1167
|

Η γλυκιά «έκσταση» του Γιάννη Σπανού

Η γλυκιά «έκσταση» του Γιάννη Σπανού

Ecstasis. Αυτό. Μια «Εκσταση», ορχηστρική, συγκινητική, που έγινε σχεδόν σύνθημα στο Παρίσι του 1966. Μια έκσταση που κράτησε ως τον φοιτητικό ξεσηκωμό του ’68. Μια έκσταση υπερβατική, δεξιοτεχνική, υπαρξιστική. Ναι, για τους υπαρξιστές στις μπουάτ του Παρισιού έγραψε αυτό το αριστουργηματικό κομμάτι του ο Γιάννης Σπανός.

Αυτή την «Έκσταση» κρατάω πρώτη από τα δεκάδες, εκατοντάδες μουσικές και τραγούδια του – περισσότερα και από τις χίλιες γλάστρες με λουλούδια και φυτά, που λάτρευε να φροντίζει στο σπίτι του, στο Κιάτο. Την «Έκσταση», που πολύ αργότερα, έγινε τραγούδι. «Τα χέρια» με την Βίκυ Μοσχολιού, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Ως ακομπανιατέρ, πιανίστας που συνόδευε τις ντίβες των παρισινών μπουάτ από τις αρχές του ’60, ξεκίνησε ο Γιάννης Σπανός. Τότε, Yanni Spanos. Και όσο πολλοί και πολλές έφτασαν να εκτιμησουν το ταλέντο του και να του ζητούν τραγούδια «με αυτό το αέρινο άγγιγμα των πλήκτρων του», αυτό το όνομα έφτασε να τυπωθεί σε πολλά 45άρια.

«Στις γαλλικές μπουάτ μυήθηκα στο γαλλικό τραγούδι και στην γαλλική ποίηση», έλεγε αργότερα. «Τότε δεν υπήρχε το λεγόμενο εμπορικό τραγούδι. Άκουγα μόνον ποιοτικό τραγούδι. Ίσως κι αυτό να με βοήθησε και να είναι και κάποιο όπλο μου».

Κι, έπειτα, ποίηση. Πολλή ποίηση. Αυτή που τον κρατούσε και τον «ξυπνούσε», όπως έλεγε, στα χρόνια του Παρισιού. Στα χρόνια της Αριστερής Όχθης του Σηκουάνα. Της Ζιλιέτ Γκρεκό και των υπαρξιστών. Του Σερζ Γκενσμπούρ, της Μπαρμπαρά και του Σερζ Λαμά. Στα χρόνια που έδινε στην Μπε Μπε (την Μπριζίτ Μπαρντό) να τραγουδήσει το Sidonie, από ένα ποίημα του Σαρλ Κρος, που ακούστηκε στην ταινία «Ιδιωτική ζωή» / Vie privéé του Λουί Μαλ, αλλά και πολλά άλλα.

Ο Σπανός στο πιάνο, χαρίζει τις μελωδίες του στη Ζιλιέτ Γκρεκό
Το «Sidonie»,  τραγούδι του Σπανού για την ταινία του Λουί Μαλ «Vie Privee», που ερμήνευσε η Μπε Μπε

Μια δεκαετία σχεδόν πριν από τον μάλλον ξεχασμένο «Περίπατο στο Παρίσι», την «Promenade a Paris», ταινία με την Τζένη Καρέζη, του 1972. Σε σκηνοθεσία του Κώστα Καζάκου και σενάριο της Τζένης Καρέζη. Θαυμαστή μουσική «Ερωτική Συμφωνία».

Μέσα στις πρώτες ελληνικές μπουάτ στην Πλάκα, με τις «κουρελούδες στον τοίχο», το βερμούτ και τις κιθάρες, ίσως κι ένα πιάνο, βρήκε τον χώρο του. Στην «Κουκουβάγια», στις «Εσπερίδες» του Γιάννη Αργύρη. Γυρίζοντας συχνά στο Παρίσι. «Την ώρα που το γαλλικό τραγούδι χανότανε οριστικά και από την άλλη γεννιότανε ένα ελληνικό τραγούδι, το οποίο άφησε και εποχή», όπως έλεγε.

Τον χώρο του τον βρήκε, παράλληλα, και μέσα στην ελληνική ποίηση. Πολλή ελληνική ποίηση, που έγινε τρεις ανθολογίες (Α, Β και Γ) και μας γνώρισε στίχους που μπορεί να έμεναν μόνον σε κάποια ξεθωριασμένα βιβλιαράκια. Ποιητές, καταραμένους και μη, αστούς και επαναστάτες. Γιώργος Ζωγράφος, Αρλέτα, Μιχάλης Βιολάρης, Καίτη Χωματά («ιδανική ερμηνεύτριά μου»), Πόπη Αστεριάδη, Γιάννης Πουλόπουλος (με το «Παιδί μου, ώρα σου καλή», την πρώτη απόπειρα του Σπανού για λαϊκό τραγούδι) και άλλοι ανέλαβαν να τους ταιριάξουν αυτούς τους στίχους στις φωνές τους. Μέσα στην – γαλλικής προέλευσης – «Νουβέλ Βαγκ» της Ελλάδας. Και εγένετο «Νέο Κύμα». Με τον Γιάννη Σπανό μπροστάρη.

«Δεν είχα καταλάβει γιατί τόσο πολύ το είχαν κατασπαράξει και καταδιώξει το Νέο Κύμα. Ήταν σχεδόν βρισιά να λέγεται κάποιος νεοκυματικός. Πιστεύω ότι αυτά τα τραγούδια είχαν τέτοια φρεσκάδα, ήταν τόσο αυθόρμητα, χωρίς καμία υστεροβουλία για λεφτά», αποτιμούσε αργότερα, μιλώντας σε έναν από τους στιχουργούς που του χάρισαν τον λόγο σε αρκετά τραγούδια του, τον μετρ του ραδιοφώνου Γιώργο Παπαστεφάνου.

Να, εδώ κρατάω ένα από τα πιο απλά και ίσως πιο μεγάλα μουσικά του θέματα πάνω στην ελληνική ποίηση. «Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο, που λάμπει μεσ’ τη νύχτα, τίποτ’ άλλο» πάνω στις ρίμες του «παραλαλημένου» Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ή το «Έρωτας να ’ναι η σιωπή, που όταν σε βλέπω, μου το κλει’, σφιχτά το στόμα» πάνω στον ερωτικό σπαραγμό της Μυρτιώτισσας (στην πρώτη μελοποίησή του, χρόνια πριν από τον Σταμάτη Κραουνάκη, για την ταινία «Πεθαίνοντας στην Αθήνα» του Νίκου Παναγιωτόπουλου). Και πολλά άλλα, που λίγοι θυμούνται ότι είναι μελοποιημένα ποιήματα. «Το Χριστινάκι». Το «Άσπρα καράβια τα όνειρά μας». «Πάντα με ενδιέφερε η ποίηση να τραγουδηθεί και όχι να είναι επίδειξη μελοποίησης», επέμενε. Σεμνά πάντα.

«Με δέος και με αμφιβολία» έκανε τα πρώτα του βήματα στην δισκογραφία, δίνοντας τραγούδια σε μεγάλα ονόματα της εποχής. Τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, την Βίκυ Μοσχολιού, αλλά και τον Σταμάτη Κόκοτα. «Πες πως μ’ αντάμωσες», «Μια Κυριακή, ποιος το περίμενε πως θα ‘ταν Κυριακή», «Άκου πως κλαίει ο μπαγλαμάς» ήταν, όπως ο ίδιος τα έλεγε, «τα πρώτα μου εμπορικά λαϊκά τραγούδια».

Μετά την πτώση της Χούντας, έχοντας βρει πια μόνιμα και τον χώρο της μουσικής του έμπνευσης στο σπίτι του, στην οδό Μοσχονησίων, μας παρέδιδε την συγκινητική «Κίτρινη πόλη» του, για να ταυτιστούμε. Σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, με την Χαρούλα Αλεξίου. Κοντά σιμά στο «Είπα να φύγω», σε ανάλογους στίχους, με τον Γιάννη Πάριο. Όπως, άλλωστε, γράφτηκε και στο Text, στο Protagon, «ο Γιάννης Σπανός δεν έγραψε τραγούδια, κατά βάθος μελοποίησε κομμάτια από τις ζωές μας».

Όλα αυτά και πολλά άλλα γράφτηκαν χάρη στους διαρκείς αυτοσχεδιασμούς του στο πιάνο, που δεν μπορούσε – όπως έλεγε – μετά να τους θυμηθεί και τους κρατούσε σε κασέτες. Με ένα παλιό κασετοφωνάκι, που είχε πάντα δίπλα του.

Η συνεργασία του με τον αξέχαστο Μάνο Ελευθερίου ήταν εκρηκτική: «Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα, σε βρήκα που ‘ρθες για να μη βραχείς. Ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα, μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις», σε ένα τραγούδι σταθμό από το 1977. Καθώς την Ελλάδα άλλαζε οριστικά η Μεταπολίτευση, μελοποιούσε για την φωνή της μεγάλης Βίκυς Μοσχολιού κόντρα, την μελαγχολία: «Κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα, δεν έχεις κάτι για να μου πεις».

Συνοδεύοντας στο πιάνο τη Βίκυ Μοσχολιού

Η ζωή μας, λοιπόν, και κυρίως η μέσα μας ζωή αποκτούσε ήχο, μουσική και στίχο στα τραγούδια του. Κι εκείνος, ταπεινά, έλεγε στον Γιώργο Παπαστεφάνου, στο στούντιο του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ, το καλοκαίρι του 1985: «Είναι πάντα σαν να ξεκινάω από την αρχή. Ο,τιδήποτε κάνω. Είτε δίσκος είναι αυτό, είτε εμφάνιση, αισθάνομαι την ίδια αμφιβολία, τις ίδιες αμφιβολίες για τον εαυτό μου, για το ταλέντο μου».

Την ίδια χρονιά τον θυμάμαι στην ιστορική μπουάτ «Λιόγερμα» της Θεσσαλονίκης, μπροστά στο πιάνο του, που το έκανε να «μιλάει» απευθείας στην καρδιά, σεμνός, να μας συστήνει τον αξέχαστο Διονύση Θεοδόση (που μετά συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στο εμβληματικό «Όσο κρατάει ένας καφές»). Ο Θεοδόσης συμμετείχε, μετά την συνέντευξη στον Γιώργο Παπαστεφάνου, στην «Ρωμαϊκή Αγορά» κατά Γιάννη Σπανό – γιατί έχουμε και την αντίστοιχη του Μάνου Χατζιδάκι- και έφυγε από κοντά μας οκτώ χρόνια μετά, στα 35 του.

«Δεν μπορούσα να πω: τώρα θα καθίσω να γράψω ένα τραγούδι. Έπρεπε να καθίσω στο πιάνο, να σβήσω τα φώτα, να ξεφύγω από την καθημερινότητα και να μην έχω την αίσθηση ότι υπάρχει έστω και ένα αυτί σε ακτίνα είκοσι μέτρων γύρω μου», έλεγε ο Γιάννης Σπανός. Έτσι έδωσε ήχο και μουσική σε όλα αυτά τα κομμάτια από την ζωή μας. Μέσα από την προσωπική του «Έκσταση». Σαν εκείνη την Ecstasis, της αρχής, που του θαύμασαν οι γάλλοι υπαρξιστές της Αριστερής Όχθης.