Γιατί η πολυφωνία στην ΕΕ κοστίζει σε δύναμη
Γιατί η πολυφωνία στην ΕΕ κοστίζει σε δύναμη
Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι περήφανη για το σύνθημα «ενωμένοι στην ποικιλομορφία», αλλά η πρακτική της συναίνεσης συχνά την καθηλώνει. Οταν κάθε κράτος-μέλος θέλει να προσαρμόσει τους κοινούς κανόνες στα δικά του συμφέροντα, οι αποφάσεις αργούν, οι εμπορικές συμφωνίες σέρνονται και η ΕΕ χάνει σε διεθνή επιρροή. Στην εποχή του Τραμπ, του Πούτιν και του Σι Τζινπίνγκ, οι υπόλοιποι παίκτες του πλανήτη κινούνται με ταχύτητα. Και αυτό είναι συχνά πρόβλημα για την Ευρώπη.
Το πρόβλημα αυτό σχολιάζει ο αρθρογράφος των Financial Times, Μάρτιν Σάντμπου, σε άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο «η ΕΕ πρέπει να εγκαταλείψει την κουλτούρα της συναίνεσης». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ΕΕ θα έβγαινε πιο δυνατή αν σταματούσε να φοβάται τη διαφωνία, αν μάθαινε να κινείται και χωρίς πλήρη ομοφωνία, και αν προτιμούσε αποφάσεις με περιορισμένη συναίνεση αντί για μόνιμο συμβιβασμό.
Η νέα εμπορική συμφωνία της ΕΕ με το μπλοκ της Mercosur –την τελωνειακή ένωση της Νοτίου Αμερικής, με πλήρη μέλη την Αργεντινή, τη Βολιβία, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη– τέθηκε πριν από αρκετές εβδομάδες προς έγκριση από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Πρόκειται για τη σύναψη της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Mercosur (EMPA) και την Εκσυγχρονισμένη Παγκόσμια Συμφωνία ΕΕ-Μεξικού (MGA). «Αυτές οι ιστορικές συμφωνίες αποτελούν κρίσιμο μέρος της στρατηγικής της ΕΕ για τη διαφοροποίηση των εμπορικών της σχέσεων και την ενίσχυση των οικονομικών και πολιτικών δεσμών με ομοϊδεάτες εταίρους σε όλον τον κόσμο», σύμφωνα με την Κομισιόν.
Οσο κι αν ακούγεται απίστευτο, η Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Mercosur κατέστη εφικτό να ολοκληρωθεί 26 χρόνια μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων και αποτέλεσε αφορμή για πανηγυρισμούς. «Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια» επισημαίνει ο αρθρογράφος των Financial Times.
Παρά το γεγονός ότι η εμπορική πολιτική ασκείται στις Βρυξέλλες, η Κομισιόν έχει πέσει συχνά θύμα εκφοβισμού από ορισμένα κράτη με ισχυρά αγροτικά συμφέροντα. Κυρίως τη Γαλλία, γράφει ο Σάντμπου, και εξηγεί πως η Γαλλία θα μπορούσε να μπλοκάρει τη συμφωνία. Η προσθήκη «γλυκαντικών», που θα ικανοποιούσαν το Παρίσι, κρίθηκε επιβεβλημένη αλλά τελικά χάθηκαν πολλά χρόνια στην προσπάθεια να ικανοποιηθεί κάθε πλευρά.
Το να προσπαθεί κανείς να ικανοποιήσει τους πάντες είναι χάσιμο χρόνου, επισημαίνει ο αρθρογράφος του έγκυρου φύλλου. Και φέρνει ένα ακόμη παράδειγμα: τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για τους δασμούς, που υποτίθεται ότι θα φέρει σταθερές εμπορικές ρυθμίσεις: χειρότερες, αλλά όπως λένε οι Βρυξέλλες, καλύτερες από το τίποτα.
Λίγοι πείθονται, ακόμη και εντός της Κομισιόν, για το αν αυτή η συμφωνία θα φέρει σταθερότητα. Για παράδειγμα, η Επίτροπος Ανταγωνισμού Τερέσα Ριβέρα έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι νέες απειλές από τις ΗΠΑ κατά των ευρωπαϊκών τεχνολογικών ρυθμίσεων μπορεί να ακυρώσουν τη συμφωνία. Ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να μην εγκρίνει τις υποσχεθείσες αλλαγές στους δασμούς.
Οι ικανότατοι εμπορικοί αξιωματούχοι της Κομισιόν, συνεχίζουν οι FT, θα μπορούσαν να είχαν επιτύχει καλύτερο αποτέλεσμα αν οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους ήταν πιο συγκρουσιακοί. Υπήρξαν σκέψεις να τιμωρήσουν οι Βρυξέλλες π.χ. τις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες ως αντίποινα για τους ευρωπαϊκούς εξαγωγικούς δασμούς.
«Γιατί δεν συνέβη;» διερωτάται ο Σάντμπου. Ο ένας λόγος είναι, κατά τον ίδιο, ο φόβος μήπως ένας εκνευρισμένος Τραμπ ανατρέψει την υποστήριξη προς την Ουκρανία. Ο άλλος είναι η υπερβολική υποταγή στα συμφέροντα των μεγάλων κρατών-μελών. Το ηθικό δίδαγμα: τα αποτελέσματα «υποφέρουν» από δισταγμό και φόβο αντίδρασης.
Το ίδιο ισχύει και για την οικονομία, συνεχίζει ο αρθρογράφος των Financial Times. Ο Μάριο Ντράγκι και ο Ενρίκο Λέτα έχουν τονίσει ότι η ΕΕ παραμένει κατακερματισμένη λόγω υπερβολικών εθνικών κανόνων.
Η λύση που πρότειναν; Περισσότερες κανονιστικές ρυθμίσεις κοινές για όλους, αντί οδηγιών που προσαρμόζονται τοπικά, ή ακόμη και ένα ενιαίο καθεστώς για τους εταιρικούς κανόνες ώστε να παρακάμπτονται τα ειδικά καθεστώτα κάθε χώρας. Και τα δύο προβλήματα πηγάζουν κατά τον Σάντμπου από την πολιτική της συναίνεσης: είναι πιο εύκολο να συμφωνήσουν οι χώρες σε οδηγίες που θα τις προσαρμόσουν όπως θέλουν. Το αποτέλεσμα; Στασιμότητα, περισσότερη πολυφωνία, λιγότερη ενότητα.
Αυτό που υποστηρίζει ο αρθρογράφος των FT δεν είναι η «μεταβλητή γεωμετρία» –διαφορετικά επίπεδα ενσωμάτωσης για διαφορετικές χώρες– αλλά η αλλαγή της πολιτικής κουλτούρας, με λιγότερη εμμονή στη συναίνεση και περισσότερη αποφασιστικότητα. Ο ίδιος εκτιμά ότι μπορεί να γίνει με τα υφιστάμενα θεσμικά όργανα της ΕΕ και επισημαίνει ότι κάποιες αποφάσεις απαιτούν ομοφωνία, ενώ άλλες όχι.
Με βάση τα πρόσφατα παραδείγματα, η Κομισιόν θα μπορούσε, κατά τον Σάντμπου, να ολοκληρώσει τη συμφωνία με τη Mercosur χωρίς να «αγωνιά» για τις γαλλικές αντιρρήσεις, να αντιδράσει κατά των ΗΠΑ ή να προχωρήσει σε ένα σχήμα «ενισχυμένης συνεργασίας», όπου μόλις εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μπορούν να αποφασίζουν από κοινού.
Η συναίνεση έχει αξία, συνεχίζει ο αρθρογράφος των FT, όταν αυτή επιτυγχάνεται, όπως φάνηκε με τα 19 πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ωστόσο η ΕΕ δείχνει ότι πληρώνει σημαντικό τίμημα προσπαθώντας να κρατήσει τους πάντες ικανοποιημένους. «Σε αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς, η ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι η υπερβολική εμμονή στη συναίνεση μειώνει την αποτελεσματικότητά της. Λιγότερη συναίνεση σημαίνει ισχυρότερη Ευρώπη στον κόσμο» σημειώνει κλείνοντας ο Μάρτιν Σάντμπου στους Financial Times.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
