1023
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Έλα, κόρη της σελήνης

Έλα, κόρη της σελήνης

Τα Χριστούγεννα του 2008 με βρήκαν στο Δρομοκαΐτειο, έπειτα από οξύ ψυχωσικό επεισόδιο με στοιχεία θρησκευτικού παραληρήματος που είχα υποστεί την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου. Οι γενεσιουργοί αιτίες ήταν πολλές: το επί χρόνια ανεπίλυτο πένθος, η ξαφνική μου απόφαση να διακόψω την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανα επί πάνω από ένα χρόνο, υπερκόπωση από τα δωδεκάωρα που βάραγα για να μεταφράσω τις τελευταίες νουβέλες του Σάλιντζερ, καθώς και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου – μια τραγωδία που είχα πάρει ακόμα πιο κατάκαρδα απ’ ό,τι νόμιζα, και γι’ αυτό έκτοτε έχω αποφύγει επιμελώς να μιάνω με σχόλια και αναλύσεις.

Όμως η ιστορία που θέλω να σας αφηγηθώ δεν έχει σχέση με τους λόγους της επιβεβλημένης νοσηλείας μου, όσο με μιαν αναπάντεχη συνάντηση που έλαβε χώρα το πρώτο βράδυ της διήμερης διαμονής μου στο ψυχιατρείο, και η οποία, ακόμα και τώρα, φαντάζει στον νου μου σαν όνειρο, ή σαν αποκύημα πυρετώδους φαντασίας.

Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα όταν, ξυπνώντας απ’ την ηρεμιστική ένεση που μου είχαν κάνει κατά την εισαγωγή μου, διαπίστωσα ότι ήμουν δεμένος στο κρεβάτι μου – συγκεκριμένα, δύο δερμάτινα λουριά, ένα στο αριστερό μου πόδι κι ένα στο δεξί μου χέρι, με κρατούσαν ακινητοποιημένο.

Περιέργως, δεν φρίκαρα, κι ούτε έψεξα ποτέ τους θεράποντες για το δέσιμο – ήταν αναγκαίο για τη δική μου ασφάλεια, μιας κι ακόμα δεν είχε τεθεί διάγνωση, κι επιπλέον, όσο ο πατέρας μου κανόνιζε τα διαδικαστικά του εισιτηρίου, είχα ήδη πάρει δρόμο μια φορά, και με είχαν βρει να περιφέρομαι γυμνός στην Ιερά Οδό.

Το πρόβλημα ήταν ότι, έτσι όπως ήμουν δεμένος χιαστί, δεν μπορούσα να πιάσω το μπουκαλάκι με το νερό που βρισκόταν στο κομοδίνο μου, ούτε την πάπια από πεπιεσμένο χαρτί που η νοσοκόμα είχε αφήσει δίπλα στο νερό.

Και ξαφνικά, μέσα απ’ το σκοτάδι, ένα παχουλό, κάτασπρο χέρι απλώθηκε, πήρε το νερό, κι αφού άνοιξε το καπάκι το έφερε στα χείλη μου και με βοήθησε να πιω. Η δίψα μου ήταν μεγαλύτερη απ’ τη σαστιμάρα μου, κι έτσι απλώς ήπια με άπληστες γουλιές, χωρίς καν να κοιτάξω σε ποιον ανήκε το χέρι. Ίσως ένα κομμάτι του μυαλού μου, θολωμένο ακόμα από το παραλήρημα, πίστευε ότι, όπως μου ’φερνε νερό στο κρεβάτι μου, όταν, παιδί, ξυπνούσα ταραγμένος από κάποιον εφιάλτη, έτσι και τώρα η μητέρα μου, δρασκελίζοντας το αδιάβατο κατώφλι του θανάτου, είχε επιστρέψει στη ζωή για να μου δροσίσει τα χείλη.

Και η πρώτη ματιά, όταν ανασηκώθηκα και είδα τη μορφή που καθόταν στο προσκεφάλι μου, φευγαλέα επιβεβαίωσε την υποψία μου: διότι η στρογγυλοπρόσωπη, παχουλή γυναίκα που αντίκρισα, με το ολόλευκο δέρμα, τα μακριά ξανθά μαλλιά και τα μελιά μεγάλα μάτια που έλαμπαν στο σκοτάδι, έμοιαζε εκπληκτικά με τη μάνα μου.

Ωστόσο, μόλις μίλησε, κατάλαβα πως ήταν νεότερη απ’ το Κατερινάκι στο φευγιό του, κι απ’ την αργόσυρτη, ονειροπαρμένη της φωνή ήταν προφανές ότι, όπως κι εγώ, βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων.
«Πώς σε λένε;», τη ρώτησα.

Μα εκείνη, αντί να απαντήσει, με ρώτησε με τη σειρά της: «Πώς είναι εκεί πάνω; Είναι ωραία όπως λένε; Μήπως είδες τη γιαγιά μου;».

Άργησα να καταλάβω τι εννοούσε, μα έπειτα από μερικά λεπτά αλλόκοτης συνομιλίας, συνειδητοποίησα ότι, έχοντας διαβάσει τ’ όνομά μου στο χαρτί που ήταν κολλημένο στα πόδια του κρεβατιού, πίστευε πως ήμουν ο Άγιος Πέτρος – μάλιστα η πλάνη της ήταν άκρως ποιητική: ήμουν δεμένος γιατί είχα αφήσει το κλειδί στην πόρτα του Παράδεισου, ώστε να μη μείνει κανείς απέξω όσο έλειπα.

Και η τρέλα μου ανταποκρίθηκε όπως ο ήλιος στο ηλιοτρόπιο: μονομιάς πείστηκα ότι απέναντί μου είχα έναν φύλακα-άγγελο, σταλμένο απ’ τον Θεό για να με προσέχει, να με φροντίζει και να μου κρατά συντροφιά όσο θα ’μενα στην κλινική.
Κι ο άγγελος άρχισε να σιγοτραγουδά -το “Έχω ένα μυστικό”- κι εγώ σιγουρεύτηκα: για να ξέρει τη λατρεία μου για τον Χατζιδάκι, δεν μπορεί παρά να γνώριζε, με τη θεϊκή διαίσθησή της, κάθε τι που είχα κρυμμένο στην καρδιά μου.
Τραγουδήσαμε μαζί όλο το κινηματογραφικό ρεπερτόριο του Χατζιδάκι, κι έπειτα της είπα: «Θες ν’ ακούσεις το πιο όμορφο τραγούδι στον κόσμο;».

Ο άγγελος έγνεψε καταφατικά, κι εγώ άρχισα να τραγουδώ τα “Παιδιά κάτω στον κάμπο”, που τη νύχτα εκείνη, καθώς η προστάτιδά μου με βοηθούσε να πιω νερό και να χρησιμοποιήσω την πάπια, σκουπίζοντας το ιδρωμένο μου μέτωπο με το δροσερό της χέρι, έμοιαζε γραμμένο για τους δυο μας – καθώς στη γλώσσα του Χατζιδάκι, “παιδί” είναι ο κάθε φοβισμένος, λαβωμένος άνθρωπος, που περιφέρει τη ζεστή του καρδιά και μοιράζει απλόχερα τη θέρμη της, δίχως να νοιάζεται αν η νύχτα θα τον βρει να ξεπαγιάζει° ο ζωντανός που χρωστά τη ζωή του στην αγάπη.

Η κοπέλα με άκουσε με βουβή κατάνυξη, όπως άλλοτε μ’ άκουγε η μητέρα μου και, μόλις τέλειωσα το τραγούδι, μου ζήτησε να το ξαναπώ. Κι έπειτα πάλι, και πάλι, ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσες φορές – το μόνο που θυμάμαι είναι ν’ ανοίγω ξαφνικά τα μάτια και να ’ναι μέρα, και να βλέπω τον πατέρα μου και το Κουτάβι να στέκουν πάνω απ’ το κρεβάτι μου γελαστοί. Τα λουριά είχαν λυθεί.

Πέρασαν μήνες ώσπου να βρω το κουράγιο και να επιστρέψω στο Δρομοκαΐτειο για να μάθω το όνομα και την ιστορία του θεόσταλτου πλάσματος που με είχε συντρέξει με τόση τρυφερότητα το πρώτο μου βράδυ. Η παρουσία της με είχε γαληνέψει τόσο, που, αν και δεν με επισκέφθηκε ξανά, το δεύτερο βράδυ δεν με έδεσαν, και την επομένη πήρα εξιτήριο. Ωστόσο, όσο κι αν έψαξα δεν τη βρήκα πουθενά. Μονάχα ένας γέρος ασθενής που μου ζήτησε τσιγάρο στον περίβολο του νοσοκομείου αναγνώρισε την κοπέλα απ’ την περιγραφή της, μα δεν γνωρίζω κατά πόσον η ιστορία που μου είπε -μια τραγική ιστορία πολυετούς κακοποίησης κι εγκατάλειψης- ευσταθεί. Η όλη βραδιά θα μπορούσε να ’ναι το τελευταίο επεισόδιο στο παραλήρημα, μια συνάντηση που εκτυλίχθηκε μες στο μυαλό μου επειδή την είχα τόσο πολύ ανάγκη.

Όμως θυμάμαι σαν χτες την ανημπόρια μου, τα λουριά να μ’ εμποδίζουν να ανασηκωθώ, όπως και το λευκό χέρι, το νερό στο κατάξερο στόμα μου και τα αέρινα δάχτυλα να χαϊδεύουν το μέτωπό μου και να διώχνουν κάθε φόβο της νύχτας.
Κι εύχομαι, ό,τι κι αν απόγινε η αγγελική εκείνη ύπαρξη, η θετή μάνα της τρέλας μου, να έλαβε απ’ την κόρη της σελήνης και του αυγερινού λίγα απ’ τα χάδια που δεν πρόφτασα να της ανταποδώσω.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News