571
| CreativeProtagon-Shutterstock

Με γεια το κούρεμα!…

Με γεια το κούρεμα!…

Παλιότερα θυμάμαι, όταν πήγαινε ο άνδρας στο κουρείο, οι κουβέντες του ήταν μετρημένες. Μια «καλημέρα» ή «καλησπέρα», έπειτα «παρ’ τα έτσι κύριε Τάσο», ή «όπως ξέρεις κυρ-Φώτη», και μετά κάποιες κουβέντες για τα τρέχοντα. Για την κατάσταση. Οχι πάντως για τρίχες και άλλες  καλλωπιστικές παρεμβάσεις. Αυτά, όπως ήξερα δηλαδή εγώ, ήταν «γυναικεία επικράτεια». Ανδρας που συζητούσε για την κόμμωσή του με τον μπαρμπέρη εν ώρα δουλειάς έμπαινε σε απαγορευμένη περιοχή.

Φαίνεται όμως πως μεγάλωσα! Αυτό, στη σκληρή γλώσσα της πραγματικότητας, σημαίνει ότι ίσως είμαι πια έξω από τα νερά μου. Και ακριβώς έτσι ένιωσα προχθές όταν πήγα στο κουρείο μου στην Κηφισιά και ο Παύλος ο χίπστερ, που θα μπορούσε να ήταν και γιος μου, κατάφερε να με χωρέσει ανάμεσα σε δύο ραντεβού της νεότερης γενιάς.

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον την κουβέντα με εκείνον που ήταν ήδη εκεί – τον άλλον δεν τον πρόφτασα. Θα ‘ταν γύρω στα 30-35. Οχι και τόσο μικρός, δηλαδή. Ομως, αδερφέ μου, από τη στιγμή που κάθισε μέχρι και τη στιγμή που ο Παύλος τίναξε από πάνω του τις τελευταίες τρίχες και του είπε «με γεια», δεν σταμάτησε να μιλάει για το «σβήσιμο» που του έκανε στο πλάι, και για το πώς θα διαχειριστεί με το trimmer του στο σπίτι την ακατάστατη τριχοφυΐα που είχε, λέει, στο γένι λίγο πιο πάνω από το πιγούνι του.

Ταυτόχρονα, και ενδιάμεσα, έδειχνε στον κουρέα κάτι φωτογραφίες από το Instagram, και συμφωνούσαν ή διαφωνούσαν μεταξύ τους για το εάν το κουρεμένο κεφάλι που έβλεπαν στην οθόνη του κινητού ήταν καλό ή όχι. Ακολούθως η συζήτηση επεκτάθηκε στο εάν πρέπει να αφήνεις το σαμπουάν για μερικά λεπτά αφ’ ότου τα σαπουνίσεις, και έπειτα να το ξεβγάλεις. Κι έμαθα επίσης για ένα gadget (για να μη νομίζετε ότι είμαι εντελώς αρχαίος!), σαν τρυπάνι, που το βάζεις μέσα στη μύτη και σου κλαδεύει τις ενοχλητικές τρίχες που βγαίνουν από το ρινικό σου σπήλαιο.

Από τα μεγάφωνα ακούγονταν ωραία ξένα κομμάτια, πάντως. Ο ήχος στο νορμάλ. Δεν εμπόδιζε την περί καλλωπισμού κουβέντα, ούτε και αυτή όμως ενοχλούσε τη μουσική. Κι εντελώς ξαφνικά λοιπόν, άρχισα να νοιώθω παράξενα ωραία. «Πιο φυσιολογικά», ψιθύρισα μέσα μου. Εξοικειωμένος…

Η απότομη σκέψη ότι θα μπορούσε ο χρόνος να σταματήσει στον κυρ-Φώτη από του Παπάγου, όπου το να μιλούσες για τον εαυτό σου και να νοιαζόσουν για την εμφάνισή σου ήταν περίπου αμαρτία, αίφνης με γέμισε μελαγχολία. Νοητά παγώνω μια φωτογραφία του τότε, και βλέπω τον εαυτό μου, τον εαυτό μας, να προσπαθούμε από τα 15-16 μας χρόνια, αν όχι και νωρίτερα, να μοιάσουμε με τους πατεράδες μας τα αγόρια, με τις μανάδες μας τα κορίτσια.

Κάπως έτσι απέκτησα μουστάκι στα 17 μου και, όμοια με τον μπαμπά, όταν μια συζήτηση σοβάρευε, το ίσιωνα με τα δύο μου δάκτυλα του δεξιού χεριού, και έπαιρνα ύφος που ακόμα φαντάζομαι πόσο ψεύτικα αυστηρό θα πρέπει να ήταν. Δεν είχαμε selfies. Διαθέταμε όμως self-control, μη φυσιολογικό για τα χρόνια μας. Αναστολή, θα το έλεγα καλύτερα. Κι ας κάναμε τους επαναστάτες. Ιδίως εμείς του γλυκού νερού, που συνήθως μέναμε εκτός Βουλής, στο παρά τρίχα του ορίου των τριών ποσοστιαίων μονάδων.

Με αυτήν την εικόνα μπροστά μου, σηκώθηκα μελαγχολικά από τη καρέκλα για να φύγω. Πλήρωσα τον Παύλο και, βγαίνοντας από το μαγαζί, έχοντας βεβαιωθεί ότι δεν ήταν κανείς άλλος εκεί, αφού δεν είχε φτάσει ακόμα ο επόμενος, τον ρώτησα θαρραλέα «ρε συ, πόση ώρα να αφήνω το σαμπουάν στα μαλλιά πριν να τα ξεπλύνω;» – και απομακρύνθηκα τραγουδώντας τον σκοπό που λίγο πριν είχα ακούσει από τα μεγάφωνά του…

Otto Knows – Next to Me: