774
|

Εδώ Άμστερνταμ: Αμστελόδαμον το πολυεθνικόν 2.0

Avatar Μίμης Χρυσομάλλης 16 Ιουλίου 2013, 00:58

Εδώ Άμστερνταμ: Αμστελόδαμον το πολυεθνικόν 2.0

Avatar Μίμης Χρυσομάλλης 16 Ιουλίου 2013, 00:58

Πώς και γιατί εγκαταστάθηκε η ακροδεξιά ρητορική;

Η ρήση της Μέρκελ πως «το πολυπολιτισμικό μοντέλο έχει αποτύχει» είναι πλέον κλασική. Άλλωστε, σε μια Ευρώπη που ταλανίζεται από κύματα ξενοφοβίας, ρατσισμού και εθνοκεντρισμού, ήταν καθαρά θέμα χρόνου μέχρι να ακουστούν παρόμοιοι αφορισμοί όχι μόνο από τα άκρα, αλλά και από τα χείλη των επισημοτέρων αντιπροσώπων του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τον Φεβρουάριο του 2011 ο τότε αναπληρωτής πρωθυπουργός της Ολλανδίας, Μαξίμ Φερχάγκεν, δήλωσε πως η πολυπολιτισμική κοινωνία έχει αποτύχει, ακολουθώντας τα χνάρια της Γερμανίδας καγκελαρίου. Έλεγε κάτι που, για πολλούς, ήταν πλέον κλισέ. Και όμως, όπως αρκετοί Ολλανδοί γνωρίζουν καλά, τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι.

Οι πολλοί πολιτισμοί της Ολλανδίας

Ο πολυπολυτισμικός χαρακτήρας μεγάλου μέρους της ολλανδικής κοινωνίας άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, μέσα από την εισροή μεταναστών σε διαδοχικά κύματα. Το πρώτο προερχόταν από πρώην ολλανδικές αποικίες όπως η Ινδονησία και το Σουρινάμ. Ακολούθησε το μεταναστευτικό ρεύμα από τη Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) και, λίγο αργότερα, η εισροή μεταναστών και προσφύγων από κράτη του πρώην Ανατολικού μπλοκ ή και άλλες χώρες (π.χ. Ιράν και Ιράκ) την δεκαετία του ’70.

Οι αλλαγές αυτές στον κοινωνικό ιστό και οι καινούριες δυναμικές που συνεπάγονταν για την ολλανδική κοινωνία είχαν ως αποτέλεσμα τη λήψη πολιτικών μέτρων και πρακτικών με πολυπολιτισμικό προσανατολισμό. Η πολιτική αυτή συναίνεσης προς το πολυπολιτισμικό μοντέλο (που υιοθετήθηκε τη δεκαετία του ’80) έβλεπε την παρουσία μεταναστών ως κάτι το θετικό, γεγονός βέβαια που είχε να κάνει και με τις ανάγκες της χώρας σε ανειδίκευτη εργασία.

Κριτικές στο μοντέλο αυτό υπήρξαν από νωρίς. Στις περιπτώσεις όμως που η κριτική γίνονταν με βάση φυλετικές διακρίσεις και με κίνδυνο να υποκινήσει ρατσιστικό μίσος, το αποτέλεσμα ήταν η επιβολή αυστηρών ποινών, η περιθωριοποίηση ή ακόμα και ο εξοστρακισμός από το πολιτικό προσκήνιο (όπως στην περίπτωση του Ολλανδού πολιτικού Χανς Γιάνμαατ το 1982).

Η άνοδος της μισαλλοδοξίας

Σήμερα το πολιτικό σκηνικό είναι σαφώς διαφοροποιημένο. Πολλές από τις δηλώσεις για τις οποίες διώκονταν ο Γιάνμαατ τη δεκαετία του ’80, στις μέρες μας όχι μόνο δεν σοκάρουν αλλά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακόμη και μπανάλ. Κλασικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του ακροδεξιού πολιτικού Γκέερτ Βίλντερς, αρχηγού του αντι-ισλαμικού "Κόμματος για την Ελευθερία" (PVV), με σημαντική παρουσία στην τωρινή πολιτική σκηνή της Ολλανδίας. 

Στο πολιτικό του μανιφέστο, που ονομάζεται "Klare Wijn" ("Καθαρό Κρασί"), o Βίλντερς προτείνει ανάμεσα σε άλλα την απαγόρευση της μετανάστευσης στην Ολλανδία από μη-Δυτικές χώρες καθώς και την απαγόρευση στην ανέγερση τζαμιών και ισλαμικών σχολείων. Έχει προτείνει επίσης την απαγόρευση του Κορανίου στην Ολλανδία, το περιεχόμενο του οποίου θεωρεί «φασιστικό», και είναι ο δημιουργός του φιλμ μικρού μήκους Fitna, στο οποίο επιχειρεί να δείξει πως το Κοράνι ενθαρρύνει την τρομοκρατία.

Ο Βίλντερς παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της υποκίνησης θρησκευτικού και φυλετικού μίσους πριν από μερικά χρόνια για να αθωωθεί τελικά από δικαστήριο του Άμστερνταμ τον Ιούνιο του 2011. Μια χώρα που συνηθίζει να υπερηφανεύεται για τη μακραίωνη παράδοσή της στην ανεκτικότητα και τον ανθρωπισμό, η χώρα του Εράσμου και του Σπινόζα, φαίνεται λοιπόν να μην ενοχλείται πλέον από μια ρητορική ποτισμένη με μίσος και μισαλλοδοξία.

Πως έγινε δυνατό κάτι τέτοιο; Τι ήταν αυτό που συνέβαλε τόσο καθοριστικά στην άνοδο της ολλανδικής ακροδεξιάς, η οποία μέχρι αρκετά πρόσφατα ήταν ουσιαστικά αμελητέα; Οι αιτίες έχουν τις ρίζες τους τόσο στις εγχώριες, όσο και τις διεθνείς εξελίξεις. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 έθεσαν τις βάσεις για την αλλαγή κλίματος που επρόκειτο να ακολουθήσει. Στα γεγονότα αυτά ήρθαν να προστεθούν δύο δολοφονίες: πρώτα του Ολλανδού πολιτικού και πολέμιου των μεταναστών Πιμ Φόρτουιν στις 6 Μαΐου 2002, και λίγο αργότερα αυτή του σκηνοθέτη Τέο βαν Γκογκ, φίλου και υποστηρικτή του Φόρτουιν (καθώς και δισέγγονου του αδερφού του ζωγράφου Βίνσεντ βαν Γκογκ), στις 2 Νοεμβρίου 2004.

Η δολοφονία του Φόρτουιν, που τον ανήγαγε σε «μάρτυρα» της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, έσπασε το ταμπού της πολυπολιτισμικότητας στη δημόσια συζήτηση, και μια εμφανώς πιο ριζοσπαστική ρητορική άρχισε να εμφανίζεται σε όλα τα επίπεδα του δημόσιου διαλόγου. Ακολούθησε μια σταδιακή μεταστροφή από τις πολιτικές εκείνες που ήταν συνδεδεμένες με το πολυπολιτισμικό μοντέλο, σε τέτοιο βαθμό που η Ολλανδία να εφαρμόζει πλέον μέτρα και ρυθμίσεις αντιδιαμετρικά αντίθετα προς την πολυπολιτισμική παρακαταθήκη του παρελθόντος. 

Η «Κραυγή», το γλυπτό που στήθηκε σε ένα από τα πολλά πάρκα του Άμστερνταμ στην μνήμη του Τέο βαν Γκογκ. Η παρουσία του είναι μια συνεχής υπενθύμιση του ιδιαίτερα ευαίσθητου και πολυδιάστατου ζητήματος της πολυπολιτισμικότητας και της πρόκλησης για την επίτευξη μιας αρμονικής συμβίωσης μεταξύ ατόμων με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές. Το μόνο σίγουρο είναι πως όσο οι υπεραπλουστεύσεις, η ρητορική της μισαλλοδοξίας και η μανιχαϊστική λογική τύπου «άσπρο-μαύρο»/«καθαρός-μιαρός» συνεχίζουν να κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο, τόσο πιο απόμακρη θα φαντάζει η επίτευξη μιας λύσης βασισμένης στην αλληλοκατανόηση και τον αμοιβαίο σεβασμό.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News