1455
|

Μάνος Χατζιδάκις: «Η δόξα με φυλακίζει»

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 23 Οκτωβρίου 2022, 17:20

Μάνος Χατζιδάκις: «Η δόξα με φυλακίζει»

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 23 Οκτωβρίου 2022, 17:20

Αλήθεια, το έχετε σκεφτεί; Πως ένας συνθέτης σαν τον αξέχαστο Μάνο Χατζιδάκι, με μουσική για μια ταινία που τάραξε τα νερά στο Χόλιγουντ και τα Oσκαρ –όχι μόνο λόγω της Μελίνας και του Ζυλ Ντασσέν–, το θρυλικό «Ποτέ την Κυριακή», και με ένα τραγούδι, «Τα παιδιά του Πειραιά», που έγινε σχεδόν αμέσως παγκόσμια επιτυχία και τραγουδήθηκε σε αμέτρητες εκδοχές, δεν έκανε παραπέρα καριέρα στο Χόλιγουντ; Ή, έστω, την καριέρα που θα εκταμίευε αυτές τις επιτυχίες.

Η σημερινή επέτειος από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναδούμε τα ελάχιστα γνωστά. Μαζί με μερικούς φακέλους του ελληνικής καταγωγής μεγαλομετόχου και προέδρου των κινηματογραφικών στούντιο της 20th Century Fox, Σπύρου Σκούρα, που έχουν πλέον μελετηθεί στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, έχουμε μια εικόνα και για τα πώς και για τα γιατί.

Κεντρικό σημείο σε αυτούς τους φακέλους, η αναβλητικότητα και κάποιες απαιτήσεις του Μάνου Χατζιδάκι, που κατέγραψε ο Ηλείος Σπύρος Σκούρας την περίοδο της μεγάλης δόξας του συνθέτη, μετά τα «Παιδιά του Πειραιά», που ακούστηκαν ανά την υφήλιο σε πάμπολλες γλώσσες (έως και σε μανδαρίνικα και καντονέζικα ή κορεάτικα).

Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις δεν πήγε καν στο Λος Αντζελες για να παραλάβει το Οσκαρ τραγουδιού και σάουντρακ. Θεωρούσε το τραγούδι του, που έγινε τεράστια επιτυχία, ως «εύκολο» ή «εύπεπτο» (μια… «ζαχομάρα», όπως έλεγε, αναγραμματίζοντας τη λέξη χαζομάρα). Το μόνο που πίστωνε στο βαρύ αγαλματάκι του θείου Οσκαρ ήταν ότι τού προσέφερε τα χρήματα για να αγοράσει το διαμέρισμά του στην οδό Ρηγίλλης, στην Αθήνα.

Ο Στιβ Αλεν και η σύζυγός του Τζέιν Μέντοους ποζάρουν με το Οσκαρ που παρέλαβε η δεύτερη εκ μέρους του Μάνου Χατζιδάκι για το τραγούδι της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή» («Τα παιδιά του Πειραιά»), στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, στις 18 Απριλίου 1961

Για την ιστορία, ο Μάνος Χατζιδάκις μπορεί, ίσως, να διεκδικήσει την πρωτιά του βραβευμένου για τον οποίο η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου κατασκεύασε διπλό αγαλματίδιο! Διότι ναι μεν τού έστειλε το Οσκαρ ταχυδρομικά στην Αθήνα, όμως εκείνο χάθηκε «κάπου στη Γιουγκοσλαβία» και για να φωτογραφηθεί με Οσκαρ, εκείνος δανείστηκε το αγαλματίδιο της Κατίνας Παξινού, που είχε κερδίσει στην τελετή απονομής του 1944 για την ερμηνεία της στην ταινία «Για ποιον χτυπά η καμπάνα».

Λίγο αργότερα, η Ακαδημία τού έστειλε ένα νέο αγαλματίδιο, που αρχικά κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων και σώθηκε από την οικιακή βοηθό του.

Την περίοδο που συνέβαιναν όλα αυτά και τα «Παιδιά του Πειραιά» ακούγονταν από τα ραδιόφωνα της υφηλίου και σκαρφάλωναν στα τσαρτς πολλών χωρών, ο Σπύρος Σκούρας αποφάσιζε να γυρίσει δύο ταινίες στην Ελλάδα, μία με θέμα τη μάχη των Θερμοπυλών («Οι 300 της Σπάρτης») και μία με άξονα τη νίκη του Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896 («Συνέβη στην Αθήνα»). Δίνοντας, μάλιστα, ρόλους σε δυο ελληνίδες ηθοποιούς, την Αννα Συνοδινού και την Ξένια Καλογεροπούλου, με αμοιβές 5.000 και 8.000 δολάρια αντίστοιχα.

Ο πρόεδρος της 20th Century Fox (που, μεταξύ άλλων, είναι εκείνος που «ανακάλυψε» τη Μέριλιν Μονρόε) ζήτησε, δε, από τον Μάνο Χατζιδάκι να του γράψει μουσικές και για τις δύο, που «θα σιγοψιθύριζε το κοινό βγαίνοντας από την αίθουσα», όπως με το «Ποτέ την Κυριακή».

Σύντομα, ο Μάνος Χατζιδάκις συνειδητοποιεί ότι οι παραγωγές είναι μεγάλες και ζητά επαναδιαπραγμάτευση της οικονομικής συμφωνίας του, των 5.000 δολαρίων ανά ταινία (με σημερινή αντιστοιχία, 50.000 δολάρια). Ζητά 7.500 για τους «300», αλλά ο Σκούρας, αρχικά, είναι ανένδοτος. Καταφέρνει όμως να κάμψει την αντίσταση του στούντιο και να τού τα δώσει. Αποδίδει, δε, στην «καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία» του Μάνου Χατζιδάκι τις καθυστερήσεις στην παράδοση.

«Αυτοσχεδιάζει ατέλειωτες ώρες στο πιάνο, διδάσκει προφορικά τα μέρη σε καθένα μουσικό, επιμένει να καλέσει μια τραγουδίστρια από τη Βιέννη που θα μας κοστίσει σχεδόν άλλα 1.000 δολάρια και απειλεί να αποχωρήσει αν δεν δεχθούμε», καταγράφει ο Σκούρας στους φακέλους του. Η δε Fox ενδίδει και πάλι – αν και η φήμη του έλληνα συνθέτη, με τούτα και με κείνα, έχει αμαυρωθεί στους κόλπους των χολιγουντιανών στούντιο.

Επάνω, ο Μάνος Χατζιδάκις με τον Ελίας Καζάν, σκηνοθέτη της ταινίας «Αmerica America». Κάτω, η Κατίνα Παξινού δανείζει στον συνθέτη το Οσκαρ που η ίδια είχε κερδίσει, το 1944

Το 1963 έρχεται η συνεργασία με τον Ελίας Καζάν στο «America America». Απηυδησμένος ήδη από καιρό ο Μάνος με την παγκόσμια… επιτυχία και τις αμέτρητες διασκευές των «Παιδιών του Πειραιά», αποφασίζει να μην υπηρετήσει το «στρεβλό πρότυπο», που έφερε η επιτυχία για την Ελλάδα του μπουζουκιού. Και επιλέγει για τη μουσική του το σαντούρι, ως απάντηση στην «τουριστική κατάχρηση του μπουζουκιού».

«Τη στιγμή που είπα στον Καζάν ότι δέχομαι, η Ακρόπολη είχε γίνει “πράσινη” από το κακό της και οι κιθάρες άρχισαν να παίζουν γλυκανάλατα τα “Παιδιά του Πειραιά”. Ακούγοντάς το, ο Καζάν μού φώναξε αγαναχτισμένα πως δεν θέλει στη μουσική που θα του φτιάξω μπουζούκια. “Συμφωνώ”, του απάντησα», κατέγραφε ο συνθέτης.

Και έπειτα, τον Δεκέμβριο του 1967, εν μέσω χούντας, ήρθε η πρόσκληση από άλλο στούντιο. Από την Paramount, που είχε πλέον περάσει στα χέρια του αυστριακής καταγωγής βιομήχανου Τσάρλι Μπλούντορν (όσοι έχουν δει την πρόσφατη τηλεοπτική σειρά «The Offer», για το παρασκήνιο των γυρισμάτων του θρυλικού «Νονού» του Φράνσις Φορντ Κόπολα και του Μάριο Πούζο, έχουν μια ιδέα…). Και να που και πάλι τα στελέχη του Χόλιγουντ, που έκαναν «τεμενάδες» στο Μάνο Χατζιδάκι, λόγω της επιτυχίας του (πλέον και με το «Τοπ Καπί» του Ζυλ Ντασέν), στο παρασκήνιο έσκαβαν τον λάκκο του «ξένου», που είχε μπει απειλητικός, με το ταλέντο του, στα χωράφια τους.

Το γουέστερν-«ναυάγιο»

«Το 1968, το Χόλιγουντ ζούσε την επανάσταση των λουλουδιών, με πολλά παραισθησιογόνα, με αρκετή διστακτική ερωτική ελευθερία…», κατέγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις μετά την τελική επιστροφή του από το Χόλιγουντ στην Ελλάδα.

«Τον ίδιο καιρό, η Paramount γύριζε ένα φιλόδοξο ποιητικό γουέστερν με σκηνοθέτη έναν Καναδό, τον Narizzano, με πρωταγωνιστές έναν Αγγλο, τον Terence Stamp, κι έναν Μεξικανό, τον Ricardo Montalban, και συνθέτη έναν Ελληνα, εμένα.

»Τότε ήταν που ξενάγησα και φιλοξένησα στην Paramount τους Bee Gees, ενώ κάτω στην εβραϊκή συνοικία οι H.P. Lovecraft τραγουδούσαν το “Μεθυσμένο καράβι” του Ρεμπό. Μέσα σ’ αυτό το μεθυστικό πανηγύρι προσπάθησα να ξεπεράσω σε ομορφιά τον Terence Stamp κι έγραψα αυτή τη μουσική του “Blue”».

Γράφοντας τη μουσική του, ο Μάνος Χατζιδάκις είναι αρχικά ενθουσιασμένος, όπως φαίνεται και από επιστολές του προς τον φίλο του Δημήτρη Βερνίκο: «Ο σκηνοθέτης της ταινίας τυχαίνει να είναι νέος, έξυπνος και δεν μου ζητά μια συμβατική μουσική, ώστε να προκαλεί την περιφρόνησή μου. Ελπίζω να σταθώ τυχερός και να βρεθώ στις δημιουργικές μου στιγμές».

Και έπειτα: «Ενδιαφέρεται και ο πρόεδρος της Paramount… είναι νέος, 30 ετών, και φαίνεται να ξέρει τη μουσική μου. Ζήτησε ν’ ακούσει ό,τι κάνω… Μού παρέχουν όλα τα μέσα να φτιάξω ό,τι ακριβώς θέλω και όπως το θέλω».

Δεν αργεί, όμως, να χαθεί αυτός ο ενθουσιασμός, ενώ ηχογραφεί το σάουντρακ του γουέστερν «Blue» με τη Συμφωνική του Λος Αντζελες και σολίστα τον βραζιλιάνο κιθαρίστα Λαουρίντο Αλμέιντα. Τα γραφόμενά του αλλάζουν: «Το Χόλιγουντ έχει μια δυστυχισμένη και άρρωστη ευτυχία. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι η καθιέρωση, η απόλυτη και ισχυρή καθιέρωση του επαγγελματικού, μουσικού μου εαυτού. Η ζωή μου θα συνεχίσει να είναι όπως διαμορφώθηκε τελευταία. Αυστηρή και απόλυτη, κλειστή».

Τα επόμενα σχέδια, μετά το «Blue», ναυαγούν επεισοδιακά. Στελέχη της Paramount τον κλειδώνουν σε μια αίθουσα των στούντιο για να χάσει το ραντεβού του με τον πρόεδρο και να μη συζητήσει επόμενα σχέδια, όπως κατέγραφα σε ρεπορτάζ μου για το βιβλίο μου «Αληθινά παραμύθια» (εκδ. Καστανιώτης).

«Πέρασα πολλά, απίθανα σε πρωτοτυπία και γκανγκστερισμό», καταγράφει ο ίδιος ο Χατζιδάκις. «Paramount τέλος… Θέλουν δούλους και όχι βασιλικές εξοχότητες σαν την αφεντιά μου… Πολύ τους έπεφτα από την αρχή… Είμαι αποφασισμένος να μη γιορτάσω καμία στενοχώρια μου».

«Σε φάγανε», τού είχε πει, πριν την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Ελίας Καζάν. «Κάνεις λάθος. Απλά έχασα προς το παρόν», φέρεται να ήταν η απάντηση του συνθέτη.

Το επιμύθιο, με δικά του λόγια; «Δεν έμαθα ποτέ ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις, αλλά σαν η ταινία τελείωσε, ήρθε η καταστροφή. Ο Ναριτζάνο έχασε τον φίλο του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, ο Τέρενς Σταμπ χάθηκε μέσα στις παραισθήσεις εκείνου του καιρού και έχασε χρήματα κι εργασίες, του παραγωγού του ’φυγε η γυναίκα, κι εγώ, σαν άλλος Οδυσσέας, επέστρεψα στην πατρίδα μου λυπημένος που δεν ετόλμησα να εξαφανιστώ ή να χαθώ σ’ ένα στενό του Λόρελ Κάνιον ή μέσα στην ομίχλη της Σάντα Μόνικα. Ηταν μια τελευταία ευκαιρία, που έχασα».

Να θεωρήσουμε ότι υπάρχει και μια άλλη πλευρά σε αυτό; «Ο Χατζιδάκις δεν θέλησε ποτέ να είναι μέρος μιας κοινωνίας που δεν θα τον αναγνώριζε ως εξαίρεση. Η αυτοεξορία του από έναν κόσμο χυδαιότητας, φτήνιας και κακογουστιάς, αλλά και η αποκήρυξη της εμπορικής του επιτυχίας θα στοίχειωναν την υστεροφημία του», παρατηρεί ο ιστορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, Ηλίας Χρυσοχοΐδης.

Δεν μπορούμε παρά εδώ, στο φινάλε, να αντιπαραβάλλουμε τα λόγια του ίδιου του Μάνου Χατζιδάκι: «Αδιαφορώ για τη δόξα. Με φυλακίζει μέσα στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News