Το διαμάντι της πόλης
Το διαμάντι της πόλης
Η προσφορά του είναι εθνική και αποκαλύπτεται με μια και μόνο βόλτα. Ο καθηγητής, κ. Άγγελος Δεληβορριάς, διευθυντής εδώ και δεκαετίες του Μουσείου Μπενάκη, είναι –τολμώ να πω- ο σπουδαιότερος πνευματικός άνθρωπός μας και η Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, προσωπική έμπνευση και δημιούργημά του, το αποδεικνύει περίτρανα.
Σε μια μεσοπολεμική πολυκατοικία της οδού Κριεζώτου 3 δίπλα στο Σύνταγμα -κατοικία και εργαστήρι του ζωγράφου από τα μέσα του '50 μέχρι τον θάνατό του το 1994- το νέο μουσείο της πόλης είναι ίσως το μοναδικό που διαβάζεται ανάποδα, από πάνω προς τα κάτω και είναι στα αλήθεια ατελείωτο.
Πάρτε το ασανσέρ και ανεβείτε στον 6ο όροφο, στο εργαστήρι του ζωγράφου. Μπογιές, πινέλα και πινελάκια, τέμπερες και ακουαρέλες βρίσκονται και πάλι στη θέση τους σα να τον περιμένουν για το επόμενο έργο του και απ’ τα μεγάλα παράθυρα του δώματος ένα φανταστικό φως λούζει βιβλία και καβαλέτα, δημιουργώντας την πρώτη εξοικείωση με τον προσωπικό κόσμο του Γκίκα, πολύτιμη για την συνολική κατανόηση και οικειοποίηση του μουσείου και του εκθεσιακού υλικού του.
Κατεβείτε τους ορόφους απ’ τη σκάλα και ύστερα χαζέψτε ανάμεσα στα εκθέματα. Όλοι και όλα είναι εδώ και δεν λείπει κανένας, οι διασημότεροι και οι λιγότερο γνωστοί, οι αστοί και οι εξόριστοι, οι αγαπητοί και οι λογοκριμένοι, για όλους υπήρξε θέση. Το σύμπαν της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας της πεντηκονταπενταετίας 1922-1967 κρέμεται στους τοίχους, λιάζεται σε προθήκες, σκέκεται πάνω από σκαλιά και έπιπλα, αιωρείται παντού σα μια «ενιαία και αδιαίρετη ενότητα», όπως ακριβώς το εμπνεύστηκε ο δημιουργός του.
Τα έργα –έντυπο υλικό, προσωπικά αντικείμενα, μακέτες και κοστούμια στις βιτρίνες και εικαστικό στους τοίχους- διατρέχουν ολόκληρο το φάσμα της σύγχρονης εθνικής ιστορίας, από τον Α' Παγκόσμιο, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή ως την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα, αναδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση τεχνών και εκφραστών τους, εξαλείφοντας κάθε προσωπική, πολιτική και ιδεολογική διαφορά των εκπροσώπων τους.
Σε μια αρμονική σιωπή τα Νόμπελ των δυο ποιητών συνυπάρχουν με το βραβείο Λένιν του τρίτου, ο μπερές της Διδούς Σωτηρίου, η μακέτα του Ματχάουζεν του Μακρή και το χειρόγραφο της Στέλλας με τα κόκκινα γάντια με το αστικό σαλόνι του ισογείου, Πρόεδροι Δημοκρατίας συναντούν τον Σκαρίμπα, τη Γαλήνη και μια προμετωπίδα του Μόραλη για το ΤΡΑΒΕΡΣΟ του Καββαδία. Ο αστικός κόσμος βρίσκει την ύπαιθρο και την εξορία, ιαπωνικές πορσελάνες και έπιπλα της Ύδρας υποδέχονται τα σκαμμένα πρόσωπα του Μπαλάφα και τα βουνίσια γραπτά του Ουράνη, οι βυζαντινές μορφές του Ρέγκου κάνουν παρέα με τα τσαρουχικά ναυτάκια.
Αφήνοντας πίσω του πολύ τις παγωμένες αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης, το νέο μουσείο υφαίνει μιαν αλλιώτικη σχέση ανάμεσα σε έργα και επισκέπτες, ζωντανούς και κοντινούς νεκρούς, σχεδόν προσωπική, μέσα από αντικείμενα εργασίας, χειρόγραφες διορθώσεις σπουδαίων έργων, αντικείμενα και χαλιά που πατάς. Βγαίνοντας νιώθει κανείς σχεδόν εξουθενωμένος, γεμάτος ωστόσο από μια τρελή λύσσα να διαβάσει, να μάθει, να ξαναδεί.
Η πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα αποτελεί ένα υπέροχο μουσείο, ισάξιο με το Αρχαιολογικό, το Ακροπόλεως, των Δελφών και της Ολυμπίας, μια θαυμάσια εισαγωγή στην σύγχρονη ελληνική ιστορία και την καλλιτεχνική πορεία του τόπου, μια οπτική συνάντηση με όλα όσα διδαχθήκαμε επιδερμικά ή και καθόλου στα σχολεία και τα σπίτια μας, μια μεγάλη εθνική γιορτή.
Μα πάνω και πέρα απ’ όλα, το νέο αυτό μουσείο είναι ένα λαμπερό έργο που τιμάει τον εμπνευστή και δημιουργό του. Για αυτό και μόνο θα άξιζε όσο κανείς άλλος ο κ. Δεληβορριάς να είναι ο επόμενος Υπουργός Πολιτισμού μας.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
