897
Ο Βασίλης Σπανούλης σε μια προσπάθειά του στο ματς-συντριβή με τη Βιλερμπάν | INTIMESports/PanoramiC

O Σπανούλης δεν αξίζει τέτοιο τέλος

Sportscaster Sportscaster 5 Οκτωβρίου 2019, 18:31
Ο Βασίλης Σπανούλης σε μια προσπάθειά του στο ματς-συντριβή με τη Βιλερμπάν
|INTIMESports/PanoramiC

O Σπανούλης δεν αξίζει τέτοιο τέλος

Sportscaster Sportscaster 5 Οκτωβρίου 2019, 18:31

Θα μπορούσε να είναι, απλώς, μία κακή βραδιά. Αλλά, ήταν η συνέχεια των τραγικών εμφανίσεων του Ολυμπιακού στα πρόσφατα φιλικά του παιχνίδια: με την ΤΣΣΚΑ στη Μόσχα, με τον Ερυθρό Αστέρα και με την Ούνιξ Καζάν στο ΣΕΦ. Οποιος δεν παρακολούθησε το πρώτο ματς των «ερυθρόλευκων» στην εφετινή Ευρωλίγκα, μπορεί να φανταστεί πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα το βράδυ της Παρασκευής στη Λιόν, μόνο και μόνο από το τελικό σκορ (82-63).

Ο Ολυμπιακός ηττήθηκε από τον (θεωρητικά) πιο αδύναμο κρίκο του τουρνουά. Από τη Βιλερμπάν, που οι εκτιμήσεις τη θέλουν να τερματίζει στις τελευταίες θέσεις (12-18) της κανονικής περιόδου. Ποτέ άλλοτε δεν είχε χάσει στην πρεμιέρα με τόσο μεγάλη διαφορά. Ούτε, καν, από την πανίσχυρη Ρεάλ Μαδρίτης, που τον είχε νικήσει (83-65) στον εναρκτήριο αγώνα της σεζόν 2016-2017.

«Εγραψε» 4/17 τρίποντα και 15/23 βολές. Πελάγωσε στην άμυνα. Σε ένα ολόκληρο ματς έβγαλε μόλις έναν αιφνιδιασμό. Επαιξε ένα ακαταλαβίστικο μπάσκετ ατομικής πρωτοβουλίας. Η αλήθεια είναι ότι οι παίκτες του δεν είχαν πολύ χρόνο να προπονηθούν όλοι μαζί, λόγω του Παγκόσμιου Κυπέλλου της Κίνας, αλλά και κάποιων τραυματισμών που ταλαιπώρησαν την ομάδα. Δεν ήταν, όμως, μόνον η συνοχή, η «χημεία», που του έλειψε. Παρουσίασε, πάλι, χτυπητές αδυναμίες. Απ’ αυτές που, μάλλον, δεν γιατρεύονται με τον καιρό.

Ακόμη κι αν ξεχάσουμε για λίγο τη συνολική εμφάνιση και το αποτέλεσμα, τα μηνύματα από τον χθεσινό αγώνα είναι άκρως ανησυχητικά. Ο Ουίλ Τσέρι (ο οποίος, μάλιστα, πρόσφερε το blooper της βραδιάς, στέλνοντας την μπάλα πάνω από το ταμπλό σε προσπάθεια για λέι-απ!) δεν φαίνεται να διαθέτει την ποιότητα που έχει ανάγκη ο Ολυμπιακός στη θέση του πλέι-μέικερ. Ο Μπόλντγουϊν έκανε πολύ λίγα πράγματα, πέρα από την αθλητικότητα που προσθέτει στην ομάδα. Ο Χαπ, που βρέθηκε από το κολλεγιακό πρωτάθλημα στην Ευρωλίγκα, δεν είναι για πέταμα, όμως παραείναι… soft. Ο Ρούμπιτ, σε καμία περίπτωση δεν είναι καλύτερο «5άρι» από τον περσινό ΛεΝτέι – ίσως να μην είναι «5άρι», γενικώς. Τον Κουζμίνσκας τον ξέραμε για πολύ καλύτερο. Και ο Πολ, που είναι και πανάκριβος, ήταν μια απογοήτευση. Μόνον ο Γιώργος Πρίντεζης στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.

Ας υποθέσουμε πως οι νεοφερμένοι ξένοι χρειάζονται χρόνο προσαρμογής (αν και για κάποιους είναι αδύνατο να σκεφτείς ότι θα μπορούσαν να βελτιωθούν θεαματικά). Σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν λογικό να πάρουν μεγαλύτερο χρόνο συμμετοχής οι παλιοί. Πρωτίστως, οι Ελληνες. Κι όμως. Σπανούλης, Παπανικολάου, Πρίντεζης και Μιλουτίνοφ εμφανίστηκαν, ταυτοχρόνως, μόνο για τέσσερα λεπτά. Ιδίως ο Σπανούλης με τον Πρίντεζη έπαιξαν ελάχιστα μαζί. Οσο για τον Παπανικολάου, ήταν κάτι σαν guest-star.

Σε αυτή την ομάδα που ο ελληνικός της «κορμός» την οδήγησε στις ευρωπαϊκές επιτυχίες των τελευταίων ετών, δεν έχουν απομείνει πολλά Ελληνόπουλα, είναι αλήθεια. Ο Βαγγέλης Μάντζαρης, ο Δημήτρης Αγραβάνης και ο Γιώργος Μπόγρης αποχώρησαν το καλοκαίρι. Στη διάρκεια της περασμένης σεζόν είχε φύγει ο Βασίλης Τολιόπουλος. Κι ένα χρόνο νωρίτερα, ο Ιωάννης Παπαπέτρου. Για το παιχνίδι με τους Γάλλους ο Ντέιβιντ Μπλατ άφησε εκτός δωδεκάδας τον Αντώνη Κόνιαρη. Ετσι, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, ο Ολυμπιακός παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα της Ευρωλίγκας με μόλις τρεις Ελληνες: τον Σπανούλη, τον Πρίντεζη και τον Παπανικολάου.

Εκεί φαίνεται να βρίσκεται η ρίζα του κακού. Η παραγωγή ελλήνων παικτών εξαιρετικής ποιότητας έχει μειωθεί δραματικά. Οι λίγοι που πραγματικά αξίζουν, πολύ σύντομα γίνονται πανάκριβοι. Φεύγουν στους πλούσιους συλλόγους του εξωτερικού, όμως δεν αντικαθίστανται από ξένους ίδιας ποιότητας, επειδή κι αυτών το κόστος είναι απαγορευτικό. Ετσι κι αλλιώς, το ελληνικό πρωτάθλημα δεν είναι, πια, δημοφιλής προορισμός για όσους έχουν κι άλλες επιλογές. Κανένας από τους σπουδαίους αθλητές που άλλαξαν φανέλα αυτό το καλοκαίρι, δεν ήρθε στην Ελλάδα. Κι ο Κώστας Σλούκας αρνήθηκε να επιστρέψει. Στη θέση εκείνων που φεύγουν, έρχονται Αμερικανοί (κυρίως) αμφίβολης ποιότητας. Ιδίως ο Ολυμπιακός, ατύχησε στους ξένους του. Πέρυσι, αλλά κι εφέτος, γέμισε το ρόστερ του με παίκτες που δεν (δείχνουν να) είναι επιπέδου Ευρωλίγκας.

Η ομάδα «φωνάζει» ότι χρειάζεται ενίσχυση. Οχι για να κατακτήσει το τρόπαιο, ή να φτάσει στο Final-4, αλλά για να παίξει, έστω, στα πλέι-οφ. Μα, περισσότερο από έναν γκαρντ και έναν σέντερ (τουλάχιστον), ο Ολυμπιακός έχει ανάγκη από αγωνιστική ταυτότητα. Από ένα στιλ παιχνιδιού, που θα είναι το σήμα καταταθέν του. Δεν έχει άμυνα, δεν έχει επίθεση, δεν έχει πλάνο, ρυθμό και ένταση. Πάνω απ’ όλα, δεν έχει τη φλόγα με την οποία μέχρι πριν από δύο τρία χρόνια πυρπολούσε αντιπάλους ανώτερους και πλουσιότερους.

Κρίμα για τον Σπανούλη, τον παίκτη – μύθο της Ευρωλίγκας, που εφέτος θα διανύσει τη 14η ευρωπαϊκή του σεζόν ως πρώτος πασαδόρος στα χρονικά της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, κι ως δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών (χθες έφτασε τους 4.000 πόντους και απέχει μόλις 153 από τον αρχισκόρερ, Χουάν Κάρλος Ναβάρο). Στα 37 του παραμένει ένας σπουδαίος παίκτης, όμως είναι αδύνατο σε αυτή την ηλικία να «καλύπτει» και την ανεπάρκεια των συμπαικτών του. Κρίμα και για τον Πρίντεζη, το έτερο «τοτέμ» της ομάδας, που στα 35 του πρέπει να δώσει μάχες άνισες στο «ζωγραφιστό». Κρίμα, ακόμη πιο πολύ, για τον Ολυμπιακό, που διαθέτει δύο από τους καλύτερους παίκτες της Ευρώπης, αλλά την τελευταία διετία αποτυγχάνει να τους υποστηρίξει όσο θα έπρεπε.

Ακολουθούν δύο παιχνίδια στο ΣΕΦ. Με τη Βαλένθια (11/10) και τη Ζενίτ (18/10), που βρίσκονται στο ίδιο, χαμηλό επίπεδο δυναμικότητας με τη Βιλερμπάν. Είναι, ίσως, οι τελευταίες ευκαιρίες του Ολυμπιακού να προσδώσει νόημα σε μια σεζόν κατά την οποία δεν συμμετέχει σε καμία άλλη διοργάνωση. Να προσφέρει στους οπαδούς του (που όπως όλοι οι Ελληνες αγαπούν, πρωτίστως, τις νίκες) ένα κίνητρο, ώστε να μείνουν στο πλάι του. Διαφορετικά, οι επόμενοι μήνες θα είναι οι πιο οδυνηροί της ιστορίας του.