμό επέδρασε στην υπεραπόδοση ή υποαπόδοση της οικονομίας.

Δανείζομαι, λοιπόν, μια μέθοδο από την ψυχολογία, που μελετά διδύμους που μεγαλώνουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα, προκειμένου να αξιολογήσει την επίδραση του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη ενός ανθρώπου. Στην οικονομία, για να αξιολογήσουμε την επίδραση του ευρώ,  μπορούμε να μελετήσουμε δίδυμες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τσεχία & Σλοβακία μέχρι το 1993 ήταν τμήματα της Τσεχοσλοβακίας. Κοινοί θεσμοί, δομές, διοικητική οργάνωση και υποδομές, παρόμοια γεωγραφική θέση και κλιματολογικά χαρακτηριστικά. Ο,τι κοντινότερο σε δίδυμες χώρες στην Ευρώπη!

Η Σλοβακία υιοθέτησε το ευρώ την 1/1/2009, ενώ η Τσεχία δεν είναι μέλος της Ευρωζώνης. Στα 10 χρόνια που η Σλοβακία συμμετέχει στην Ευρωζώνη (2009-2018) είχε καλύτερες επιδόσεις από την Τσεχία. Το ΑΕΠ της Σλοβακίας αυξήθηκε κατά 25% στην 10ετία 2009-2018, της Τσεχίας 16%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν 8% εδώ. Στην περίπτωση της Σλοβακίας, λοιπόν, το ευρώ δεν ήταν  τροχοπέδη ανάπτυξης.

Παρόμοιο ζευγάρι διδύμων είναι η Κροατία και η Σλοβενία –τμήματα της Γιουγκοσλαβίας μέχρι το 1991. Η Σλοβενία υιοθέτησε το ευρώ την 1/1/2007, ενώ η Κροατία δεν είναι μέλος της Ευρωζώνης. Στα 12 χρόνια που η Σλοβενία συμμετέχει στο ευρώ  (2007-2018) είχε καλύτερες επιδόσεις από την Κροατία. Το ΑΕΠ της Σλοβενίας αυξήθηκε κατά 19% στην 12ετία 2007-2018, της Κροατίας 6%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν 12% εδώ. Ούτε στην περίπτωση της Σλοβενίας, λοιπόν, το ευρώ ήταν τροχοπέδη ανάπτυξης.

Το ζευγάρι της Ιβηρικής εντάχθηκε στο ευρώ την 1/1/1999. Ισπανία και Πορτογαλία μαζί με την Ιρλανδία ήταν οι τρεις φτωχές περιφερειακές χώρες που ακολούθησαν τις μεγάλες βιομηχανικές δυνάμεις (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία), τις χώρες της Benelux1, τη Φινλανδία και την Αυστρία στη δημιουργία του ευρώ. Οι επιδόσεις Ισπανίας και Πορτογαλίας παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις. Η Ισπανία στα 19 χρόνια ζωής του κοινού νομίσματος (1999-2018) και παρά την τραπεζική κρίση, τα κατάφερε καλύτερα (αύξηση ΑΕΠ 48%) από τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης (πίνακας Ι, Eurostat). Η Πορτογαλία δεν τα κατάφερε τόσο καλά (αύξηση ΑΕΠ 19%), ενώ ο μέσος όρος για την ευρωζώνη ήταν 32%.  Σαν ενιαίο σύνολο οι δύο χώρες τα πήγαν λίγο καλύτερα από την ευρωζώνη. Άρα ούτε το δίδυμο της Ιβηρικής Χερσονήσου επαληθεύει την άποψη ότι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη λειτουργεί εις βάρος της ανάπτυξης των περιφερειακών χωρών.

Πίνακας Ι

Θέλω να είμαι απολύτως έντιμος, η ανάλυση που διαβάζετε δεν διεκδικεί δάφνες επιστημονικής μεθοδολογίας. Τα δεδομένα είναι λίγα και τα συμπεράσματα ευάλωτα στην κριτική. Είναι, πάντως, λιγότερο αυθαίρετα από την αιτιώδη σχέση ευρώ-υπανάπτυξης, που θεμελιώνουν κάποιοι βασισμένοι στην εμπειρία της Ελλάδας. Και το τελικό συμπέρασμα είναι ότι τα ιστορικά δεδομένα, σε καμία περίπτωση, δεν υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη λειτούργησε εις βάρος της ευημερίας των περιφερειακών χωρών.

Η υπόθεση της αιτιώδους σχέσης ευρώ-υπανάπτυξης γίνεται πιο πειστική, αν βάλουμε στο παιχνίδι Πορτογαλία, Ελλάδα & Ιταλία μαζί. Τότε  παρατηρούμε (Πίνακας Ι) ότι 3 στις 4 χώρες του Νότου υστερούν.

Ή μήπως, 3 στις 5 χώρες της περιφέρειας υστερούν; Διότι και η Ιρλανδία ήταν περιφερειακή και φτωχότερη από τις χώρες του σκληρού πυρήνα του ευρώ το 1999, όταν ξεκινούσε το ενιαίο νόμισμα.

Ή μήπως 2 στις 4, αφού η Ιταλία, όταν ξεκίνησε το ευρώ, δεν ήταν περιφερειακή αλλά μεγάλη βιομηχανική δύναμη, για την ακρίβεια η 7η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, μεγαλύτερη τότε (1999) από την Κίνα.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, αυτό που τελικά αθωώνει την ευρωζώνη και το ευρώ από την κατηγορία της ευθύνης για την αναπτυξιακή υστέρηση  Ιταλίας και Ελλάδας βρίσκεται στα διαγράμματα Ι & ΙΙ. Εκεί αποτυπώνονται οι μέσες ετήσιες αναπτυξιακές επιδόσεις των χωρών που συμμετείχαν εξαρχής στην Ευρωζώνη (επιπλέον της Ελλάδας & εξαιρουμένου του Λουξεμβούργου) για δύο περιόδους:

α) 1981-1998, πριν τη δημιουργία της Ευρωζώνης (διάγραμμα Ι)

β) 1999-2017, μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης (διάγραμμα ΙΙ).

Στοιχεία Παγκόσμια Τράπεζα εδώ.

Διάγραμμα Ι

 

Διάγραμμα ΙΙ

Ελλάδα και Ιταλία σε όρους ανάπτυξης κατατάσσονται στις δύο τελευταίες θέσεις την περίοδο συμμετοχής στην ευρωζώνη (1999-2017).

Αλλά και την περίοδο που προηγήθηκε (1981-1998) Ελλάδα και Ιταλία κατατάσσονται πάλι στις δυο τελευταίες θέσεις.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αυτό που βλάπτει τις χώρες της περιφέρειας δεν είναι η συμμετοχή στην Ευρωζώνη αλλά η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η υπόθεση αυτή ακυρώνεται από τις επιδόσεις των άλλων 3 χωρών της περιφέρειας. Ιρλανδία, Πορτογαλία & Ισπανία καταλαμβάνουν τις τρεις πρώτες θέσεις σε όρους ανάπτυξης την περίοδο 1981-1998. Ίδια ακριβώς παραμένει η κατάταξη για πρωταθλητές και ουραγούς της ανάπτυξης, ακόμη κι αν εξετάσουμε την περίοδο 1986-1998 (Ισπανία & Πορτογαλία μπήκαν στην Ε.Ε. την 1/1/1986). Αλλά και η Ιταλία την περίοδο 1961-1980 ήταν πρωταθλήτρια σε ανάπτυξη ανάμεσα στα 6 πρώτα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Γαλλία, Ιταλία, Δυτική Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο). Η συμμετοχή στην ΕΟΚ, το ελεύθερο εμπόριο και ο ανταγωνισμός με τη Γερμανία δεν ήταν τότε πρόβλημα για την Ιταλία. Την ίδια περίοδο (1961-1980), η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια ανάπτυξης σε όλη την Ευρώπη.

Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι η συμμετοχή περιφερειακών χωρών στην Ευρωζώνη ή στην Ένωση σχετίζεται με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης δεν υποστηρίζεται από τα λιγοστά ιστορικά δεδομένα.

Για την Ιταλία, η συστηματική υποαπόδοση συγκριτικά με την υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη ξεκινά το 1989 (διάγραμμα ΙΙΙ). Για την Ελλάδα η υποαπόδοση ξεκινά το 1980, αλλά έχει μεγάλες διακυμάνσεις, με προεξάρχουσα την 6ετία 2001-2006, οπότε η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει σημαντικά (διάγραμμα IV). Αν και η έναρξη της υστέρησης της Ελλάδας σχεδόν συμπίπτει με την ένταξη στην ΕΟΚ, αιτιώδης σχέση δε μπορεί να θεμελιωθεί δεδομένης της υπεραπόδοσης άλλων περιφερειακών οικονομιών της ΕΟΚ την ίδια περίοδο (Ισπανία, Πορτογαλία).

Ελλάδα & Ιταλία πρέπει να αναζητήσουν αλλού τα αίτια της αποτυχίας τους. Δεν οφείλεται σε εξωτερικά αίτια αλλά σε δικά τους εσωτερικά προβλήματα.

Διάγραμμα IIΙ

Διάγραμμα ΙΙΙ: Η διαφορά του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της Ιταλίας από το μέσο όρο των χωρών Γαλλίας, Γερμανίας, Ολλανδίας & Βελγίου (1961-2017)2.

Διάγραμμα ΙV

Διάγραμμα ΙV: Η διαφορά του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της Ελλάδας από το μέσο όρο των χωρών Γαλλίας, Γερμανίας, Ολλανδίας & Βελγίου (1961-2017)2.

Σε αντίθεση με την Ιταλία, η Ελλάδα με την κρίση προσγειώθηκε επώδυνα στην πραγματικότητα και  αναθεώρησε πολλές κακές συνήθειες του παρελθόντος, έστω και αναγκαστικά με εξωτερική πίεση. Και μετά την κρίση, το 2014, είχαμε την ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Αυτήν την ευκαιρία ακύρωσε η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που αναδείχθηκε μέσα σε μια μέθη λαϊκισμού και αντιαναπτυξιακής δημαγωγίας της δεκαετίας του ’80 τροφοδοτώντας το αντιευρωπαϊκό αίσθημα.


Σημειώσεις
1 Benelux: Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο.
2Ειδικά για τη δεκαετία 1961-1970 ο μέσος όρος αφορά μόνο τις Γαλλία,  Ολλανδία & Βέλγιο, διότι η βάση δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας δεν έχει στοιχεία για τη Δυτική Γερμανία για τη δεκαετία του 60.