1672
|

Το γερμανικό αίνιγμα

Γιάνης Βαρουφάκης Γιάνης Βαρουφάκης 22 Ιανουαρίου 2014, 00:08

Το γερμανικό αίνιγμα

Γιάνης Βαρουφάκης Γιάνης Βαρουφάκης 22 Ιανουαρίου 2014, 00:08

Όταν το τσουνάμι που έπληξε τη βορειοανατολική Ιαπωνία κατέστρεψε το πυρηνικό εργοστάσιο στη Φουκουσίμα, γονατίζοντας για μήνες πολλούς την ιαπωνική βιομηχανία, η γερμανίδα καγκελάριος έλαβε, με συνοπτικές διαδικασίες, μια γενναία απόφαση: Όχι μόνο η γερμανική κυβέρνηση θα έβαζε στο αρχείο τα πλάνα για επέκταση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αλλά, επιπλέον, θα έκλεινε τους υπάρχοντες πυρηνικούς σταθμούς σε ολόκληρη τη χώρα.

Αυτή η απόφαση, παρ' όλο που χαιρετίστηκε από το κόμμα των Πρασίνων, έπληξε καίρια τα σχέδια για μείωση των ρύπων διοξειδίου του άνθρακα (και άλλων αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου) αυξάνοντας παράλληλα το κόστος ενέργειας. Εν πολλοίς, δύο ήταν τα αποτελέσματα της κατάργησης των πυρηνικών σταθμών: Πρώτον, το κόστος της ενέργειας, μακροπρόθεσμα, αυξήθηκε (σε σημείο που η ενεργοβόρος γερμανική βιομηχανία πληρώνει την ενέργεια τα διπλάσια σήμερα από τους γάλλους ανταγωνιστές). Δεύτερον, τα σχέδια για μείωση της παραγωγής καταστρεπτικών για το περιβάλλον ρύπων πήγαν περίπατο καθώς η Γερμανία αναγκάζεται να αντικαταστήσει τα πυρηνικά εργοστάσια με νέες ρυπογόνες μονάδες που καίνε άνθρακα ή φυσικό αέριο (το οποίο παράγει μεν λιγότερους ρύπους αλλά αυξάνει την εξάρτηση του Βερολίνου από τον κ. Πούτιν).

Λίγες μέρες μετά την απόφαση της κας Μέρκελ, εκπρόσωποι πολλών μικρών και μεγάλων βιομηχανικών εταιρειών προσέγγισαν το γερμανικό υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας με την εξής εύλογη πρόταση: «Έχουμε τους καλύτερους μηχανικούς στον κόσμο στον τομέα των πράσινων τεχνολογιών, ιδίως σχετικά με τα φωτοβολταϊκά. Προς το παρόν, αυτές οι τεχνολογίες παραμένουν μη ανταγωνιστικές και τεχνολογικά προβληματικές, σε σχέση με το φυσικό αέριο, τον άνθρακα, ακόμα και τα πυρηνικά. Πιστεύουμε όμως ότι αν εκπονήσουμε ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα, με κρατική ενίσχυση, σε δέκα χρόνια όχι μόνο θα έχουμε εφεύρει πράσινες τεχνολογίες που θα λύσουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την κατάργηση των πυρηνικών σταθμών αλλά, επιπλέον, θα έχουμε δημιουργήσει έναν νέο κλάδο που θα κατακτήσει την παγκόσμια αγορά (ξεπερνώντας τον κινεζικό ανταγωνισμό), δίνοντας τεράστια ώθηση στις εξαγωγές μας όταν πια παραδοσιακές εξαγωγές μας, π.χ. αυτοκινήτων, θα αρχίσουν να φθίνουν.»

Το γερμανικό υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας είδε την πρόταση με συμπάθεια και την προώθησε στο υπουργείο Οικονομικών και στην Καγκελαρία. Για να εισπράξει την εξής αποστομωτική απάντηση: «Λόγω της συνταγματικής δέσμευσης για συρρίκνωση του δημόσιου ελλείμματος στο 0.5% του ΑΕΠ, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει τα πλεονεκτήματα της εν λόγω πρότασης, αδυνατεί να συμμετάσχει σε ένα τέτοιο πρόγραμμα.».

Αυτή η ιστορία εμπεριέχει πολλά διδάγματα για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους οι οποίοι, λόγω της Ευρωζώνης, καλούνται να συνδιαλέγονται και να διαπραγματεύονται με το Βερολίνο για θέματα που αφορούν τη δική τους οικονομική και επενδυτική πολιτική. Αν το Βερολίνο απορρίπτει μια τέτοια πρόταση από γερμανούς βιομηχάνους και από το γερμανικό υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας (παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζει πως η γερμανική βιομηχανία έχει τη δυνατότητα, άνευ κρουσμάτων διαφθοράς, να δημιουργήσει τεχνολογίες που λύνουν προβλήματα της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και να γεννήσει νέους μακροπρόθεσμους πόρους πλουτισμού για τη γερμανική οικονομία) φανταζόμαστε όλοι με πόση απέχθεια αντιμετωπίζει αιτήματα των υπόλοιπων Ευρωπαίων για δημόσια επενδυτικά προγράμματα στη λοιπή Ευρωζώνη.

Το ερώτημα που πολλοί ρωτούν είναι: Γιατί τέτοιο «κόλλημα»; Γιατί αρνούνται να δανειστούν ακόμα κι οι ίδιοι με επιτόκια κάτω του 2% προς όφελος επενδύσεων που θα αποφέρουν στη Γερμανία πολλαπλάσια οφέλη; Η απάντηση σε αυτό το «γερμανικό αίνιγμα» μπορεί να είναι σύνθετη αλλά όχι όμως και ιδιαίτερα πολύπλοκη. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι πρέπει να αναζητηθεί, τουλάχιστον αρχικά, στα βάθη του 19ου αιώνα.

Πριν την ενοποίηση της Γερμανίας από τον Βίσμαρκ, εν έτει 1871, η Πρωσία (το ισχυρότερο από τα γερμανικά κράτη) είχε πειραματιστεί με το μοντέλο του φιλελεύθερου, αποκεντρωμένου καπιταλισμού (βρετανικού τύπου) όπως το πρωτο-είχε παρουσιάσει στο βιβλίο του «Ο Πλούτος των Εθνών» ο Σκοτσέζος Άνταμ Σμιθ. Επρόκειτο για τη συνθήκη Zollverein, το 1833, η οποία δημιουργούσε συνθήκες ελεύθερου εμπορίου εντός των περισσότερων γερμανικών κρατών (εξαιρουμένης της Αυστρίας). Το πείραμα αυτό απέτυχε παταγωδώς (καθώς δεν έφερε την εκβιομηχάνιση) και ο κλήρος έπεσε στον Βίσμαρκ να δοκιμάσει ένα άλλο «μοντέλο ανάπτυξης». Εν συντομία, επιλέχθηκε το εξής απλό μοντέλο, το οποίο και εφαρμόστηκε ιδίως μετά το 1870:

1. Προώθηση δημιουργίας μεγάλων ολιγοπωλιακών (σχεδόν μονοπωλιακών) ιδιωτικών επιχειρήσεων σε αγαστή συνεργασία, η κάθε επιχείρηση, με μία μεγάλη τράπεζα της περιοχής.

2. Συμπίεση, με κρατική παρέμβαση και συμπαράσταση, της αύξησης των μισθών κάτω από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (δηλαδή της παραγόμενης αξίας που αντιστοιχούσε σε κάθε εργαζόμενο). Στόχος αυτής της «συμπίεσης» ήταν ένας: οι αυξήσεις των εξαγωγών που θα επιτυγχάνονταν λόγω της αυξανόμενης ανταγωνιστικότητας των γερμανικών βιομηχανικών προϊόντων (σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες όπου οι μισθοί αυξάνονταν γρηγορότερα, καθιστώντας τις γερμανικές εισαγωγές πιο ανταγωνιστικές ως προς την τιμή).

3. Εξαγωγή μεγάλου μέρους των κερδών της γερμανικής βιομηχανίας (από τις εξαγωγές) στο εξωτερικό (καθώς η παραμονή τους στη χώρα θα σήμαινε είτε μείωση των επιτοκίων – κάτι που θα αύξανε τον δανεισμό των νοικοκυριών – είτε, εφόσον ξοδεύονταν, αύξηση των τιμών) με αποτέλεσμα η Γερμανία να δανείζει στους υπόλοιπους Ευρωπαίους τα… χρέη τους προς αυτήν.

Αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» παραλίγο να καταρρεύσει στον Μεσοπόλεμο. Επανέκαμψε όμως πλήρως μετά τον πόλεμο υπό τη σκέπη και προστασία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος που δημιούργησε (για δικούς της λόγους) η Αμερική. Για είκοσι χρόνια, με τη βοήθεια των ΗΠΑ, οι τρεις άξονες του γερμανικού μοντέλου (ολιγοπωλιακή βιομηχανική οργάνωση, συμπίεση μισθών και εξαγωγή κεφαλαίων) λειτουργούσαν άψογα και χωρίς κανένα πρόβλημα. Όμως, όταν τον Αύγουστο του 1971 το διεθνές οικονομικό σύστημα που έστησαν οι ΗΠΑ μετά τον πόλεμο κατέρρευσε, ξάφνου «έσπασε» το σύστημα σταθερών ισοτιμιών όλων των δυτικών νομισμάτων μεταξύ τους και του καθενός με το δολάριο. Η Γερμανία απέκτησε τεράστιο πρόβλημα. Γιατί;

Το γερμανικό «μοντέλο ανάπτυξης», όπως είδαμε, στηρίζεται στα εμπορικά πλεονάσματα (που επιτυγχάνονται βασικά μέσω της συμπίεσης των μισθών) τα οποία μετατρέπονται σε εξαγωγές κεφαλαίων. Η χώρα ουσιαστικά (α) συμπιέζει τα εισοδήματα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων (και μαζί με αυτά την εγχώρια κατανάλωση), και (β) μετατρέπει τα πλεονάσματα που κερδίζει με αυτόν τον τρόπο σε περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό (είτε αυτά είναι ελληνικά ομόλογα είτε κτήρια και οικόπεδα στην Ισπανία). Όμως, αν οι ισοτιμίες κυμαίνονται ελεύθερα (ανάλογα με τη ζήτηση και την προσφορά του κάθε νομίσματος) τότε η χώρα με τα μόνιμα πλεονάσματα (η Γερμανία) θα βλέπει το νόμισμά της να ανατιμάται διαρκώς, κάτι που σημαίνει ότι (σε μάρκα) τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτουν οι Γερμανοί στο εξωτερικό (στις ελλειμματικές χώρες) χάνουν την αξία τους συστηματικά. Να γιατί η Γερμανία από το 1978 συμφώνησε αρχικά στις σταθερές ισοτιμίες εντός της Ευρώπης και, όταν αυτό το σύστημα σταθερών ισοτιμιών κατέρρευσε το 1992/3, δέχθηκε τη δημιουργία του ευρώ.

Το ευρώ λοιπόν (όσο και να λέγεται ότι το επέβαλε ο Φρανσουά Μιτεράν στον Χέλμουτ Κολ ως αντίτιμο για την αποδοχή της επανένωσης των δύο Γερμανιών) έλυσε ένα μεγάλο πρόβλημα για τη Γερμανία, επιτρέποντας τη διατήρηση του Βισμαρκικού «μοντέλου ανάπτυξης». Όπως όμως συνήθως συμβαίνει, όταν λύνεται ένα πρόβλημα με τρόπο αποσπασματικό, δημιουργείται ένα άλλο. Στην περίπτωσή μας, το πρόβλημα ήταν ότι, ενώ η Ευρωζώνη έδωσε τη δυνατότητα στο γερμανικό «μοντέλο» να παράξει τα μεγαλύτερα πλεονάσματα στην ιστορία του, δημιούργησε παράλληλα ένα τέρας πίσω από την πλάτη των απογόνων του Βίσμαρκ (του γερμανικού πολιτικού προσωπικού): ήταν οι γερμανικές τράπεζες οι οποίες, άνευ«αδείας», παρέκκλιναν από τον ρόλο που τους είχε δώσει ο Βίσμαρκ, δηλαδή τη χρηματοδότηση των γερμανικών βιομηχανικών ολιγοπωλίων. Γιατί; Επειδή βρήκαν νέο τρόπο να κερδοφορήσουν που καμία σχέση δεν είχε με την παραγωγή αγαθών: Αγοράζοντας όλο και πιο επισφαλή περιουσιακά στοιχεία (π.χ. παράγωγα από τη μία και ελληνικά ομόλογα, μετοχές του ΟΤΕ κ.λπ. από την άλλη) σε μάρκα-ευρώ που δεν κινδύνευαν (έτσι νόμιζαν) από υποτίμηση σε σχέση με το… μάρκο-ευρώ. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.

Όταν λοιπόν το 2008 κατέρρευσε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και τράπεζες όπως η Deutsche Bank πτώχευσαν (χωρίς ποτέ να αναγκαστούν να το παραδεχθούν από τις ρυθμιστικές αρχές), το γερμανικό κράτος αναγκάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να σώσει τις γερμανικές τράπεζες και έτσι το γερμανικό χρέος ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του Μάαστριχτ (το οποίο είχε βέβαια επιβάλει το ίδιο το Βερολίνο στην υπόλοιπη Ευρώπη). Με το χρέος και το έλλειμμα να απειλούν, η γερμανική κυβέρνηση είχε δύο επιλογές.

Η μία ήταν να αφήσει το έλλειμμα να αυξηθεί εν καιρώ κρίσης. Όμως αυτό θα σήμαινε το τέλος του «μοντέλου ανάπτυξης» που βασίζεται στα εμπορικά πλεονάσματα (τα οποία θα εξαφανίζονταν αν το κρατικό έλλειμμα μεγάλωνε την ώρα που, λόγω ύφεσης, οι επενδύσεις δεν αυξάνονταν). Η άλλη επιλογή ήταν η λιτότητα για το ίδιο το γερμανικό κράτος, κάτι που για να πετύχει απαιτούσε την παράλληλη αύξηση των εμπορικών πλεονασμάτων και τη συνεχιζόμενη προς τα κάτω συμπίεση των μισθών.

Επίλογος

Έτσι εξηγούνται δύο πράγματα:

Πρώτον, γιατί η γερμανική κυβέρνηση, παρά την έντιμη προσήλωσή της σε ένα πράσινο ενεργειακό μέλλον, αρνήθηκε να επενδύσει στους βιομηχανικούς κλάδους της χώρας που δύνανται να παράξουν μεσοπρόθεσμα επικερδέστατες τεχνολογίες αιχμής στον τομέα της ενέργειας. Η κυβέρνηση του Βερολίνου προτίμησε να περιορίσει τα βραχυπρόθεσμα ελλείμματα για να διασώσει το Βισμαρκιανό «μοντέλο ανάπτυξης» (και τα εμπορικά πλεονάσματα στα οποία αυτό βασίζεται).

Δεύτερον, γιατί η κα Μέρκελ, ό,τι και να έλεγε απειλώντας αριστερά και δεξιά, την τελευταία στιγμή δεν υπήρχε περίπτωση να διακινδυνεύσει την Ευρωζώνη διατάζοντας την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να «κλείσει» τη στρόφιγγα της ρευστότητας (το ELA) στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα (δηλαδή να προβεί στην κίνηση που μπορούσε να εξαναγκάσει την Ελλάδα να βγει από το ευρώ). Αν το έκανε, θα διακινδύνευε τα συσσωρευμένα πλεονάσματα της γερμανικής οικονομίας στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης (για τα οποία το γερμανικό κατεστημένο επέβαλε μόνιμη λιτότητα στον μέσο γερμανό εργαζόμενο).

Τέλος, μέσα από αυτό το πρίσμα, αναδεικνύεται η παντελής έλλειψη γερμανικού οράματος για την Ευρωζώνη. Το Βισμαρκικό «μοντέλο ανάπτυξης» μπορεί να κατάφερε να εκβιομηχανοπιήσει τη Γερμανία, και να την καταστήσει κραταιά οικονομία, όμως (α) έφερε τον πόλεμο δύο φορές στην Ευρώπη και (β) ήταν αδύνατον να «αναστηθεί» μεταπολεμικά άνευ της αρωγής των ΗΠΑ. Σήμερα αυτή η αρωγή δεν υπάρχει πια (λόγω της φθοράς της αμερικανικής ηγεμονίας). Η προσπάθεια που καταβάλει το Βερολίνο να διατηρήσει το Βισμαρκικό μοντέλο επεκτείνοντάς το σε όλη την Ευρωζώνη προσκρούει σε μια σκληρή αλήθεια: Η γερμανική επιτυχία (όπως και η επιτυχία της Ελβετίας ή των φορολογικών παράδεισων) βασίζεται στο ότι οι υπόλοιποι… δεν είναι σαν τη Γερμανία. Με άλλα λόγια, το γερμανικό «μοντέλο» δουλεύει όσο οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν καταφέρνουν να το ενστερνιστούν. Εάν τα καταφέρουν, δεν θα βοηθά πλέον τη Γερμανία. Κι αν προσπαθήσουν να το ενστερνιστούν αλλά αποτύχουν τότε καταρρέει η Ευρωζώνη.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News