629
|

Κι εσείς, αδέλφια Βέλγοι;

Θανάσης Σκόκος Θανάσης Σκόκος 22 Οκτωβρίου 2014, 00:12

Κι εσείς, αδέλφια Βέλγοι;

Θανάσης Σκόκος Θανάσης Σκόκος 22 Οκτωβρίου 2014, 00:12

Όταν πηγαίνεις από τις εσχατιές της ΕΕ στις Βρυξέλλες έχεις κάπου κρυμμένη μια κριτική προδιάθεση. Τις διαφορές και την απόσταση που χωρίζει τη χώρα σου τα γνωρίζεις και τα έχεις διαπιστώσει πολλές φορές σε άλλες κεντροευρωπαϊκές πόλεις. Συνειδητά ή ασυνείδητα αναζητείς και τα άσχημα, σαν μια άτυπη ρεβάνς για τις κατηγορίες και τα στερεότυπα που εισπράττεις τα τελευταία χρόνια.

Η «πρωτεύουσα» της ΕΕ φαντάζει -και είναι- νοικοκυρεμένη και κοσμοπολίτικη. Τα λίγα μηχανάκια που βλέπεις παρκαρισμένα πάνω σε πεζοδρόμια, λίγο πιο έξω από το κέντρο, δεν είναι τίποτα μπροστά στο χάλι της Αθήνας, επομένως το προσπερνάς. Η εμπειρία όμως από τη χρήση ταξί είναι αξιομνημόνευτη. Δεν εννοώ μόνο την οδηγική συμπεριφορά όπου μετά τα πρώτα πεντακόσια μέτρα ψάχνεις να βρεις σακούλα για ανακούφιση. Μιλάω για την ερώτηση που μου έκαναν 3 από τους 5 οδηγούς ταξί. «Πού πάτε;». Απάντησα και με πήρανε. Στη διαδρομή τους ρώτησα γιατί με ρώτησαν. Οι δικαιολογίες ήταν πανομοιότυπες με αυτές που έδιναν προ κρίσης οι δικοί μας ταξιτζήδες. «Πρέπει να παραδώσω στον συνάδελφο και έχω αργήσει», «έχω τηλεφωνική κλίση και ήθελα να δω αν εξυπηρετεί η κατεύθυνση». Παράλληλα, έδειχναν απόλυτη αδυναμία να με πάνε στο ξενοδοχείο μου δίνοντάς τους μόνο το όνομά και την περιοχή του, αλλά και απροθυμία να κάνουν χρήση gps. Ήθελαν οπωσδήποτε διεύθυνση.

Το μέσο εστιατόριο που επάνω του πέφτει ο πεινασμένος επισκέπτης στο κέντρο της πόλης εκπλήσσει μόνο για την αναντιστοιχία υψηλών τιμών σε σχέση με την ποιότητα και το σέρβις. Στο chez Leon που μου συνέστησε ένας φίλος, κοντά στην Grand Place θα φας άνοστα μύδια που δεν τα σώζει καμιά σος, ενώ η τιμή της βαρελίσιας μπύρας συναγωνίζεται εκείνη του μέσου εμφιαλωμένο κρασιού των εστιατορίων μας. Και βέβαια υπάρχουν καλά και ψαγμένα εστιατόρια σε διάφορα σημεία της πόλης, αλλά δύσκολα τα ανακαλύπτει ο επισκέπτης των 2 ημερών. Τα καλύτερα όμως σας τα έχω για μετά.

Παρότι ήδη από το 2009, βλέποντας το «Αποστολή στην Μπριζ», ο Κόλιν Φάρελ με είχε πείσει ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να επισκεφθώ αυτό το μεσαιωνικό σκηνικό, πήρα την απόφαση να το κάνω μαζί με τον φίλο Κυριάκο. Εικοσιοκτώ ευρώ για μια ώρα ταξίδι με τρένο στη δεύτερη θέση. Οι μεγάλες εκπλήξεις στην Μπριζ δεν προήλθαν από τα αξιοθέατα της καλοδιατηρημένης παλιάς πόλης (μεταξύ μας, το Ντουμπρόβνικ με έχει εντυπωσιάσει περισσότερο), αλλά από δυο κραυγαλέα δείγματα φοροδιαφυγής και ένα ακραίο δείγμα εθνικιστικής μικρότητας.  

Το εστιατόριο στην κεντρική πλατεία της πόλης μας έδωσε μαϊμού απόδειξη, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, για ένα μικρό, ποιοτικά μέτριο και αναλογικά ακριβό γεύμα. Θα έπρεπε ίσως να το είχαμε καταλάβει επιτόπου από την αμήχανη άρνησή τους να δεχθούν κάρτα, αλλά την προσοχή και τα γέλια μας την είχαν τραβήξει η εξτρά χρέωση της σος του πιάτου με τρία ευρώ και τα οκτώ ευρώ ενός λίτρου νερού! Στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι τα μικρά λεωφορεία του city tour, που χρέωναν 16 ευρώ το άτομο για έναν γύρο 30 λεπτών στην πόλη, δεν έκοβαν αποδείξεις. «Ρε Θανάση, δεν μας έκοψαν απόδειξη!» είπε ο Κυριάκος αφού όμως είχαμε ήδη απομακρυνθεί.

Την εθνικιστική μικρότητα τη γευτήκαμε στο τρένο Βρυξέλλες-Μπριζ. Οι δυο εθνικές κοινότητες του Βελγίου φαίνεται ότι δεν έχουν αποδεχθεί ούτε τη γλωσσική τους συνύπαρξη στα κοινά μέσα μαζικής μεταφοράς. Οι αναγγελίες σταθμών για λίγα χιλιόμετρα κοντά στις Βρυξέλλες είναι στα γαλλικά, γραπτά και προφορικά. Αμέσως μετά τα γαλλικά εξαφανίζονται και είναι μόνον στα ολλανδικά. Πρέπει να δείχνεις μεγάλη επαγρύπνηση για τη στάση σου. Πρόκειται ασφαλώς για μια αστεία κατάσταση σε μια περιοχή στο κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχεται καθημερινά χιλιάδες ξένους επισκέπτες. «Είναι ο θυμός των Φλαμανδών που τους “κλέψανε” τις Βρυξέλλες» μας εξηγεί χαριτολογώντας ένας φίλος. Τα αγγλικά θα ήταν μια λύση.

Συμπέρασμα από αυτό το μικρό και μονομερές ρεπορτάζ τύπου “mystery shopping” δε βγαίνει. Το Βέλγιο και οι Βρυξέλλες δεν είναι καμιά κόλαση. Όπως και να το κάνουμε όμως, άπλυτα υπάρχουν παντού.