Advertisement

594
Ερικ Αϊντλ και Τέρι Τζόουνς ερμηνεύοντας «Το τραγούδι του Γαλαξία» | YouTube

20 Ιουλίου 1969 – O άνθρωπος στο φεγγάρι (και όχι μόνο)

Ερικ Αϊντλ και Τέρι Τζόουνς ερμηνεύοντας «Το τραγούδι του Γαλαξία»
|YouTube

20 Ιουλίου 1969 – O άνθρωπος στο φεγγάρι (και όχι μόνο)

Στις 20 Ιουλίου του 1969, το BBC είχε καλέσει στο στούντιό του στις 10 το βράδυ τους Πινκ Φλόιντ, που μπορεί να μην είχαν ακόμα συνθέσει τη «Σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού», έπαιζαν όμως εκείνα τα κομμάτια που ανοίγονταν σε μυστηριακούς κόσμους (γιατί όχι ξεφεύγοντας από τη γήινη σφαίρα), όπως το Astronomy Domine.

Την ίδια ώρα, κάπου 400 χρόνια από τότε που ο Γαλιλαίος διέκρινε πιο καθαρά κάποιες περιοχές της Σελήνης, με το πρώτο του τηλεσκόπιο, δίνοντας έναυσμα στην πρώτη επιστημονική επανάσταση, οι δύο από τους τρεις αστροναύτες – μέλη του Απόλλων 11, ο Νιλ Αρμστρονγκ και ο Μπαζ Ολντριν, προσελήνωσαν τη σεληνάκατό τους στη «Θάλασσα της Ηρεμίας».

Ο πρόεδρος Νίξον πέταξε το δεύτερο μήνυμα που είχε ετοιμάσει για να εξηγήσει στον αμερικανικό λαό γιατί δεν τα κατάφεραν τελικά (καθώς έπρεπε να δικαιολογηθεί το ποσό του περίπου ενός τρισεκατομμυρίου σημερινών δολαρίων, που είχε δαπανηθεί για να ανακτηθεί, μέσω του διαστημικού προγράμματος, το αμερικανικό γόητρο στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου) καθώς όλοι φοβούνταν την καταστροφή ως τιμωρία για την ύβρη των Αμερικανών, με την αρχαία σημασία της λέξης.

Και όμως, αν και οι υπολογιστές που είχε τότε στη διάθεσή της η NASA είχαν πολύ μικρότερη δυναμικότητα από τους σημερινούς, το εγχείρημα πέτυχε μέσα από έναν σπάνιο στην ιστορία αρμονικό συνδυασμό επιστήμης, τεχνολογίας και ανθρώπινων χειρισμών.

Την ίδια όμως χρονιά ξεκίνησε στο BBC η παραγωγή και μετάδοση του «Ιπτάμενου Τσίρκου» των Μόντι Πάιθονς, με τα σουρεαλιστικά τους σκετς, που τόσο καλά αποδίδουν ακόμα και σήμερα την πραγματικότητα, όπως στην περίπτωση του σκετς με τον ψόφιο παπαγάλο που χρησιμοποίησε ο Economist, για την αδιέξοδη πολιτική λιτότητας της Μέρκελ, που την βάζει να λέει πως ο ψόφιος παπαγάλος (η ευρωπαϊκή οικονομία) απλά ξεκουράζεται.

Aλλωστε οι Μοντι Πάιθονς ξανασυνδέθηκαν με την επιστήμη με «Το τραγούδι του Γαλαξία» του Ερικ Αϊντλ, που τραγούδησε αργότερα και ο Χόκινγκ!

Το 1969 ανήκει επίσης στη μεγάλη εποχή του ροκ. Πράγματι, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ανοίχθηκαν νέοι δρόμοι μουσικής δημιουργίας (πολύ μακριά από τη μαζική παραγωγή βιομηχανικής μουσικής κοινοτοπίας των επομένων χρόνων). Μάλιστα, το ροκ συναντήθηκε με τους Μόντι Πάιθονς, καθώς πολλοί δημιουργοί από τον χώρο του ροκ θαύμαζαν τους Μόντι Πάιθονς (οι Λεντ Ζέπελιν και οι Πίνκ Φλόιντ χρηματοδότησαν την ταινία για το «Αγιο Δισκοπότηρο», ενώ το «Ενας Προφήτης μα τι Προφήτης» χρηματοδοτήθηκε από τον Τζορτζ Χάρισον των Beatles, όταν οι παραγωγοί της ταινίας αποσύρθηκαν την τελευταία στιγμή φοβούμενοι τις αντιδράσεις. Γι’ αυτό ο Χάρισον έστησε δική του εταιρεία παραγωγής ταινιών, την Handmade Films, γιατί ήθελε την ολοκλήρωση της ταινίας, κάνοντας πάλι τους Πάιθονς να πουν ότι πρόκειται για το «ακριβότερο κινηματογραφικό εισιτήριο της ιστορίας».

Ο άνθρωπος στο φεγγάρι λοιπόν. «Ενα μικρό ανθρώπινο βήμα, αλλά ένα μεγάλο βήμα για την ανθρωπότητα» σχολίασε ο Νιλ Αρμστρογκ, μιλώντας προς το Χιούστον. Ενα μεγάλο βήμα, αλλά προς ποια κατεύθυνση;

Στο σκετς με τους «Τέσσερις Γιορκσάϊερμεν» οι Μόντι Πάιθονς υποδύονται τους πλούσιους ηλικιωμένους που διηγούνται απίθανες ιστορίες φτώχειας στην παιδική τους ζωή (μέχρι του σημείου να μένουν στο βυθό μιας λίμνης, να ξυπνάνε τρεις ώρες πριν κοιμηθούνε, να πληρώνουν τον εργοδότη τους και ο πατέρας τους να τους σκοτώνει κάθε νύχτα τραγουδώντας αλληλούϊα). Το σκετς κλείνει με την παρατήρηση, που τόσο συχνά έλεγαν οι μεγαλύτεροι: «και τα λες αυτά στους νέους και δεν σε πιστεύουν, δεν σε πιστεύουν».

Σκέπτομαι, λοιπόν, συγκρίνοντας το 1969 με το σήμερα, ότι η μεγάλη διαφορά της τότε εποχής με τη σημερινή είναι ότι, τότε, οι μεγαλύτεροι παρουσίαζαν στους νεότερους τη δική τους νεότητα ως γεμάτη από προβλήματα και ανέχεια, σε αντίθεση με τη ζωή τη γεμάτη (τουλάχιστον συγκριτικά) ανέσεις που προσφερόταν πριν λίγες δεκαετίες στη νέα γενιά (τουλάχιστον στους περισσότερους στο δυτικό κόσμο). Σήμερα, δυστυχώς τα πράγματα έχουν αντιστραφεί.