S.A.S. Μάλκο Λίνγκε: ο κατάσκοπος που αγάπησα
S.A.S. Μάλκο Λίνγκε: ο κατάσκοπος που αγάπησα
Τον πρίγκιπα Μάλκο Λίνγκε τον γνώρισα όταν ήμουν δέκα χρονών κι ήταν ένας παθιασμένος και εντελώς ανάρμοστος έρωτας, που κράτησε μια δεκαετία γεμάτη. Τον Ζεράρ ντε Βιλιέ τον γνώρισα τον Μάρτιο του 1999 κι ήταν μία βιαστική και απογητευτική τηλεοπτική συνέντευξη που κράτησε λίγα λεπτά και αφιερώθηκε αποκλειστικά στην υπόθεση Οτσαλάν, για την οποία είχε έρθει στην Αθήνα. Τόσο αδιάφορα μου φάνηκαν τα λίγα που είπαμε, που ψάχνοντας τις σχετικές σημειώσεις στο ημερολόγιο της εποχής και παρ' όλο που η «ιστορική μέρα» καλύπτει μιάμιση σελίδα, δεν βρήκα ούτε μία λέξη απο αυτές που ανταλλάξαμε. Ούτε στο χαρτί, ούτε στη μνήμη μου.
Αυτό που θυμάμαι είναι ότι ο πατέρας του Μάλκο ήταν ακριβώς όπως τον περίμενα: ένας ψυχρός και κυνικός 65χρονος Γάλλος, ευθυτενής και ολιγόλογος, που δεν έβλεπε την ώρα να τον αφήσω ήσυχο για να ξεκουραστεί πριν την αναχώρησή του για την Κένυα, όπου θα συνέχιζε την έρευνα για την υπόθεση Οτσαλάν.
Ηταν μεγάλος ερευνητής ο Ζεράρ ντε Βιλιέ κι έκανε όλη τη δουλειά μόνος του. Αντίθετα με τους μύθους που κυκλοφορούσαν, δεν είχε καμία ομάδα βοηθών στη διάθεσή του. Μόνος του διάβαζε, μόνος του ταξίδευε και μόνος του δημιούργησε ένα απο τα καλύτερα δίκτυα κατασκοπευτικών πληροφοριών της εποχής μας, το οποίο είχε έναν και μοναδικό σκοπό: να τροφοδοτεί την σειρά SAS, την οποία έγραφε με αυστηρή πειθαρχία επί 50 χρόνια. Τέσσερα βιβλία τον χρόνο, κάθε Ιανουάριο, Απρίλιο, Ιούνιο και Οκτώβριο, για τα οποία αφιέρωνε δύο βδομάδες ταξιδεύοντας στη χώρα που έπρεπε κι έξι βδομάδες γράφοντας.Πριν απο έξι χρόνια, σε ηλικία 77 ετών, αύξησε την παραγωγή του σε πέντε βιβλία τον χρόνο, παράγοντας δύο μυθιστορήματα που συνδέονται μεταξύ τους κάθε Ιούνιο. «Δεν είμαι μηχανή του σεξ, είμαι μηχανή του γραψίματος…» είπε στη συνέντευξη που έδωσε στους New York Times τον περασμένο Ιανουάριο.
Ο πρίγκηπας Μάλκο Λίνγκε γεννήθηκε το 1964, την ίδια χρονιά με μένα, αμέσως μετά τον θάνατο του Ιαν Φλέμινγκ. Ο Ζεράρ ντε Βιλιέ ήταν τότε ρεπόρτερ της εφημερίδας France Soir και στον ελεύθερο χρόνο του έγραφε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Εμαθε για τον θάνατο του δημιουργού του Τζέιμς Μπόντ απο έναν editor εκδοτικού οίκου, ο οποίος πρόσθεσε: «Πρέπει να πάρεις τη θέση του…»
Αυτό ήταν αρκετό για τον Ντε Βιλιέ, ο οποίος έφτιαξε τον αυστριακό πρίγκηπά του με βάση έναν θρυλικό Γάλλο αριστοκράτη παλαιάς οικογενείας, με τεράστια περιουσία και έναν πύργο στη Ριβιέρα, ο οποίος ασχολείτο με την κατασκοπεία «για πλάκα» κι είχε διατελέσει επικεφαλής της Γαλλικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Δεν υπάρχει χαρακτήρας στη σειρά SAS που να μην βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, όπως ακριβώς όλα τα γεγονότα βασίζονται στην πραγματικότητα και στις δυσεύρετες πληροφορίες που κατάφερνε να εξασφαλίζει επί μισό αιώνα ο Ζεράρ ντε Βιλιέ. Δεν υπάρχει μέλος της κατασκοπευτικής κοινότητας του πλανήτη που να μην διάβαζε τα SAS για να αναγνωρίσει πρόσωπα, χώρες και καταστάσεις και να μάθει πληροφορίες που δεν έβρισκε πουθενά αλλού. Κι αν κάποιος είχε όμορφη γυναίκα, μπορεί να την έβλεπε να πρωταγωνιστεί σε μία απο τις λεπτομερείς και πολύ συχνά βίαιες σεξουαλικές σκηνές, οι οποίες επίσης χαρακτήριζαν την σειρά. Μέχρι πρόσφατα, όμως, ελάχιστοι παραδέχονταν ότι διάβαζαν τόσο “φτηνή λογοτεχνία”.
“Η γαλλική ελίτ προσποιείται ότι δεν τον διαβάζει, αλλά τον διαβάζουν όλοι” είπε στον Ρόμπερτ Γουόρθ των New York Times ο Υμπερ Βεντρίν, ο οποίος είχε καλέσει τον ντε Βιλιέ σε γεύμα πριν απο δέκα χρόνια, όταν ήταν υπουργός εξωτερικών της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Ζοσπέν.
«Νόμισα ότι κάποιος μου έκανε πλάκα» είπε ο ντε Βιλιέ. «Κυρίως επειδή ο Βεντρίν είναι αριστερός κι εγώ δεν είμαι καθόλου…»
Όταν έφτασε στο υπουργείο, ο Βεντρίν τον περίμενε στην ιδιωτική τραπεζαρία του με θέα τον Σηκουάνα.
“Χαίρομαι πάρα πολύ που σας γνωρίζω, αλλά πείτε μου, γιατί θέλετε να με δείτε;”
Ο Βεντρίν χαμογέλασε και του έκανε νόημα να καθίσει. “Θέλω να μιλήσουμε, διότι ανακάλυψα ότι εσείς κι εγώ έχουμε τις ίδιες πηγές…”
Η σειρά SAS, η οποία συνέχιζε να εξασφαλίζει γύρω στο ένα εκατομμύριο ευρώ τον χρόνο στον Ντε Βιλιέ, είναι η σειρά με τα περισσότερα βιβλία που έχει γραφτεί ποτέ απο έναν συγγραφέα. Το προφητικό ““Le Chemin de Damas” με φόντο την Συριακή κρίση, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2012, ήταν το υπ’ αριθμόν 196 της σειράς και ο ακαταπόνητος Ζεράρ ντε Βιλιέ, που τον περασμένο Ιανουάριο δήλωσε στους New York Times ότι θα συνεχίσει να πατάει το γκάζι μέχρι να πεθάνει, είχε αρχίσει να δουλεύει το υπ’ αριθμόν 197.
Τα SAS εμφανίστηκαν στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν η αγορά είδε για πρώτη φορά φτηνά βιβλία τσέπης. Μέχρι τότε τα βιβλία ήταν είδη πολυτελείας για ένα μέσο ελληνικό σπίτι όπως το δικό μας κι επειδή σ’ εκείνη την τρυφερή ηλικία ήμουν ένας παμφάγος αναγνώστης που καταβρόχθιζε χωρίς διακρίσεις, είχα φτάσει σε τέτοιο σημείο απελπισίας που διάβαζα τα Απομνημονεύματα του Ντε Γκώλ. Κι όταν το σπίτι γέμισε ξαφνικά πειρασμούς σε μορφή βίπερ, κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να με κρατήσει μακριά τους.
Τα SAS ήταν απο τα αγαπημένα του πατέρα μου, μαζί με τον Τζέιμς Τσέιζ σε μετάφραση Τασώς Καββαδία. Η μαμά προτιμούσε τη σειρά της Ξένης Λογοτεχνίας κι εγώ, σαν καλό κοριτσάκι δέκα χρονών, άρχισα με τα βίπερ Νόρα – τα οποία και βαρέθηκα στους δύο μήνες. Συνέχισα με Τζέιμς Τσέιζ και Έλερι Κουήν, που με έκαναν να ερωτευτώ την αστυνομική λογοτεχνία και λίγο πριν το τέλος της Πέμπτης Δημοτικού άνοιξα το πρώτο μου SAS. Ήταν το «Αμόκ στο Μπαλί» – και μου έχει μείνει αξέχαστον.
«Τι είναι αυτά που διαβάζεις, παιδί μου;» φώναξε η μαμά όταν με συνέλαβε με τον Μάλκο στην αγκαλιά μου αλλά όταν της έθεσα το δίλημμα «SAS ή Νόρα», πήρε τη σοφή απόφαση και με άφησε στην ησυχία μου.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
