565
Αυστηρά φωτογραφικά πορτρέτα στα τέλη του 19ου αιώνα | Shutterstock

Γιατί δεν χαμογελούν οι άνθρωποι στις παλιές φωτογραφίες – και άλλες απορίες

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 7 Αυγούστου 2019, 13:08
Αυστηρά φωτογραφικά πορτρέτα στα τέλη του 19ου αιώνα
|Shutterstock

Γιατί δεν χαμογελούν οι άνθρωποι στις παλιές φωτογραφίες – και άλλες απορίες

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 7 Αυγούστου 2019, 13:08

Αν και έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι έπρεπε να κρατούν τα πρόσωπά τους ακίνητα για πολλή ώρα ποζάροντας, πράγμα αναμφίβολα άβολο, η έκθεσή τους στον φακό τις πρώτες ημέρες της εμπορικής φωτογραφίας διαρκούσε μόλις 5 έως 15 δευτερόλεπτα. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι στα μέσα του 19ου αιώνα η φωτογραφία ήταν πάρα πολύ ακριβή και ασυνήθιστη, και οι άνθρωποι γνώριζαν ότι αυτό το πορτρέτο τους θα ήταν μάλλον το μοναδικό που θα έβγαζαν σε όλη τους τη ζωή.

Αντί, λοιπόν, να σκάνε… ένα χαμόγελο, συχνά επέλεγαν να φαίνονται στοχαστικοί και σοβαροί, όπως συνηθιζόταν και στους πίνακες ζωγραφικής με τις πιο επίσημες προσωπογραφίες, εξηγεί στο Smithsonian η Αν Σούμαρντ, επικεφαλής των επιμελητών φωτογραφίας στη National Portrait Gallery  της Ουάσινγκτον. Η φωτογράφιση έγινε πιο προσιτή το 1888, όταν ο Τζορτζ Ιστμαν, ιδρυτής της Eastman Kodak, παρουσίασε τις πρώτες (ξύλινες) φορητές φωτογραφικές μηχανές. Και από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά, οι φωτογραφίες είναι πιο αυθόρμητες, και με πολύ περισσότερα χαμόγελα.

Ποια ζώα βλέπουν καλύτερα μακριά;  

Οι ρινόκεροι και οι νυχτερίδες δεν βλέπουν και πολύ καλά μακριά (τους λες και μύωπες…) αλλά ισοσταθμίζουν την κακή όραση με την πολύ καλύτερη ακοή. Την καλύτερη όραση έχουν οι κουκουβάγιες και οι αετοί, μάλιστα οι τελευταίοι μπορούν να δουν μακρινά αντικείμενα οκτώ φορές καλύτερα από τους ανθρώπους. Ενώ μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένα ζώα που βλέπουν χειρότερα από άλλα του είδους τους, η επιβίωση του ικανότερου τείνει να τα εξαλείψει. Ο Στίβεν Σάρο, βιολόγος και επιμελητής στο Smithsonian’s National Zoo and Conservation Biology, λέει ότι μια κουκουβάγια με κακή όραση δεν μπορεί να επιβιώσει πολύ στην άγρια ​​φύση, γιατί σε αντίθεση με τον άνθρωπο, δεν μπορεί να φορέσει γυαλιά ή να κάνει διορθωτική χειρουργική επέμβαση με λέιζερ…

Πότε άρχισαν οι Αμερικανοί να ανησυχούν για παρεμβάσεις ξένων στην πολιτική των ΗΠΑ;

Τις πρώτες μέρες της Δημοκρατίας, απαντάει ο Τζον Γκρίνσπαν, επιμελητής στο Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας. Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, μια ομάδα συντηρητικών και υπέρ  της αγγλικής γλώσσας, Αμερικανών, ανησυχούσε ότι οι ριζοσπάστες Ιακωβίνοι -οι οποίοι είχαν αποκεφαλίσει τους συμπατριώτες τους στο Παρίσι- θα προσπαθούσαν να ανακατευτούν στην αμερικανική πολιτική. Αυτός ο φόβος οδήγησε  στις «Πράξεις Αλλοδαπών και Ανταρσίας», τέσσερις νόμους που ψηφίστηκαν το 1798, και οι οποίοι, μεταξύ άλλων, ποινικοποιούσαν την κριτική της κυβέρνησης από αλλοδαπούς, έκαναν πιο δύσκολη την απόκτηση της υπηκοότητας  ενώ διευκόλυναν την απέλαση των μεταναστών. Ο φόβος της ανάμειξης αυξήθηκε τη δεκαετία του 1840, όταν το φανατικό αντι-μεταναστευτικό και αντι-καθολικό Κόμμα «Know-Nothing» είδε τους νέους μετανάστες από την Ιρλανδία ως μέρος μιας παπικής συνωμοσίας για την κατάληψη της Αμερικής.

Γιατί οι Βίκινγκς δεν διέδωσαν τις ευρωπαϊκές ασθένειες στους Εσκιμώους της Γροιλανδίας όπως οι Ισπανοί στους ιθαγενείς της Αμερικής;

Οφείλεται, ως επί το πλείστον, στην τοποθεσία, απαντάει ο Γουίλιαμ Φίτζχιου, διευθυντής του «Smithsonian’s Arctic Studies Center».  Κέντρου Αρκτικών Σπουδών του Smithsonian. Οι Νορβηγοί έφθασαν το 985 μΧ και μέχρι που έφυγαν τη δεκαετία του 1450, εγκαταστάθηκαν στη νοτιοδυτική ακτή της Γροιλανδίας, μακριά από τον τόπο που ζούσαν κάποιοι πρωτο-Ινουίτ (Εσκιμώοι της Αλάσκας, της Γροιλανδίας και του Καναδά). Το 1350, παλαιο-Εσκιμώοι, κάτοικοι της Θούλης, μετανάστευσαν στην περιοχή αυτή. Όμως, αντίθετα με την Αμερική, όπου το εμπόριο ήταν συχνό, υπήρχε ελάχιστη αλληλεπίδραση και καμία συγκατοίκηση μεταξύ Ευρωπαίων και ιθαγενών στη Γροιλανδία. Οι ευρωπαϊκές ασθένειες, όπως η ιλαρά και η φυματίωση, έφθασαν στη Γροιλανδία τον 17ο και 18ο αιώνα, όταν η Δανία άρχισε να αποικίζει το νησί.