514
| CreativeProtagon

«Εδώ μένει ο Μαχαιρίτσας»

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 9 Σεπτεμβρίου 2019, 20:00
|CreativeProtagon

«Εδώ μένει ο Μαχαιρίτσας»

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 9 Σεπτεμβρίου 2019, 20:00

Μας ένωνε η ίδια θάλασσα. Η θάλασσα όχι ως γενικότητα. Η θάλασσα στο νησί «μας». Η Τήνος, επιλογή εξ έρωτος και για τους δυο μας. Μάλλον όχι. Κι αυτό γενικότητα ακούγεται. Καλύτερα να αναφέρομαι σε ένα συγκεκριμένο τεμάχιον θάλασσας από ένα συγκεκριμένο σημείο ορατότητας. Δηλαδή από εκεί που κάνουμε «ααααχ!» ανακούφισης, μόλις καθόμαστε σε μια καρέκλα σκηνοθέτη (δεν έχει υπάρξει πιο βολική καρέκλα). Θρόνος ή αποζημίωση ζωής. Και από εκεί, το πολύ πολύ να ξοδέψουμε δύναμη για να τάξουμε στους εαυτούς μας: «Κάποτε εδώ θα εγκατασταθούμε μόνιμα. Τι κάνουμε στην Αθήνα;»….

Οποτε περνούσα μπροστά από το σπίτι του αλλά και όποιον φιλοξενούσα στην Τήνο, «εδώ μένει ο Μαχαιρίτσας» έδειχνα και χαμήλωνα ταχύτητα. Ενα ταπεινό σπίτι, που δεν το έπιανε το μάτι σου, με τη θάλασσα όμως κάδρο. «Αυτό εννοείς;» αναζητούσαν επιβεβαίωση ενώ το εξέταζαν. «Ναι, αυτό». Ο Γιάννης μάλιστα τσαντιζόταν: «Έχεις αναγάγει το σπίτι του Μαχαιρίτσα σε Ακρόπολη» με ειρωνευόταν. Κάποτε δε άρχισε, σαν για παιχνίδι, να με ρωτάει εκείνος πριν φτάσουμε: «Ποιος είπαμε, ότι μένει εδώ Ρεάκι;».

Σήμερα έμαθα τα τραγικά νέα. Τραγικά όχι για εκείνον… Ησυχα που έφυγε! Μαχαιριά για την κόρη του να βιώσει το φευγιό του, σκηνή αρχαίας τραγωδίας η μάχη της μέσα στην μαύρη νύχτα.  Ενας περίεργος ήχος από το δωμάτιό του… Μπαμπά; Μπαμπά; Μάχη μέχρι το ερωτηματικό να πλαντάξει σε τελεία. Πάει! Την ίδια μέρα ο Λαυρέντης, είχε πει σε μια αγαπημένη του φίλη: «Δεν νοιώθω καλά. Δεν με ξεματιάζεις;».

Πόσο με τρυφερεύουν αυτοί οι κοινοί «τόποι», που συναπαντάμε οι κοινοί θνητοί τα «μικρά» μας, τα «αθώα» μας… Αυτά που ντρεπόμαστε σαν παιδιά να ομολογήσουμε ότι τα πιστεύουμε και υποκρινόμαστε ότι δήθεν τα κοροϊδεύουμε αλλά… «Δεν μου τραβάς ένα ξεμάτιασμα;», «Μάτι είχες» τον καθησύχασε.

Τον Μαχαιρίτσα δεν τον κλαις, τον τραγουδάς. «Πεθαίνω για σένα. Κι ας είσαι απάτη», «Πόσο σε θέλω, πόσο σε θέλω, πόσο σε θέλω… να να νααααα!…» τον χορεύεις χοροπηδώντας, «Διδυμότειχο μπλουζ» μελαγχολείς, «Ζηλεύω το μικρό σου το γατί» γελάς, «Στο καφέ της ξενοιασιάς, παλιά γεμάτη τσέπη…» αναδεύεις ώμους, «Μα τι ζητάω, τι ζητάω; Μια ευκαιρία στον παράδεισο να πάω…» σηκώνεις χέρια! Μπάσα φωνή, σε συνδέει με μια ηλικία περίεργη, κάτι σαν νιάτα μελαγχολικά αχόρταγα, με απόλυτη όμως γνώση ενός εφήμερου… Νιάτα στο διηνεκές μιας κρυφοθλίψης.

Σκέφτομαι εκείνο το σπιτάκι στο νησί. Τα τελευταία χρόνια της κρίσης, του θύμωσα του Λαυρέντη. Έτσι όπως είχαμε χωριστεί. Οι του «Ναι» ή του «Όχι». Και σπαταλούσαμε δυνάμεις σε πολιτικές τσαντίλες… Τι μάταια πράγματα… Τι τα ψάχνεις τώρα αυτά; Πίσω είναι. Πολύ πίσω. Τώρα μπροστά μας μόνο η θάλασσα. Όχι ως γενικότητα. Ένα τεμάχιον θάλασσας που αντιστοιχεί στη ματιά ενός, που κάθεται σε μια καρέκλα σκηνοθέτη και κάνει ένα «Ααααχ!» πληρότητας. Ενα «Αχχχχ!» βίου ολόκληρου, με χαρές, θαυμασμό, αναγνώριση, με επιτυχίες αλλά και με δάνεια, με ανασφάλειες, με διαψεύσεις, με αυταπάτες, με προσωπικές μοναξιές…Όλα αυτά τα ανθρώπινα που σβήνουν μπροστά σε μια θέα θάλασσας και λες από ψυχής «Να πάνε όλα στο διάολο!». Και το εννοείς για λίγο. Μέχρι και πάλι… Αγώνας!…

Σκέφτομαι το σπιτάκι του στο νησί. Αυτά τα εξοχικά, τα σπίτια της καρδιάς. Αλλοτε είχε φως, «εδώ θα είναι» υπέθετα, άλλοτε όλα κλειστά, «θα λείπει». Από σήμερα… «Εδώ μένει ο Μαχαιρίτσας»… Μετά βεβαιότητας.