445
O Κώστας Πορτοκάλογλου, ήταν μορφή της Θεσσαλονίκης. Πέθανε εφέτος το Πάσχα, πολύ νέος | CreativeProtagon

Τα κύτταρα του πολιτισμού

O Κώστας Πορτοκάλογλου, ήταν μορφή της Θεσσαλονίκης. Πέθανε εφέτος το Πάσχα, πολύ νέος
|CreativeProtagon

Τα κύτταρα του πολιτισμού

 (Στη μνήμη του Κώστα Πορτοκάλογλου)

Συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε νεκρολογίες για ανθρώπους που είτε ήταν διάσημοι και προβεβλημένοι είτε σημαντικοί με τον τρόπο τους στις επιστήμες, στις τέχνες, στη δημόσια ζωή.

Οχι (συχνά, τουλάχιστον) για έναν άνθρωπο που υπήρξε ιδιοκτήτης μπαρ. Κι όμως, θα σκάσω αν δεν γράψω κάτι για τον Κώστα Πορτοκάλογλου από τη Θεσσαλονίκη που πέθανε πρόσφατα, κι ας μην εμπίπτει σε καμιά από τις παραπάνω κατηγορίες.

Βλέπετε η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, η ποιότητα, ο χαρακτήρας της Θεσσαλονίκης δεν διαμορφώνεται μόνο από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Γιάννη Αγγελάκα και τον Νίκο Παπάζογλου και τις δεκάδες άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών που ανέδειξε και την ανέδειξαν.

Διαμορφώνεται και από ανθρώπους οι οποίοι (τα παλιά χρόνια διότι για σήμερα…ούτε λόγος) δημιούργησαν τη διασκέδαση της πόλης στήνοντας και κρατώντας μαγαζιά στα οποία έγιναν υπέροχες βραδιές, χτίστηκαν φιλίες, δεσμοί, συνεργασίες, ακούστηκαν μουσικές και απόψεις και φιλοσοφίες κι έμειναν αναμνήσεις παντοτινές.

Ας μην ακουστεί παράδοξο το ότι, κατά τη γνώμη του υπογράφοντος, άνθρωποι όπως ο Θόδωρος ο Μπερλινάς, ο Νίκος Μοδιώτης, ο Κικιρίμπας, ο Νίκος Στεφανίδης ή ο Κώστας Πορτοκάλογλου υπήρξαν ψηφίδες, κύτταρα πολιτισμού εξίσου σημαντικά με όποιον συγγραφέα ή καλλιτέχνη θέλετε να αναφέρετε.

Ο Κώστας από τη δεκαετία του ’80 και του ’90 έφτιαξε στέκια στο κέντρο της πόλης αλλά και στην Περαία (η οποία τότε ήταν τόπος εξωτικός, προορισμός διασκέδασης και ψυχαγωγίας ζηλευτός για όλους μας!) τα οποία δεν ήταν ποτέ «βιομηχανικά» με σκοπό την αρπαγή των χρημάτων του πελάτη, αλλά μαγαζιά με μουσικάρες, χαρακτήρα, μορφές ωραίες, φλερτ, αλλά και κραιπάλη και γλέντια ξέφρενα. Τα έφτιαχνε πρωταρχικά για να περνάει ωραία ο ίδιος κι οι παρέες του, και γι αυτό είχαν επιτυχία, επειδή ήταν ανθρώπινα και ανεπιτήδευτα.

Εμενα πολλά χρόνια δίπλα σ’ ένα παραλιακό του μπαρ, το «Μπαξέ Τσιφλίκ» στους Νέους Επιβάτες, σε ένα σπίτι που νοίκιαζε ο ίδιος για να το δίνει σε φίλους και να μην… πέσει σε τίποτα οικογενειάρχες που να ενοχλούνται από τη μουσική. Ο ίδιος έμενε ακριβώς από κάτω, στην ίδια οικοδομή, κι έπαιζε με τα σκυλιά του, πήγαινε στις ιππασίες του, είχε το μαγαζί δίπλα στο οποίο μπαινοβγαίναμε μέρα νύχτα σαν να μας ανήκε και παίζαμε μουσική και φωνάζαμε φίλους και γκομενίζαμε σε κρυφά ραντεβού.

Ήταν η ζωή της γειτονιάς με την αγριοφωνάρα του, πάντα γελαστός και με μια λάμψη στα μάτια που δήλωνε εξυπνάδα τρομερή και έφεση στη σκανταλιά. Καλοκαίρια και χειμώνες. Πίσω από την μπάρα, και έξω στην αυλή, και παντού.

Πέρασαν τα χρόνια, η διασκέδαση άλλαξε, τα μαγαζιά έκλεισαν, μετακομίσαμε, χαθήκαμε. Και ήρθε το φετινό Πάσχα και πέθανε πολύ νέος, δεν ξέρω γιατί και πώς, δεν ήθελα να μάθω. Υπήρξε ο Κώστας Πορτοκάλογλου ένα κεφάλαιο για τη Θεσσαλονίκη. Εκλεισε κι αυτό. Τον ευχαριστούμε. Το λιγότερο…


* Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος είναι δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, παρουσιαστής στο «Ράδιο Αρβύλα»