2706
| ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Το φεγγάρι, το χρυσόψαρο και ο (αξέχαστος) Μάνος Χατζιδάκις

Το φεγγάρι, το χρυσόψαρο και ο (αξέχαστος) Μάνος Χατζιδάκις

«Η Ελλάδα σου μοιάζει Μπλανς Επιφανί / διαθέτει ήθος, αφέλεια, υπομονή. / Κι αν την βιάζουν τακτικά / οι κατακτητές, με επιμονή / τα καταφέρνει, η Ελληνίς Επιφανί, / να παραμένει πάντα παρθένος και γυμνή». Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά θα ήθελα να απιθώσω εδώ αυτά τα γλαφυρά – περί Ελλάδος – στιχάκια, σε ρυθμό εμβατηρίου. Σπονδή στην μ.Χ. μυθολογία, που ογκώνεται στα 25 ακριβώς χρόνια (σήμερα) που μας χωρίζουν από την αποδημία του.

Δεν είναι παρά ένα μικρό, σύντομο και στιχουργικά και μουσικά, επίμετρο του αξέχαστου Μάνου Χατζιδάκι από την παράσταση «Πορνογραφία», που ανέβηκε και κατέβηκε σε λιγότερο από δύο μήνες στο Θέατρο Σούπερ Σταρ, το 1982. Όμως πρόλαβε να μας σημαδέψει με την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» (Σαν παλιό σινεμά), το «Έλα σε μένα», ακόμη και με την «Παναγία των Πατησίων» με την Γιάννα Κατσαγιώργη. Είναι η εποχή που χάρη στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» και τη μετάφραση της Έλενας Ακρίτα κάνουν επιτυχία τα στριπάκια από το γαλλικό ερωτικό κόμικ (είχε ξεκινήσει το 1967) «Μπλανς Επιφανί», με την μικρούλα και αθωοτάτη Μπλανς να καταλήγει πάντα γυμνή. Σαν την Ελλάδα, κατά τον Μάνο Χατζιδάκι, που την περιέλαβε με δύο τραγούδια, ένα σε δικούς του στίχους – τους παραπάνω – και ένα του Άρη Δαβαράκη στην κατά τα άλλα εμπορικά αποτυχημένη «Πορνογραφία».

Εδώ είμαστε. Στους στίχους του Μάνου Χατζιδάκι. Ας είναι αυτή η σπονδή μας σε τούτη την επέτειο. «Τον Μάνο Χατζιδάκι πολλοί τoν ξέρουν ως μουσικό, αλλά λίγοι ως ποιητή», όπως είχε παρατηρήσει, σωστά, η Αρλέτα σε μία συναυλία της, το καλοκαίρι του 1990, στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας. Όπως και ο ποιητής Θάνος Φωσκαρίνης. Πόσα ξέρουμε λοιπόν γι’ αυτή την άλλη πλευρά του… φεγγαριού, μ.Χ.; Έγραψα φεγγάρι και είναι σαν να κατέγραψα έναν από τους σημαντικούς του – και στιχουργικούς – προσωπικούς κώδικες: «Το φεγγάρι είναι κόκκινο», «Με δυο φεγγάρια στην καρδιά…» (Ερωτική άσκηση για δύο), «Χίλια πουλιά να σκίζουν το φεγγάρι…» (Κρίση), «Το φεγγάρι τρέχει, βιάζεται, να κρυφτεί απ’ την απειλή…» (Δυο παιδιά μεσ’ τη βροχή), «Φεγγάρια μου παλιά, καινούργια μου πουλιά…» (Τ’ αστέρι του βοριά)…

Χωρίς να ξεχνάμε και αυτά: «Χάρτινο το φεγγαράκι» (Νίκος Γκάτσος), «Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι…» (Αγάπη πού’ γινες δίκοπο μαχαίρι, Μιχάλης Κακογιάννης), «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι (Νότης Περγιάλης και Γιώργος Εμιρζάς), «Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι…» (Γιάννης Ιωαννίδης και Παναγιώτης Κοκοντίνης), «Με λεν’ τρελή του φεγγαριού…» (Στου Διγενή τα κάστρα, Νίκος Γκάτσος), «Αίμα στο επικίνδυνο φεγγάρι…» (Νυχτερινό Γ, Ντίνος Χριστιανόπουλος), «Αγάπη μου, σε γύρευα σ’ αυγή και σε φεγγάρι…» (Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς, Γιάγκος Αραβαντινός), «Ένας ναύτης στο φεγγάρι» (Μίλτος Σαχτούρης), «Μικραίνει το φεγγάρι σαν ζωντανό σφουγγάρι» (Νίκος Γκάτσος)…

Τραγούδια ορισμοί

Και μια και ξεκινήσαμε με μια εμπορική αποτυχία, ας πάμε στον ποιητή – στιχουργό Μάνο Χατζιδάκι σε τρεις μεγάλες, θεατρικές και κινηματογραφικές, επιτυχίες: Πρώτα, στο Θέατρο Αθηνών του 1961, όπου ανεβάστηκε το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο, από τον θίασο Δημήτρη Μυράτ, σε δική του σκηνοθεσία. Εκεί ο Μάνος Χατζιδάκις καταρχάς έδινε με ένα κείμενό του έναν βαρυσήμαντο – όπως αποδείχτηκε με τα χρόνια – ορισμό, με την φωνή και την συγκίνηση του Δημήτρη Μυράτ: «Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι εσείς κι εγώ». Ο ίδιος ορισμός που αντήχησε και στο Εθνικό Θέατρο τούτη τη θεατρική σεζόν, χάρη στον Δημήτρη Μαυρίκιο.

Ορισμός ανάλογης εμβέλειας με τον άλλον, που είχε δώσει ο Μάνος Χατζιδάκις, με την φωνή του φίλου του Δημήτρη Χορν αυτή την φορά, σε δικό του κείμενο, στην άλλη επιτυχημένη παράσταση: «Οδός Ονείρων», 1962, Θέατρο Μετροπόλιταν, κείμενα – σκηνοθεσία Αλέξης Σολομός. «Ηθοποιος σημαίνει φως. Είναι καημός πολύ πικρός και στεναγμός πολύ μικρός». Προσθέτοντας εκεί και μια συγκινητική διαπίστωση, με την φωνή του Γιώργου Μαρίνου: «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά». Με την ίδια διεισδυτικότητα που μας προειδοποιούσε για το «αυγό του φιδιού», που σπάει, και μας ταρακουνούσε: «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη και να μας τρομάζει η ομορφιά».

Εκείνο που ξέρουν ακόμη λιγότεροι είναι ότι του ανήκουν και οι στίχοι μιας μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας. «Μες σ’ αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή / κι έχω συντροφιά μου κάτασπρο πουλί…» και «Θάλασσα πλατιά / σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις…», από την θρυλική «Μανταλένα» του 1960, με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που τραγουδήθηκαν ακόμη και από τον Χάρι Μπελαφόντε (στα ελληνικά). Η ταινία του Ντίνου Δημόπουλου βασιζόταν σε παλιά, πραγματική ιστορία στην Αντίπαρο, όπου και γυρίστηκε, που ανέσυρε ο Γιώργος Ρούσσος που υπέγραφε και το σενάριο. Τα τραγούδια είχαν αρχικά ηχογραφηθεί σε μαγνητοταινία, που πήρε η Αλίκη στη διάρκεια των γυρισμάτων, με την Νάνα Μούσχουρη. Όμως εκείνη θέλησε τελικά να τα ξαναγράψει η ίδια για την ταινία.

Το «όχι» της Τζένης Βάνου

Για άλλους λόγους έφτασαν να σημαδευθούν από την φωνή και την ερμηνεία της άπειρης στο τραγούδι ηθοποιού Ζωής Φυτούση άλλα δύο – σημαδιακά για την δημιουργία του – τραγούδια. Για την επιτυχημένη παράσταση που λέγαμε, το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε». «Ο ταχυδρόμος πέθανε» – βασισμένο, κατά μία εκδοχή, επίσης σε αληθινή ιστορία που είχε ακούσει ο Μάνος Χατζιδάκις – το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο» και «Η πέτρα», το οποίο ερμήνευσε η ηθοποιός και σύζυγος του Δημήτρη Μυράτ, Βούλα Ζουμπουλάκη (εμφανιζόταν και στην κατά Κακογιάννη «Στέλλα»). Και τα τρία ήταν να τα τραγουδήσει η μεγάλη Τζένη Βάνου, την οποία θαύμαζε ο Μάνος. Εκείνη όμως τελικά αρνήθηκε, φοβούμενη να «προδώσει» τον Μίμη Πλέσσα που της είχε χαρίσει μεγάλες επιτυχίες. Είμαστε στον Οκτώβριο του 1961 και ο Μίμης Πλέσσας ήταν «στα μαχαίρια» με τον Μάνο Χατζιδάκι, που τον είχε αποκαλέσει «διαφημιστή μουσικό», για να εισπράξει την σπόντα (για τους χορηγούς στο Τρίτο Πρόγραμμα) «εγώ διαφημίζω μουσική, όχι μακαρόνια».

Σε εκπομπή στο Γ’ Πρόγραμμα, το 1978

Σαν χαριτωμένο παιχνίδι, με έναν ακόμη κώδικά του, την γάτα και ένα «Χρυσόψαρο», ήταν οι στίχοι του Μάνου Χατζιδάκι για την ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», με ερμηνευτές τον Ντίνο Ηλιόπουλο και την Τζένη Καρέζη, το 1959. «Η γάτα λέει: Για δες το κοροϊδάκι, / με πίστεψε ότι το αγαπώ. / Μα λέει και το κουτό χρυσοψαράκι: / Τι κούνια που σε κούναγε, πω-πω πω-πω!». Εκεί και το δικό του επίσης «Δεν μπορεί κανείς να ξέρει». Στο πνεύμα των παιδικών τραγουδιών, που ήταν και οι πρώτες του, εφηβικές, στιχουργικές απόπειρες από τις αρχές της δεκαετίας του ’40. Και μια και μιλούσαμε για γάτα, ανάλογο σύμβολο αποφάσισε να χρησιμοποιήσει, σχεδόν αυτοβιογραφικά, στους στίχους για την θεατρική εμπορική αποτυχία του 1962 «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, στο Ρεξ. Σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και σκηνογραφία Νίκου Εγγονόπουλου. Με την Αλίκη Βουγιουγκλάκη στην πρώτη της θιασαρχική προσπάθεια και τον Τζαβάλα Καρούσο. Στην συλλεκτική πλέον δισκογράφηση, που κράτησε εννέα μήνες, η Ευγενία Βάλβη (έπειτα Συριώτη) τραγουδούσε τους στίχους του: «Η μητέρα μου ήταν γάτα / κι ο παππούς μου αϊτός / έτσι μ’ έφερε και μένα / σε μια νύχτα ο κεραυνός». Επηρεασμένος από τον σουρεαλιστή Εγγονόπουλο, χρόνια αργότερα, το 1983, παρέδιδε μαζί με τις «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς», στη φωνή και την ερμηνεία της Νένας Βενετσάνου, στίχους για «Ερωτική άσκηση για δύο» και «Ερωτική άσκηση για τέσσερις» και την ιστορία μιας παράξενης ηρωίδας, της «Μαριάνθης των ανέμων»: «Μέσα από άγνωστο χωριό κοντά στον Παρνασσό / ξεκίνησα για να δοκιμαστώ / κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό / τους έκοψα τον ένα τους μαστό».

Με την αγαπημένη του Αλίκη Βουγιουκλάκη, το 1962 (ΑΠΕ)

Να θυμηθούμε ακόμη δύο αγαπημένα τραγούδια του που συνήθως ξεχνάμε ότι ο Μάνος Χατζιδάκις υπογράφει και τους πολυτραγουδισμένους στίχους τους: «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου / μα δεν ξέρω ποια ‘ναι», με το οποίο απέσπασε το βραβείο στο Α’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του 1959 η Νάνα Μούσχουρη και ηχογραφήθηκε παράλληλα από την Γιοβάννα και την Ζωή Μάγκου, την Τζένη Βάνου με τον Τώνη Μαρούδα και το Τρίο Μορένο, την Λόλα Τσουκάτου. Και πολύ σύντομα από τους Four Coins στα αγγλικά, από τον Ζορζ Μουστακί στα γαλλικά, από τη Βίκυ Λέναδρος και από την Μαριάνα Ντερζά στα γιουγκοσλαβικά.

Στο Γ’ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, με τη Νάνα Μούσχουρη επίσης, διακρίθηκε και το άλλο στιχουργικό διαμάντι του, ο «Κυρ Αντώνης», που όμως ηχογραφήθηκε με την επίβλεψη του Μίκη Θεοδωράκη από τους Στέλιο Καζαντζίδη και Μαρινέλλα, με τον Μανώλη Χιώτη στο μπουζούκι και έγινε μεγάλη λαϊκή επιτυχία. Εντυπωσιακό: με λίγες ημέρες διαφορά, το καλοκαίρι του 1961 το ηχογράφησαν η Νάνα Μούσχουρη, ο Διαμαντής Πανάρετος (με το θρυλικό «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά» σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου στην δεύτερη όψη του δίσκου 45 στροφών), η Νινή Ζαχά και ο Πάνος Γαβαλάς με την Ρία Κούρτη!

Δική του στιχουργικά και μουσικά και «Μια πόλη μαγική», που πρωτακούστηκε στους τίτλους της ταινίας «Μαγική πόλις» του Νίκου Κούνδουρου από την Ζωή Μάγκου, το 1954, αλλά ηχογραφήθηκε το 1963 από την Ελένη Λαμπίρη, που ήταν γνωστή και με τα ονόματα Έλσα Λάμπο και Έλσα Μαργαρίτη. Και, βέβαια, δικοί του και οι στίχοι στο Όσκαρ Τραγουδιού «Τα παιδιά του Πειραιά», που με έναν τρόπο είχε αποκηρύξει την μεγάλη επιτυχία του, αλλά δήλωνε ότι αυτό του «αγόρασε» το διαμέρισμα στην Ρηγίλλης.

Το παιδί και η πνιγμένη κόρη

Κατά κάποιους μελετητές, κομβική ήταν η στιχουργική εμμονή του Μάνου Χατζιδάκι και για το «παιδί»: «Ένα παιδί τριανταφυλλί / ήρθε μου πήρε το φιλί / κι έγινε δέντρο αμάραντο / μεσ’ την παρθένα πλάση» (Σχέδιο για ένα δημοτικό τραγούδι), «Κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι / φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι», «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο / κυνηγάνε τους αστούς / πετσοκόβουν τα κεφάλια / από εχθρούς και από πιστούς», «Τα παιδιά που αγαπηθήκανε/ φύγαν σ’ άλλην εποχή (Δυο παιδιά μες τη βροχή) «Παιδί της γης / παιδί τραγουδισμένο / έτσι που σε φαντάζομαι / σαν αστραπή», «Ένα παιδί/ απο τ’ αντικρινό παράθυρο/ με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι» (Ιδιωτική στιγμή)… «Τα νεανικά χρόνια μου εξακολουθώ να ζω», ήταν το δικό του… διότι. Σε όποια ηλικία.

Στίχους του Μάνου Χατζιδάκις αξιοποίησαν και άλλοι συνθέτες. Όπως ο στενός συνεργάτης του Γιώργος Ρωμανός την «Πνιγμένη κόρη» στις «Μπαλάντες» του, το 1965. Λίγοι θυμούνται ότι ακόμη και ο Γιάννης Πουλόπουλος είχε τραγουδήσει στίχους Χατζιδάκι, το 1965, στο τραγούδι του Δήμου Μούτση «Μέσα στο παλιό μου σπίτι». Και μάλιστα μερικούς μήνες πριν από το Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Νότης Μαυρουδής του – τότε – Νέου Κύματος μελοποίησε αποκλειστικά Μάνο Χατζιδάκι, από το 1977 ακόμη, στον δίσκο του «Παιδί της γης». Ανάμεσά τους και το λυρικό ποίημα «Κρίση», με την Αρλέτα, το οποίο μελοποιήθηκε αργότερα και από τον Σταύρο Ξαρχάκο για τη Νάνα Μούσχουρη και το δίσκο του «Αγάπη είν’ η ζωή» (1994): «Κρίση την είπαν την ορμή / που φτιάχνει η αγάπη μέσα στο λιβάδι…».

Σε φωτογραφία από το προσωπικό του αρχείο (ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ)

Σε όλα, για όλα είχε τον δικό του ορισμό για το σύνολο των τραγουδιών, για το σύνολο των μουσικών και στιχουργικών λογισμών του: «Το τραγούδι μου είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας» (από το βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδόσεις Ίκαρος, 1988).

Όσο διογκούται η μ.Χ. μυθολογία και άλλοι μουσικοί, όπως ο Κωνσταντίνος Βήτα, ο Στάθης Άνινος και η Δανάη Παναγιωτοπούλου, καταφεύγουν στους στίχους του ή στα αιχμηρά, προφητικά κείμενά του. Σαν να είναι αυτό τρόπος κατανόησης, ακόμη και για το Μετά του. Σαν να το είχε προβλέψει: «Τώρα που ζω μαζύ σου βαθειά και απόλυτα, θέλω να μάθεις ποιός υπήρξα, ποιός είμαι, τι σκέφθηκα, πώς έζησα και τι συνέθεσε αυτό που οι άλλοι συνηθίσανε να αποκαλούνε παρουσία», έγραφε στην – και στιχουργική του – «Μυθολογία», το 1965.

Αφήνοντας, λοιπόν, όλα αυτά τα στιχάκια του, ως σπονδή στον βωμό της μ.Χ. μυθολογίας για τούτη την 25η επέτειο από την αποδημία του, ας τον αφήσουμε μέχρι την επόμενη να μας πει μια γλυκιά «Καληνύχτα» (Ερωτικό), που μελοποίησε πολύ πρόσφατα ο νέος συνθέτης Μιχάλης Καλογεράκης για τον Απόστολο Κίτσο και το άλμπουμ τους «Κάτι παράξενο» (Μικρή Άρκτος»). Πρόσφορη για ανακάλυψη και από όσους, πολλούς, τον ανακαλύπτουν στο Μετά του: «Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή / μιαν άλλη που δε θα υπάρχω / μη φοβηθείς. / Και θα με βρεις, είτε σαν άστρο / όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα / Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει / Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς / διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος. (…) Το πρόσωπό μου φωτεινό / να σχηματίζει αστερισμό / να σου χαμογελάει / και να σου ψιθυρίζει / Καλή νύχτα».

Ο ΕΠΟΝίτης «Γρανίτης» και τα παιδιά

Στο κτίριο της Σπύρου Μερκούρη, όπου συστεγάζονταν το Ζ’ Γυμνάσιο Αρρένων και το Δ’ Γυμνάσιο Θηλέων και αποτέλεσε έδρα της Ενιαίας Πανελλαδικής Οργάνωσης Νέων, μετά την μεγάλη πείνα του 1941-42, συντάχθηκε με τις τάξεις της ΕΠΟΝ ο Μάνος Χατζιδάκις. «Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών», όπως το αιτιολογούσε ο ίδιος. Είμαστε στο 1943, τη χρονιά που γνωρίστηκε με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο έφτιαχναν, όπως έλεγαν, «με ένα μικρό λεξιλόγιο έναν ολόκληρο κόσμο». Άλλωστε και η καλλιτεχνική φλέβα και φόρα του Μάνου εκτονώνεται καταρχάς στα στιχουργήματα.

Το σκληρό Δεκέμβρη του 1944, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Μάνος έστησε ένα χριστουγεννιάτικο ορατόριο – σε δικούς του στίχους, εμπνευσμένους από τα βάσανα που έβλεπε γύρω του – για λογαριασμό της ΕΠΟΝ Παγκρατίου, στο «Παλάς». Κάποιους από τους – χαμένους πια – στίχους φέρεται να θυμάται ο μαθητής τότε και μετέπειτα καθηγητής Κώστας Καρούμπαλος (στο musicpaper.gr): «Η γέννησή Σου, Χριστέ / των Λαών την προσπάθεια φωτίζει / να σκορπίσουν τα μαύρα σκοτάδια / και να λάμψει το φως Λευτεριάς».

Ο Μάνος Χατζιδάκις (αριστερά) με έναν φίλο του στο κέντρο της Αθήνας, την περίοδο της Κατοχής, όταν έγραφε μουσική για το θεατρικό έργο «Απόψε θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού και χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας (1945), ο Μάνος Χατζιδάκις διαλέγει το ψευδώνυμο «Πέτρος Γρανίτης» – εμπνευσμένο από τον Στάλιν – για τη συνεργασία του, με την στήλη «Τ’ αετόπουλά μας», που υπογράφει κυρίως η Νίκη Στέφη (Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη), στο επίσημο περιοδικό της ΕΠΟΝ «Νέα Γενιά». Αλλά και στην πολυγραφημένη έκδοση του Τμήματος Μόρφωσης – Διαφωτισμού της ΕΠΟΝ, σε βιβλίο, «Τραγούδια και Ποιήματα». Με στίχους για παιδιά – κάτι που και αργότερα, πάντα, ήταν αφετηρία του στους στίχους παιδιές, που έγραφε και για ταινίες, όπως το «Χρυσόψαρο» ή η «Μανταλένα» – όπως: «Δεν πηγαίνει στο σκολειό… / Πώς να πάει η καψερούλα, / αφού έμεινε στο σπίτι / μοναχή νοικοκυρούλα;». Αλλά και μια βραδινή και μια πρωινή Προσευχή, ή ένα νανούρισμα, το οποίο μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και σηματοδοτεί την πρώτη τους συνύπαρξη σε τραγούδι: «Καληνύχτα, καληνύχτα, / ξάπλωσε παιδάκι / Καληνύχτα, καληνύχτα, / κι όνειρα γλυκά. / Το φεγγάρι σαν το καντηλάκι / μας φωτίζει, πάλι μαγικά». Νανούρισμα, το οποίο ακούστηκε και στην δημοφιλή ραδιοφωνική εκπομπή της Θείας Λένας (Αντιγόνης Μεταξά), «Η ώρα του Παιδιού», στο ΕΙΡ. Η επόμενη συνύπαρξή τους σε τραγούδι ήταν το 1985, στο «Ψυγείο», σε στίχους Χατζιδάκι, μουσική Θεοδωράκη και ερμηνεία του Θανάση Μωραΐτη: «Στο τηλέφωνό σου / όλοι οι αριθμοί / έχουν παραλήπτη / μια ζωή νεκρή…».

Λυρισμός, σε συνύπαρξη με έναν ιδιότυπο σουρεαλισμό, διαπνέει τα περισσότερα παιδικά του στιχουργήματα. Και «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο», που γράφτηκε την ίδια περίοδο και ακούστηκε στην δεύτερη θεατρική παράσταση την οποία έντυσε με μουσική του ο Μάνος: το «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου, στο Βρετάνια, το Νοέμβριο του 1945. Παράσταση που ανέβασαν οι «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» και την αποθέωσε κριτικά, στον «Ριζοσπάστη», ο Νίκος Ζαχαριάδης. Στο «καλοκαίρι» για πρώτη φορά θίχτηκε το θέμα των συνεργατών των ναζί. Για την ιστορία: Η ερμηνεύτρια του Μάνου εκεί ήταν η του ελαφρού Λίτσα Σακελλαρίου. Και οι στίχοι του ήταν διαφορετικοί: «Τα παιδιά κάτου στον κάμπο / στήσαν όλα το χορό / και λυγάνε τα ποτάμια / και καρφώνουν τον αϊτό». Την παιδική χορωδία διηύθυνε το μέλος της ΕΠΟΝ Νέας Σμύρνης, Μίκης Θεοδωράκης.

Στο παιδικό του στιχούργημα «Κυπαρισσάκι», που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Γενιά», βασίστηκε και το ομότιτλο τραγούδι του, «Κυπαρισσάκι είν’ αψηλό / το παλληκάρι π’ αγαπώ», που με την ερμηνεία της Νάνας Μούσχουρη μοιράστηκε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ του ΕΙΡ, το 1960, με το άλλο του τραγούδι, «Η τιμωρία»: «Σ’ αυτή τη χώρα τη μικρή / που μοίρα δεν τη μοίρανε / ήρθανε και μ’ αφήσανε / μια παγωμένη αυγή».