774
|

Φώτης Κόντογλου, ο Βυζαντινός

Γιώτα Παναγιώτου Γιώτα Παναγιώτου 9 Δεκεμβρίου 2015, 21:32

Φώτης Κόντογλου, ο Βυζαντινός

Γιώτα Παναγιώτου Γιώτα Παναγιώτου 9 Δεκεμβρίου 2015, 21:32

Η λαβωματιά πάντα σε κάνει να λυγίζεις και να στρέφεσαι προς τα μέσα. Σαν να θέλεις να προστατέψεις ό,τι απέμεινε. Σαν να ψάχνεις να βρεις τη δύναμη να αμυνθείς στο χτύπημα. Κίνηση αρχέγονη, που δεν αφορά μονάχα στην προσωπική ζωή του καθενός. Τα πλαίσια αυτού του νόμου είναι ευλύγιστα. Ικανά να χωρέσουν μέσα έναν ολόκληρο λαό. Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ας πούμε, πληγή η οποία ανάβλυσε μπόλικο αίμα, ανάγκασε το τσακισμένο πνεύμα αυτού του τόπου σε μια στροφή στα παντοτινά ιδεώδη, στην ασφάλεια της παράδοσης και της τάξης. Ηρθαν έτσι τα πράγματα κι αυτό το οδυνηρό ψάξιμο της ανακούφισης αποτέλεσε τη βάση της δημιουργίας της περίφημης Γενιάς του ’30, εκείνης που έδωσε νέα πνοή στην ελληνική διανόηση.

Οι νέοι λογοτέχνες, ποιητές και εικαστικοί που την αποτέλεσαν, προσπάθησαν σε γενικές γραμμές να δώσουν στα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής τους τα ελληνικά χαρακτηριστικά. Στη ζωγραφική, μάλιστα, αυτή η διάθεση ανέδειξε μια ξεκάθαρη προσπάθεια προσέγγισης της ανθρώπινης ψυχής. Γίνεται πιο φανερό από ποτέ πως η νέα τάση προστάζει την κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση. Η θρησκευτική αλληγορία και οι επιδράσεις από το παρελθόν γίνονται ολοένα πιο έντονες. Για τη Γενιά του ’30, η παράδοση όμως δεν σήμαινε απλά την αναζήτηση ταυτότητας, μα και την απαγκίστρωση από τον αυστηρό ακαδημαϊσμό.

Σε αυτό το κλίμα ο μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου έρχεται να καταθέσει τη δική του άποψη: το έργο του (ζωγραφικό, αλλά και συγγραφικό) έχει πηγή έμπνευσης τη βυζαντινή και την ανατολική κουλτούρα, μα απορρίπτει εντελώς τη δυτική τέχνη. Για εκείνον η αυθεντική έκφραση ταυτίζεται αποκλειστικά με την ελληνικότητα. Δεν είναι τυχαίο όμως αυτό. Ορφανός από πατέρα και μεγαλωμένος σε ένα αυστηρά θρησκευόμενο οικογενειακό περιβάλλον, διαμόρφωσε μια προσωπικότητα με ακλόνητους δεσμούς με την παράδοση. Οι λαϊκές ρίζες, μάλιστα, της μικρασιατικής καταγωγής του τον έκαναν να επαναστατήσει ενάντια στον καθωσπρεπισμό της Σχολής του Μονάχου που επικρατούσε στη Σχολή Καλών Τεχνών, στην οποία φοιτούσε. Πολύ σύντομα θα αναζητήσει την τύχη του στο Παρίσι. Ο Κόντογλου, που μικρός ήθελε να γίνει ναυτικός και να οργώνει τις θάλασσες, εκεί έγραψε το πρώτο λογοτεχνικό του έργο: τη φανταστική ιστορία, γεμάτη παλμό και γλώσσα φλογερή, ενός κουρσάρου, του Πέδρο Καζάς. Ο πειρατής ήρωάς του τον επέβαλε στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας.

Ο δεσμός του με τη βυζαντινή αγιογραφία δεν ήταν έντονος στο ξεκίνημά του. Η ενασχόλησή του με χρωστήρα και τη γραφίδα ξεκίνησε μετά από ένα ταξίδι του στο Αγιο Ορος το 1923 και κορυφώθηκε το 1932 όταν, με βοηθούς το Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, ζωγράφισε -με την τεχνική της νωπογραφίας- τις τοιχογραφίες του σπιτιού του (σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη). Ο Κόντογλου τόλμησε και πέτυχε κάτι που δεν είχε κάνει κανείς άλλος πριν από αυτόν: να παντρέψει τις κοσμικές απεικονίσεις της βυζαντινής τεχνοτροπίας με καλλιτεχνικά «δάνεια» από την ελληνιστική περίοδο και τη λαϊκή τέχνη. Στο κατώτερο κομμάτι αυτού του μνημειακού συνόλου αποτύπωσε την πεμπτουσία της καλλιτεχνικής του ύπαρξης: «Οι τωρινοί άνθρωποι χάσανε τη γέψη της απλής σκέψης».

Ο πολυτάλαντος μικρασιάτης λογοτέχνης και εικαστικός επιδόθηκε στη διακόσμηση πλήθους εκκλησιών με τοιχογραφίες. Ζωγράφισε επίσης πολλές φορητές εικόνες, πλήθος από προσωπογραφίες, αλλά και τοπιογραφίες, χρησιμοποιώντας τη σκονισμένη από τον χρόνο βυζαντινή τεχνοτροπία. Το corpus της δουλειάς του προκάλεσε τόσο θαυμασμό, όσο και δριμύτατη κριτική. Ναι, ήταν ταλαντούχος, λένε οι κριτικοί, ένας ιεροφάντης των λαϊκών τρόπων έκφρασης, μα ταυτόχρονα και εμπαθής χριστιανός. Ειδικά κατά τη διάρκεια της κατοχής, που ξεπουλά το σπίτι του για ένα σακί αλεύρι, ο Κόντογλου μεταμορφώνεται σε αιώνιο διάκονο της πίστης.

Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, που απεχθανόταν τη Δύση και αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας, μετέφερε με θαυμαστό τρόπο τις αρχές των καλλιτεχνικών ευρωπαϊκών ρευμάτων στη βυζαντινή ζωγραφική. Τα έργα του είναι καθαρά, ανόθευτα και, λόγω της κατάργησης της προοπτικής, σχεδόν αφαιρετικά. Τούτο το παράδοξο νομίζω πως τον έκανε περισσότερο πνευματικό καθοδηγητή παρά οτιδήποτε άλλο ονειρεύτηκε. Κάπου είχα διαβάσει ότι πιθανόν να είναι ο μόνος από τους νεοέλληνες καλλιτέχνες που είχε τόσους μαθητές, χωρίς να είναι καθηγητής. Ενας από αυτούς, ο Τσαρούχης, όταν ο Κόντογλου άφηνε την τελευταία του πνοή, συμπτωματικά ζωγράφιζε έναν άγγελο. Που αν είχε φωνή, θα διαλαλούσε: «Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατολή, αλλά η ρόδα της Τύχης, που γυρίζει ολοένα, ξερίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ΄ έριξε εδώ στην ξενιτιά, σ΄ ανθρώπους που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που είχανε άλλα συνήθεια».

Info:
Το Μουσείο Μπενάκη με αφορμή τη συμπλήρωση 120 χρόνων από τη γέννηση και 50 χρόνων από τον θάνατο του Φώτη Κόντογλου, τιμά τον σπουδαίο καλλιτέχνη και συγγραφέα με μία έκθεση αφιερωμένη στα βιβλία που συνέγραψε και εικονογράφησε, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό άλλη μια πτυχή του εξαιρετικού ταλέντου του. Η έκθεση λειτουργεί στην Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα και θα διαρκέσει έως τις 20 Φεβρουαρίου 2016.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News