Κατάφερε ο Τραμπ να εξευτελίσει την Ευρώπη;
Κατάφερε ο Τραμπ να εξευτελίσει την Ευρώπη;
Υποταγμένη στον Ντόναλντ Τραμπ είναι η Ευρώπη, σύμφωνα με το Politico, το οποίο εκτιμά ότι η Γηραιά Ηπειρος βρίσκεται ένα βήμα πριν από τον πλήρη εξευτελισμό της από τον αμερικανό πρόεδρο.
Φέρει, μάλιστα, ως παραδείγματα αυτοκρατορίες που στο παρελθόν αναγκάστηκαν να υποταχθούν σε πιο ισχυρές δυνάμεις, με πιο προφανές τη δυναστεία τον Τσινγκ στην Κίνα και την ταπείνωσή της από τους Βρετανούς μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου. Πριν από μικρό χρονικό διάστημα, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έσπευσε στη Σκωτία για να συναντήσει τον Τραμπ σε ένα δικό του γήπεδο γκολφ και να κλείσει την, από πολλούς αμφισβητούμενη, εμπορική συμφωνία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
Η Ευρώπη, που θεωρούνταν η κορυφαία εμπορική δύναμη, όλα δείχνουν ότι χάνει τα σκήπτρα της. Οι επικριτές της Φον ντερ Λάιεν έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι η αποδοχή δασμών 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα ισοδυναμούσε με πράξη «υποταγής», με μια «ξεκάθαρη πολιτική ήττα για την ΕΕ» και με «ιδεολογική και ηθική συνθηκολόγηση».
Με το μελάνι της συμφωνίας μετά βίας να έχει στεγνώσει, ο Τραμπ επανήλθε απειλώντας να επιβάλει νέους δασμούς στην ΕΕ λόγω των ψηφιακών κανονισμών που θα έπλητταν τις κολοσσιαίες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Αν η ΕΕ δεν συμμορφωνόταν, προειδοποίησε, οι ΗΠΑ θα σταματούσαν να εξάγουν κρίσιμες τεχνολογίες μικροτσίπ.
Η επίθεση ήρθε λιγότερο από μία εβδομάδα αφότου οι Βρυξέλλες πίστευαν ότι είχαν κερδίσει γραπτή εγγύηση από την Ουάσινγκτον ότι ο ψηφιακός κανονισμός τους –και η κυριαρχία τους– ήταν ασφαλής.
Ο Τραμπ μπορεί να απειλεί, καθώς διαθέτει την υπεροπλία σε τεχνολογικό και στρατιωτικό επίπεδο, ενώ παράλληλα γνωρίζει ότι ο αντίπαλός του υπολείπεται κατά πολύ και στους δύο τομείς, υπογραμμίζει το Politico. Ξέρει ότι η Ευρώπη δεν θέλει να αντιμετωπίσει τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν χωρίς αμερικανική στρατιωτική στήριξη και ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χωρίς την αμερικανική τεχνολογία μικροτσίπ, οπότε θεωρεί πως μπορεί να υπαγορεύσει την εμπορική ατζέντα.
Ο Επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Μάρος Σέφτσοβιτς, υπαινίχθηκε ότι η συμφωνία με τις ΗΠΑ αντανακλούσε τη στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης και την ανάγκη της για αμερικανική στήριξη. «Δεν πρόκειται μόνο για… εμπόριο. Πρόκειται για ασφάλεια, για την Ουκρανία, για τη σημερινή γεωπολιτική αστάθεια», εξήγησε.
Η συμφωνία είναι μια «άμεση συνέπεια της αδυναμίας της Ευρώπης στον τομέα της ασφάλειας: ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη στρατιωτική προστασία της και ότι απέτυχε, για 20 χρόνια, να επενδύσει στην ίδια της την ασφάλεια», δήλωσε στο Politico ο Τόρστεν Μπένερ, διευθυντής του Global Public Policy Institute στο Βερολίνο, επισημαίνοντας επίσης αποτυχίες στην επένδυση στην «τεχνολογική ισχύ» και στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς.
«Πληρώνουμε το τίμημα του γεγονότος ότι αγνοήσαμε το καμπανάκι που χτύπησε κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ και μετά ξαναπέσαμε για ύπνο. Ελπίζω ότι δεν κάνουμε και τώρα το ίδιο», σημείωσε μιλώντας στο Politico η Σαμπίνε Βέιγαντ, γενική διευθύντρια Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κατά το Politico είναι σαφές ότι το «παιχνίδι των δασμών» του Τραμπ απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει και ότι η ΕΕ είναι αναπόφευκτο να αντιμετωπίσει νέες πολιτικές προσβολές και άνισες διαπραγματευτικές εκβάσεις αυτό το φθινόπωρο. Για να αποτρέψει την εδραίωση του εξευτελισμού, η ΕΕ έχει μπροστά της μια τεράστια αποστολή: να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ – στην άμυνα, στην τεχνολογία και, φυσικά, στην οικονομία.
Οπως ακριβώς η Δυναστεία των Τσινγκ, έφθασε η στιγμή η Ευρώπη να τιμωρηθεί επειδή έμεινε δεκαετίες πίσω από τις ΗΠΑ. Οι δραστικές περικοπές στις αμυντικές δαπάνες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο διατήρησαν τις ευρωπαϊκές χώρες εξαρτημένες από τον αμερικανικό στρατό για την ασφάλειά τους• η σχεδόν «αδιάφορη» στάση απέναντι στην τεχνολογική πρόοδο σημαίνει ότι η ΕΕ βρίσκεται πλέον πίσω από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της, σχεδόν σε όλες τις κρίσιμες τεχνολογίες.
Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, από την πλευρά του, διακήρυξε την αρχή μιας νέας παγκόσμιας τάξης –την οποία βάφτισε «σύστημα Τέρνμπερι»– συγκρίνοντας τη συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ με το μεταπολεμικό χρηματοπιστωτικό σύστημα που σχεδιάστηκε στο θέρετρο του Μπρέτον Γουντς στη Νέα Αγγλία το 1944.
Με τη νέα επίθεσή του ο Τραμπ έδειξε ελάχιστο σεβασμό στην επιθυμία της Ενωσης να αποκλείσει ευαίσθητα ζητήματα από τη μη δεσμευτική κοινή δήλωση της περασμένης εβδομάδας. Η αοριστία του τετρασέλιδου κειμένου, ωστόσο, αφήνει περιθώριο να προβάλει νέες απαιτήσεις ή να απειλήσει με αντίποινα, εάν κρίνει ότι η ΕΕ δεν τηρεί τη δική της πλευρά της συμφωνίας.
Περαιτέρω ταπείνωση θα μπορούσε να ακολουθήσει, καθώς οι δύο πλευρές επιχειρούν να ρυθμίσουν λεπτομέρειες –από το σύστημα ποσοστώσεων δασμών στον χάλυβα και στο αλουμίνιο έως τις εξαιρέσεις για ορισμένους τομείς– που παραμένουν ανοιχτές.
«Η συμφωνία αυτή είναι τόσο ασαφής, ώστε υπάρχουν αμέτρητα σημεία όπου οι συγκρούσεις θα μπορούσαν εύκολα να κλιμακωθούν και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία για να μην προχωρήσουν άλλα πράγματα», δήλωσε στο Politico ο Νίκλας Πόιτιερς, ερευνητής στο think tank Bruegel.
Οταν ρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν η ΕΕ δεν επένδυε τα υποσχόμενα 600 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ, ο Τραμπ είπε νωρίτερα αυτόν τον μήνα: «Τότε θα πληρώσουν δασμούς 35%».
«Περιμένουμε περαιτέρω αναταράξεις», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της ΕΕ, ο οποίος μίλησε ανώνυμα στο Politico, για να είναι πιο ειλικρινής. «Ωστόσο αισθανόμαστε ότι διαθέτουμε ένα σαφές ασφαλιστήριο συμβόλαιο».
Επιπλέον, με την αποδοχή της συμφωνίας, την οποία η Επιτροπή πούλησε ως τη «λιγότερο κακή» επιλογή μετά τις απειλές δασμών του Τραμπ, οι Βρυξέλλες έδειξαν επίσης ότι ο εκβιασμός λειτουργεί.
Το Πεκίνο θα παρακολουθεί τις εξελίξεις με ενδιαφέρον – ειδικά τη στιγμή που οι σχέσεις ΕΕ-Κίνας βρίσκονται σε νέο χαμηλό και η κυριαρχία της Κίνας στα ορυκτά, απαραίτητα για τις πράσινες, ψηφιακές και αμυντικές φιλοδοξίες της Δύσης, της προσφέρει τεράστια γεωπολιτική ισχύ.
Αλλά τι μπορεί να κάνει η Ενωση για να αποφύγει τη διαιώνιση της γεωπολιτικής αδυναμίας της;
Στην πορεία προς τη συμφωνία, η Φον ντερ Λάιεν τόνισε κατ’ επανάληψη ότι η στρατηγική της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ πρέπει να στηρίζεται σε τρία στοιχεία: ετοιμότητα για αντίμετρα, διαφοροποίηση εμπορικών εταίρων και ενίσχυση της ενιαίας αγοράς.
Για κάποιους, η ΕΕ πρέπει να δει τη συμφωνία ως καμπανάκι αφύπνισης για εκ βάθρων αλλαγές και αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσα από θεσμική μεταρρύθμιση, όπως περιγράφεται στις εμβληματικές εκθέσεις που παρουσίασαν πέρυσι ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, και ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ενρίκο Λέτα.
Αντιδρώντας στη συμφωνία, ο Ντράγκι προειδοποίησε ότι η εμφανής ικανότητα του Τραμπ να αναγκάζει την Ενωση να κάνει το δικό του αποτελεί απόδειξη ότι η ΕΕ κινδυνεύει με περιθωριοποίηση. Επέκρινε επίσης τις αδυναμίες στον τομέα της ασφάλειας: «Η Ευρώπη είναι ανεπαρκώς εξοπλισμένη σε έναν κόσμο όπου η γεωοικονομία, η ασφάλεια και η σταθερότητα των πηγών εφοδιασμού, και όχι η αποδοτικότητα, εμπνέουν τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις», είπε.
Ο Εμον Ντραμ, αναλυτής στο German Marshall Fund, υιοθέτησε το ίδιο σκεπτικό. «Η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει το επιχειρηματικό περιβάλλον της ως γεωπολιτικό πλεονέκτημα που πρέπει να ενισχυθεί», είπε στο Politico.
Για να το πετύχει, απαιτούνται επενδύσεις στις ευρωπαϊκές υποδομές, στη ζήτηση και στις εταιρείες, υποστήριξε ο Ντραμ: «Αυτό σημαίνει μείωση των τιμών της ενέργειας, καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων για επενδύσεις σε ευρωπαϊκές εταιρείες και ολοκλήρωση της ενοποίησης των κεφαλαιαγορών».
Σε δηλώσεις του στο Politico, ο γάλλος υπουργός Ευρώπης Μπενζαμέν Χαντάντ ζήτησε επίσης «μαζικές επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην κβαντική πληροφορική και στις πράσινες τεχνολογίες, και προστασία των στρατηγικών βιομηχανιών μας, όπως ακριβώς κάνουν οι Αμερικανοί χωρίς δισταγμό».
Για άλλους η απάντηση βρίσκεται στην εμβάθυνση και διαφοροποίηση των εμπορικών δεσμών της Ενωσης – οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η δημοσίευση της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur της Νότιας Αμερικής είναι προ των πυλών, ενώ στοχεύουν σε συμφωνίες με την Ινδονησία, την Ινδία και άλλες χώρες μέσα στη χρονιά. Εχουν επίσης δείξει διάθεση να εντείνουν το εμπόριο με το ασιατοκεντρικό μπλοκ CPTPP, στο οποίο συμμετέχουν ο Καναδάς, η Ιαπωνία, το Μεξικό, η Αυστραλία και άλλοι.
«Πέρα από τον εκσυγχρονισμό του [Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου], η ΕΕ πρέπει πράγματι να επικεντρωθεί στη συνέχιση της οικοδόμησης του δικτύου εμπορικών συμφωνιών με αξιόπιστους εταίρους», εκτιμά ο γερμανός σοσιαλδημοκράτης Μπερντ Λάνγκε, επικεφαλής της επιτροπής εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Για να σταθεροποιήσουμε το εμπορικό σύστημα, που βασίζεται σε κανόνες, πρέπει να βρούμε μια κοινή θέση με δημοκρατικά συγκροτημένες χώρες», πρόσθεσε.
Η Ευρώπη, είπε ο Ντραμ, βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή: «Θα ενισχύσει τη θέση της ως κόμβος του ελεύθερου εμπορίου σε έναν κόσμο όπου η παγκοσμιοποίηση αποδιαρθρώνεται; Ή θα καταλήξει να είναι απλώς το πεδίο μάχης όπου εκτυλίσσεται ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών;».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
