Γράμμα σ΄έναν νεαρό φίλο
Γράμμα σ΄έναν νεαρό φίλο
«Αγαπητέ Κύριε,
Να δουλέψω τώρα; Ποτέ, ποτέ! Κάνω απεργία.
Προς το παρόν ασωτεύω όσο γίνεται περισσότερο. Θέλω να είμαι ποιητής και εργάζομαι να γίνω Προφήτης: δεν θα καταλαβαίνετε τίποτα απολύτως κι ούτε μπορώ να σας το εξηγήσω. Θα πει, να φτάσεις στο άγνωστο μέσα από την απορύθμιση όλων των αισθήσεων»…
Σαρλεβίλ, 13 Μαΐου 1871
Επιστολή του 18άχρονου Αρθούρου Ρεμπώ στον καθηγητή του)
Αγαπημένη μου Ατζέντα,
σήμερα θέλω να γράψω μια επιστολή, όχι «Γράμμα σ΄ ένα νέο ποιητή», δεν είμαι άλλωστε ο Ρίλκε για να μπορώ να το κάνω, ούτε «Γράμμα σε μια νεαρή φίλη», που έγραψε κάποτε ο σοφρός Κρισναμούρτι.
Ένα γράμμα, μια επιστολή, ας είναι και e-mail, sms, ή inbox προς τους νεότερους, πολύ νεότερους ανθρώπους, που έχω τη χαρά να είναι φίλοι μου, είτε είναι 15, 20 ή 30κάτι χρονών. Η αλήθεια είναι ότι η ηλικία της αστυνομικής ταυτότητας δεν έπαιξε και τόσο ρόλο στη ζωή μου με την ταυτότητα που έχουν οι άνθρωποι, συναισθηματικά και νοητικά, είτε είναι 15, είτε 20, είτε 30κάτι.
Δεν έχω συμβουλές να δώσω στους πιο νέους. Μισούσα πάντα τη διδακτική γλώσσα, τη θεωρούσα την πιο αντι-εκπαιδευτική, όπως κι αυτό το δάκτυλο που σηκώνεται από καθέδρας για να δείξει τη μία και μοναδική αλήθεια. Όλοι μαθαίνουμε από παραδείγματα ζωής τελικά και όχι από μεγάλα λόγια. Και ξεχνάμε ότι ζούμε σε ένα σχετικό κόσμο, είμαστε περαστικοί και κανένας δεν κατέχει παρά ένα μικρό κομμάτι της δικής του αλήθειας.
Ούτε μυστικά επιτυχίας έχω να τους αποκαλύψω. Το μόνο που έμαθα ίσως είναι ότι ο δρόμος των «πρέπει» πληρώνεται, ενώ των επιθυμιών σε αποζημιώνει. Ψυχικά μιλάω, γιατί υλικά συνήθως ισχύει το αντίθετο. Και ότι την ευθύνη για το πώς θα δώσει νόημα στη ζωή του και σε ποια ζυγαριά θα μετρήσει την ευχαρίστηση και τη δυσαρέσκεια της κάθε μέρας του, την έχει ο καθένας μόνος του.
Ολα αυτά ίσχυαν πάντα και προ κρίσης και τώρα. Όμως τελευταία όταν βλέπω ορμητικούς έφηβους, νευρικούς 25άρηδες, πιο προβληματισμένους 30άρηδες… σκέφτομαι πόσο υπήρξε και τυχερή η γενιά μου, που αυτή η κατολίσθηση την πετυχαίνει λίγο πριν ή μετά τα 50.
Μπορεί αυτό κάποτε να ήταν ένα τρομακτικό νούμερο κι ακόμη το μεσήλικας να μας ακούγεται κακόηχο, όμως ζήσαμε την κάθε εποχή, με ό,τι τα κύτταρά μας ζητούσαν: έρωτα, μουσικές, πολιτική, βιβλία, ταξίδια, ρίσκα… Και δουλειά φυσικά (στέναξαν τα μπαρ)… και λάθη… και ένα σωρό άλλα… Αλλά είχες το δικαίωμα να είσαι νέος, ανώριμος, να δοκιμάσεις, να μετανιώσεις, να γλεντήσεις, να πιστεύεις ότι εσύ δεν θα γίνεις έτσι, ότι υπάρχει εκεί έξω ένας κόσμος καλύτερος. Έξω από τον μικρό σου περίγυρο, από την πόλη, από την Ελλάδα.
Δεν ξέρω, δεν έχω τι να πω σήμερα στους νέους. Προσπαθώ να τους ακούω. Κι ακούω να φοβούνται ότι μοιάζουν με μας τους μεσήλικες, μας κάνουν παρέα, θα ‘θελαν μια δουλειά και σιγουριά, ή θα ‘θελαν να βάλουν φωτιά και να κάψουν τα πάντα και καταλήγουν πικρά «εσείς τουλάχιστον ζήσατε έντονα, χορτάσατε». Αλλά όπως λέει κι ένας συνομήλικος φίλος «κανείς ποτέ δεν χόρτασε νιάτα και έρωτα» – αυτό τους λέω κι εγώ και προσθέτω ότι αυτοί μπορεί και να τα καταφέρουν.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
