900
| youtube

Από την εντούρο στο βεσπάκι

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 10 Δεκεμβρίου 2016, 07:00

Από την εντούρο στο βεσπάκι

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 10 Δεκεμβρίου 2016, 07:00

Η Αθήνα είναι μια ευρωπαϊκή μητρόπολη με πολλά, πάρα πολλά δίκυκλα. Με δεδομένες τις κυκλοφοριακές δυσκολίες, η ύπαρξη αυτού του τεράστιου μοτοσυκλετικού στόλου αποτελεί μάλλον ευλογία. Μικρότεροι χρόνοι μετακίνησης, λιγότεροι κατειλημμένοι χώροι, μειωμένη επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Οικονομία με όλη τη σημασία της λέξης. Όμως τα χαρακτηριστικά των δίτροχων (και όχι μόνο) μονάδων αυτού του στόλου μεταβάλλονται συν τω χρόνω. Οι επιλογές του αγοραστικού κοινού μας αποκαλύπτουν πολλά για το Zeitgeist του πρώιμου 21ου αιώνα. Σήμερα στον μοτοσικλετικό ορίζοντα κυριαρχούν αναπαλαιωμένες βέσπες ή σκουτεροειδή νεότερης τεχνολογίας με ρετρό ντιζάιν: πρόκειται για εμβληματικά χιπστερικά αξεσουάρ, που δένουν γλυκά με τα κοκάλινα ματογυάλια (horn-rimmed), το βίντατζ ντύσιμο, το «ειρωνικό μούσι» (Ironic Facial Hair) και άλλα παραφερνάλια της hip και indie αντικουλτούρας.

Παλαιότερα στην Ελλάδα (δεκαετίες 1980-1990) το δικυκλικό παράδειγμα περιλάμβανε κυρίως εντούρο (μηχανές για χώμα), στριτ (μηχανές για δρόμο) και για την πιτσιρικαρία παπιά, ως πρώτο βήμα μύησης στη λατρεία των δύο τροχών. Εντούρο και στριτ αντιπροσώπευαν δύο αντίθετα άκρα όσον αφορά τον οδηγικό χαρακτήρα και συμπεριφορά, αλλά συνέκλιναν στο κοινό έδαφος του επιδεικτικού ανδρισμού και της macho επιτέλεσης. Οι λεγόμενες «κοινωνικές» ταινίες, κινηματογραφικό genre των 80’s που σήμερα προσλαμβάνεται μέσα από το πρίσμα της μεταμοντέρνας ειρωνείας ως cult (Στροφή και Τσακάλια του Γιάννη Δαλιανίδη, Φυλακές ανηλίκων του Ντίμη Δαδήρα), έγραψαν ραψωδίες για την υπερχειλίζουσα τεστοστερόνη των εραστών της σούζας και της ταχύτητας. Δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί η geek chic κουλτούρα των 00’s που πανηγυρίζει τον αστικό λαβύρινθο ως προνομιακό τόπο δημιουργικότητας και έμπνευσης. To φαντασιακό της πόλης χρωματιζόταν σε τόνους συγκρουσιακούς και παρέπεμπε σε έδαφος δυνάμει εχθρικό, διακεκαυμένη ζώνη πολέμου συμμοριών, τσαμπουκάδων και αλητειών. Οι μεγάλου κυβισμού ανδροπρεπείς μηχανές την διέσχιζαν σε αναζήτηση αξιόμαχου αντιπάλου ή γυναικείου θηράματος.

Η βέσπα εξαρχής απευθύνθηκε στην πόλη. Είναι «απλώς» μέσο μετακίνησης και τίποτα παραπάνω. Είναι όμως καλαίσθητο μέσο, καθώς κατάγεται από την Ιταλία, τη χώρα της ομορφιάς και της εκλεπτυσμένης ανδρικής σεξουαλικότητας

Τα παπιά ήταν ο μικρός συγγενής των θηρίων. Δωδεκάβολτα «στρογγυλοφάναρα», GLX ή «κατοστάρια», οχήματα παντός καιρού και παντός τερέν, φέρουν στο γονίδιο τους το racing στοιχείο, μικρές αγριόγατες που φιλοδοξούσαν να αναβαθμιστούν σε βρυχώμενα μεγάλα αιλουροειδή. Ιδίως στα 90’s, σε ένα οικονομικό κλίμα διαρκώς βελτιούμενο, το κίνημα των «πειραγμένων»/«φτιαγμένων» παπιών κορυφώνεται. Οι νικελένιοι μαρσπιέδες, οι τεράστιες κολουροκωνικές φιλτροχοάνες και οι κομμένες Sebring εξατμίσεις γίνονται σύμβολα μιας εποχής και μιας ανήσυχης νεολαίας που κάποιοι υποτιμητικά ονόμασαν «κάγκουρες».

Σε αντίθεση με την παραπάνω πανίδα, η βέσπα εξαρχής απευθύνθηκε στην πόλη. Είναι «απλώς» μέσο μετακίνησης και τίποτα παραπάνω. Είναι όμως καλαίσθητο μέσο, καθώς κατάγεται από την Ιταλία, τη χώρα της ομορφιάς και της εκλεπτυσμένης ανδρικής σεξουαλικότητας. Στα 80’s και τα 90’s τις παλιές κλασικές βέσπες, με την τετραγωνιζέ αισθητική και το ιδιότροπο κιβώτιο ταχυτήτων, κρατούσαν κυρίως συνταξιούχοι, νοικοκυραίοι και «μπαρμπάδες», δηλαδή εξημερωμένοι δικυκλιστές που είχαν καταθέσει τα όπλα στις εν ασφάλτω μάχες γοήτρου.

Το πέρασμα από το παπί στο βεσπάκι ως κυρίαρχο μέσο αστικής μετακίνησης μπορεί να θεωρηθεί άλλη μια πτυχή της μεγάλης μετάβασης από το φορντικό στο μεταφορντικό μοντέλο. Από τη μαζική παραγωγή και την τυποποίηση, στην εξειδίκευση, την εξατομίκευση και το customization. Το παπί είναι γέννημα της βιομηχανικής Ασίας, δημιούργημα της ιαπωνικής ιδιοφυίας που αποίκισε όλη την πάλαι ποτέ ιαπωνική «Σφαίρα Συνευημερίας». Δεν διεκδικεί δάφνες καλλιτεχνικού σχεδιασμού – ή τουλάχιστον έτσι θεωρείται πλέον. Αντιθέτως η βέσπα και οι απόγονοί της ανήκουν στην ευρωπαϊκή παράδοση. Οι σκηνές από ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού όπου ο κομψεπίκομψος ραγκάτσος φέρνει βόλτες το κορίτσι του γύρω από τη Φοντάνα ντι Τρέβι έχουν σφηνωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο και δεν βγαίνουν ούτε με εγχείρηση. Στο κλίμα αναβίωσης της αισθητικής των 60’s, η βέσπα απευθύνεται στον άνδρα που (υποτίθεται πως) νιώθει σίγουρος για τον εαυτό του και δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει κάτι ισορροπώντας σαν σαλτιμπάγκος στην πίσω ρόδα ή γράφοντας οχτάρια σε ολισθηρό οδόστρωμα.

Το χιπστερικό μεταμοντέρνο αγαπά το ρετρό, το νοσταλγικό, το γιαγιαδίστικο, το «φλώρικο». Η εμφατική αποποίηση της έμφυλης διαφοροποίησης από τον χιπστερισμό, με την υιοθέτηση ενός άφυλου «αγορίτσικου» στυλ, δεν παύει να συνιστά επιδεικτικό statement από μια άλλη σκοπιά

Οι τροχοί μικρής διαμέτρου τονίζουν αυτή τη διακριτικότητα και τον πασιφιστικό χαρακτήρα της βέσπα. Δεν προσφέρονται ούτε για χωμάτινες διαδρομές ούτε για κούρσες ταχύτητας και «κυνηγητά», ιδίως σε μια πόλη ναρκοθετημένη όπως η Αθήνα όπου οι λακκούβες παραπέμπουν σε βομβαρδισμό. Στο ίδιο κλίμα κινούνται τα πληθωρικά πλαστικά, που δεν αφήνουν παρά ελάχιστα μέρη του μεταλλικού σκελετού γυμνά. Η μυολογία του κινητήρα ως σημαίνον φαλλικής δύναμης αποκρύβεται. Στρογγυλεμένες γωνίες, έμφαση στη διακόσμηση και το εξωτερικό σασί και όχι στο μοτέρ, που παραπέμπει στον βιομηχανικό μοντερνισμό. Το χιπστερικό μεταμοντέρνο αγαπά το ρετρό, το νοσταλγικό, το γιαγιαδίστικο, το «φλώρικο». Η εμφατική αποποίηση της έμφυλης διαφοροποίησης από τον χιπστερισμό, με την υιοθέτηση ενός άφυλου «αγορίτσικου» στυλ, δεν παύει να συνιστά επιδεικτικό statement από μια άλλη σκοπιά.

Η μορφολογία του σκούτερ αντανακλά και μετασχηματίζει το ποδήλατο, αντικείμενο-φετίχ της ουρμπανικής κουλτούρας, δημιουργώντας ρετρό υβρίδια όπως τα «βεσποδήλατα», εκείνα τα ντελικάτα χιπστερικά ποδήλατα με τις πολύ μικρές ρόδες. Παρήλθε ανεπιστρεπτί η ηρωική εποχή των αλήτικων BMX που σιγά σιγά περιορίζονται σε ειδικούς χώρους επιδείξεων, ένα αξιοπερίεργο σαν το γύρο του θανάτου στο «βαρέλι» των παλιών περιπλανώμενων τσίρκων. Η παλιά αθλητική ανδρική ταυτότητα με τις βεβαιότητες της διέρχεται κρίση και διαδικασία επαναπροσδιορισμού. Η gay κουλτούρα –διότι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό ο χιπστερισμός αν δεν θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας– αποικίζει και κρεολοποιεί την πατριαρχική σφαίρα. Kάποιοι απαισιόδοξοι θα επαναλάβουν σταυροφορικά συνθήματα για την «παρακμή της Δύσης» και θα εξορκίσουν τον ιό της μαλθακότητας που υπονομεύει τα θεμέλια της ηγεμονίας της. Εμείς θα αρκούμαστε σε κριτικές καταγραφές, μακριά από συμπτώματα ηθικού πανικού.