1530
Όσοι είναι ευαίσθητοι στο κρύο, χρειάζεται να έχουν τα χέρια και τα πόδια τους ζεστά | Creative Protagon | Shutterstock

Η αιώνια μάχη για το καλοριφέρ στο γραφείο

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 22 Νοεμβρίου 2016, 09:30
Όσοι είναι ευαίσθητοι στο κρύο, χρειάζεται να έχουν τα χέρια και τα πόδια τους ζεστά
|Creative Protagon | Shutterstock

Η αιώνια μάχη για το καλοριφέρ στο γραφείο

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 22 Νοεμβρίου 2016, 09:30

Η εξωτερική θερμοκρασία έχει κάνει βουτιά αυτή την εποχή, υπάρχουν όμως άνθρωποι που εξακολουθούν να ζεσταίνονται και να σηκώνουν τα μανίκια τους. Αν λοιπόν συμβαίνει να δουλεύετε σε ένα γραφείο με κεντρική θέρμανση  το πιθανότερο είναι ότι έχουν ήδη αρχίσει και εκεί οι συνηθισμένες διαμάχες μεταξύ συναδέλφων με θέμα τον θερμοστάτη. Γιατί αν υπάρχει ένα ζήτημα που εγγυημένα μας κάνει όλους να φουντώνουμε τότε είναι σίγουρα αυτό. Την ώρα που οι μισοί καλωσορίζουν τη θαλπωρή του καλοριφέρ, οι υπόλοιποι νιώθουν ότι πνίγονται.

Είναι το αιώνιο πρόβλημα που χωρίζει τους εργαζόμενους (παγκοσμίως) σε δύο στρατόπεδα. Μια έρευνα του 2015 σε γραφεία στις ΗΠΑ, αποκάλυψε μάλιστα ότι το 42% τοις εκατό των εργαζομένων νομίζουν ότι το περιβάλλον εργασίας τους είναι πολύ ζεστό, σε αντίθεση με το 56% που πιστεύουν ότι είναι πάρα πολύ κρύο. «Αυτή την εποχή, προκαλούνται οι περισσότερες διενέξεις στους χώρους εργασίας από οποιαδήποτε άλλη», λέει σε συνέντευξή του στους Times του Λονδίνου ο καθηγητής Mάικ Τίπτον, ερευνητής του Extreme Environments Laboratory στο Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ. «Ως άνθρωποι, είμαστε εξαιρετικά ευαίσθητοι στις αλλαγές της θερμοκρασίας, ωστόσο υπάρχουν και ατομικές διαφορές που καθορίζουν πώς ανταποκρινόμαστε σε μια πτώση ή σε άνοδό της», λέει.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι εργοδότες είναι υποχρεωμένοι μεν από τον νόμο να διατηρούν μια «λογική» θερμοκρασία στους χώρους εργασίας, αλλά πέρα από αυτό οι συστάσεις είναι ασαφείς. Η ελάχιστη θερμοκρασία των 13ο C προτείνεται για εκείνους που απασχολούνται σε μια επίπονη εργασία και οι 16ο C για όσους κάνουν δουλειά γραφείου. «Αλλά αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν απόλυτη νομική υποχρέωση», λέει η Κέιτ Φιλντ, από το Ίδρυμα Επαγγελματικής Ασφάλειας και Υγείας και συμπληρώνει επίσης, ότι «δεν αναφέρουν ποια πρέπει να είναι η μέγιστη θερμοκρασία». Μια έρευνα του Lawrence Berkeley National Laboratory στις ΗΠΑ κατέληξε πάντως στο συμπέρασμα ότι η «ιδανική» θερμοκρασία γραφείου είναι 21ο – 22ο C.  Ακόμη και με αυτή όμως δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι.

FLICKR_Phil_Whitehouse
Αν μπορούσαν να επιλέξουν, οι περισσότεροι άνδρες θα προτιμούσαν θέσεις εργασίας στις πιο δροσερές περιοχές των γραφείων ( Phil Whitehouse/FLICKR)

Ο όρος «θερμική άνεση» έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων, που άρχισαν να ερευνούν γιατί κάποιοι από εμάς δεν μπορούν να ανεχθούν ούτε καν μια μικρή πτώση της θερμοκρασίας στον χώρο εργασίας, χωρίς να υποφέρουν. Βρήκαν μάλιστα ότι γενικά υπάρχει επίσης μια διαφορά μεταξύ των φύλων. Οι περισσότερες γυναίκες παραπονούνται ότι παγώνουν, ενώ οι άνδρες συνεχίζουν να κυκλοφορούν με μακό. «Οι άνδρες και οι γυναίκες τείνουν να έχουν διαφορετική φυσιολογία και αντίληψη της θερμοκρασίας. Στον χώρο εργασίας λοιπόν γίνεται μια μάχη των φύλων για το πόσο ψηλά θα μπει ο θερμοστάτης που μπορεί άνετα να ανταγωνιστεί τον αγώνα για το τηλεχειριστήριο στο σπίτι», λέει ο Τίπτον.

Σε δικές του μελέτες, ο Τίπτον έχει δείξει ότι η θερμοκρασία των άκρων μας είναι αυτή που ενεργοποιεί την αντίληψή μας για το πόσο (δυσάρεστα) ζεστά ή κρύα αισθανόμαστε. Οι γυναίκες είναι περισσότερο επιρρεπείς σε παγωμένα χέρια και πόδια και αισθάνονται το κρύο  πριν από τους άνδρες, πράγμα που εν μέρει οφείλεται στις ορμόνες. «Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα οιστρογόνα (γυναικείες ορμόνες) συμμετέχουν στη ρύθμιση του συστήματος που κλείνει τα αιμοφόρα αγγεία και επιβραδύνει τη ροή του αίματος προς στα χέρια και τα πόδια», λέει ο Τίπτον.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ ανακάλυψαν εξάλλου ότι ο μέσος όρος της θερμοκρασίας στα γραφεία ορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες των μεσήλικων ανδρών οπότε είναι ξεκάθαρο γιατί μαίνονται οι «μάχες του θερμοστάτη». Ο δρ Μπόρις Κίνγκμα, βιοφυσικός στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ και επικεφαλής μιας έρευνας που δημοσιεύθηκε πέρυσι στο περιοδικό Nature, λέει ότι στους περισσότερους χώρους εργασίας οι θερμοστάτες λειτουργούν σύμφωνα με «ένα μοντέλο θερμικής άνεσης που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1960» και βασίζεται σε έναν τύπο που προκύπτει από τον μεταβολικό ρυθμό (πόσο γρήγορα το σώμα παράγει θερμότητα) ενός 40χρονου άνδρα βάρους 70 κιλών. Οι γυναίκες, όμως με μικρότερα σώματα και αναλογικά υψηλότερα επίπεδα λίπους, έχουν συνήθως χαμηλότερους ρυθμούς μεταβολισμού, πράγμα που κατά τον Κίνγκμα σημαίνει ότι για να νιώσουν άνετα  στο γραφείο χρειάζονται 3ο C περισσότερο.

Coldness_1290_400520170
Οι γυναίκες είναι πιο ευαίσθητες στις αλλαγές θερμοκρασίας και αντιλαμβάνονται πιο γρήγορα το κρύο (Shutterstock)

Πράγματι, παρακολουθώντας μια ομάδα νεαρών γυναικών εργαζομένων σε γραφείο, ο Κίνγκμα και η ομάδα του μέτρησαν τη θερμοκρασία στα χέρια και στην κοιλιά τους καθώς και την εσωτερική θερμοκρασία τους, και βρήκαν ότι ο μέσος μεταβολικός ρυθμός τους είναι 20%-32% χαμηλότερος από τα ποσοστά που χρησιμοποιούνται για την δημιουργία των διαγραμμάτων θέρμανσης γραφείου. «Αυτό επιδεινώνεται και από το γεγονός ότι τα περισσότερα γραφεία είναι πλέον ενιαία» επισημαίνει ο Τίπτον και λέει ότι «ο χώρος εργασίας δεν είναι οργανωμένος σύμφωνα με τις θερμικές προτιμήσεις των ανθρώπων. Αν αυτό γινόταν, είναι σχεδόν βέβαιο ότι περισσότερες γυναίκες θα καθόντουσαν στις πιο ζεστές περιοχές και οι περισσότεροι άνδρες στις  πιο δροσερές.»  Στο μέλλον, υποθέτει ότι τα γραφεία θα σχεδιάζονται έτσι ώστε να  καλύπτουν τις ανάγκες όλων, αλλά εν τω μεταξύ, πρέπει να βρει κανείς τρόπους για να διαχειριστεί την θερμική του άνεση.

Κατ’ αρχάς, όσοι είναι ευαίσθητοι στο κρύο, χρειάζεται να έχουν τα χέρια και τα πόδια τους ζεστά. Για το λόγο αυτό, επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια έχουν σχεδιάσει θερμαινόμενα υποπόδια που καίνε το πολύ όσο μια λάμπα των 160W. «Είναι πολύ χαμηλότερο από τις κακοσχεδιασμένες ηλεκτρικές συσκευές των 1.000W που κυκλοφορούν στην αγορά και δεν εξοικονομούν ούτε χρήματα ούτε ενέργεια.», λέει ο καθηγητής Έντουαρντ Άρενς, διευθυντής του Κέντρου Environmental Design Research. Και προσθέτει ότι με την αύξηση της θερμοκρασίας στα πόδια και στους καρπούς, η θερμοκρασία του χώρου μπορεί ουσιαστικά να μειωθεί κατά περίπου 2ο C, πράγμα που αντιστοιχεί σε μείωση της συνολικής θέρμανσης και ψύξης του κτιρίου κατά 20%. Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη, αφού «για να θερμάνεις ένα κτίριο χρειάζεσαι περίπου 100 φορές περισσότερη ενέργεια από ό,τι για τη θέρμανση των ποδιών», λέει. Για να συμπληρώσει ότι το απέδειξαν  «σε ένα κτίριο γραφείων στην πανεπιστημιούπολη, μειώνοντας το κόστος για τη θέρμανση κατά 50%, χωρίς να αλλάξει η αίσθηση των ανθρώπων».

Ο Άρενς και η ομάδα του έχουν επίσης αναπτύξει hi-tech θερμαινόμενους πάτους. «Τα παραδοσιακά πέλματα βοηθάνε επίσης, αλλά είναι πολύ ογκώδη», λέει. «Οι δικές μας θερμαινόμενες σόλες ταιριάζουν σε συμβατικά παπούτσια, και τροφοδοτούνται από ένα μαγνητικό πεδίο που μεταδίδεται από ένα χαλάκι δαπέδου. Θα μπορούσε να είναι ένας εξαιρετικά αποτελεσματικός και οικονομικός τρόπος για να γίνουν τα κτίρια πιο άνετα και ενεργειακά πιο αποδοτικά.» Μέχρι στιγμής, πάντως οι εφευρέσεις του Άρενς δεν είναι διαθέσιμες στο εμπόριο.

Πέρα από την άνεση, υπάρχει διαφορά, όταν υπερθερμαίνουμε ή «παγώνουμε» το χώρο της εργασίας; Ο Φιλντ λέει ναι, καθώς «υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά η λήψη αποφάσεων όπως και να υπάρχει δυσκολία συγκέντρωσης των εργαζομένων». Η παραγωγικότητα σε εργασίες που απαιτούν, για παράδειγμα, πληκτρολόγηση πέφτει όταν κάνει κρύο -μία μελέτη δείχνει ότι η παραγωγή έργου μειώθηκε κατά το ήμισυ ενώ το ποσοστό των λαθών υπερδιπλασιάστηκε σε μια ομάδα γυναικών δακτυλογράφων, όταν η θερμοκρασία του χώρου μειώθηκε από 25ο C σε 20ο C- ενώ ένα ελαφρώς δροσερό περιβάλλον έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να κρατήσει τους εργαζόμενους σε κατάσταση εγρήγορσης. Η θερμοκρασία περιβάλλοντος έχει αποδειχθεί ότι βοηθάει τη δημιουργική σκέψη, αλλά αν είναι πολύ ζεστή (πάνω από 27ο C) περιορίζει την ικανότητά μας να εκτελούμε γνωστικές και μαθηματικές εργασίες.

Πριν από δύο χρόνια, ψυχολόγοι του Πανεπιστημίου του Λάιντεν στην Ολλανδία προσπάθησαν να ανατρέψουν το επιχείρημα ότι η δύναμη του εγκεφάλου και η απόδοση της εργασίας επιδεινώνονται σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, χωρίζοντας εθελοντές σε ομάδες ανάλογα με το αν προτιμούν ένα θερμό ή ένα ψυχρό γραφείο. Σε κάθε ομάδα δόθηκε μια σειρά από γνωστικά τεστ που έπρεπε να τα κάνουν σε τρία γραφεία με διαφορετική θέρμανση, με 25ο C, 15ο C και 20ο C, αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι κάθε συμμετέχοντες είχαν καλύτερα αποτελέσματα όταν έκανα το τεστ στο γραφείο με τη θερμοκρασία που προτιμούσαν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει σωστή ή λάθος θερμοκρασία γραφείου. Είναι όμως πιθανό το ανώτατο δικό σας όριο να είναι αντίστοιχα το χαμηλότερο του συναδέλφου σας. Σύμφωνα με τον Τίπτον πάντως «μια σταθερή θερμοκρασία χωρίς απότομες αλλαγές, είναι πιο σημαντική από την απόλυτη θερμοκρασία στο χώρο εργασίας. Μπορούμε να μάθουμε να ζούμε με μικρές παραλλαγές και έχουν μικρότερο αντίκτυπο από ό, τι μπορείτε να σκεφτεί κανείς

Τρεις λόγοι για να χαμηλώσουμε τη θερμοκρασία στο χώρο μας

Άσθμα και αλλεργίες
Η έκθεση σε αλλεργιογόνα εσωτερικού χώρου μπορεί να αυξηθεί κατά τους χειμερινούς μήνες, καθώς οι άνθρωποι περνούν περισσότερο χρόνο σε θερμαινόμενους χώρους με τα παράθυρα κλειστά, δηλαδή περιβάλλον εξαιρετικό για τα ακάρεα της σκόνης.

Αύξηση βάρους
Μια μελέτη που έγινε πριν από δύο χρόνια από στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ δείχνει ότι σε υψηλότερες θερμοκρασίες σε σπίτια και γραφεία το σώμα μας δεν χρειάζεται να κάψει επιπλέον θερμίδες για να κρατηθεί ζεστό. Οι ολλανδοί ερευνητές προτείνουν 19ο C  ως μια θερμοκρασία επαρκή για να παρέχει τη σωστή μεταβολική ισορροπία, αλλά επίσης οι άνθρωποι θα πρέπει κάθε τόσο να χαμηλώνουν το θερμοστάτη ή να βγαίνουν έξω όσο πιο συχνά μπορούν.

Ανοσία
Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν ισχυρίζονται ότι η «αιώνια καλοκαιρία» που παρέχεται από τον ηλεκτρικό φωτισμό και την κεντρική θέρμανση έχει μπερδέψει τα γονίδια. Το ανθρώπινο σώμα εξελίχθηκε έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις εποχικές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας, αλλά η θέρμανση κατοικιών που παρέχει ένα ευχάριστο περιβάλλον όλο το χρόνο σημαίνει ότι τα γονίδια δεν προσπαθούν πλέον με τον ίδιο τρόπο για την καταπολέμηση ιώσεων, όπως τα κρυολογήματα και η γρίπη.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News