1194
|

Η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ είναι ακόμη εδώ

Protagon Team Protagon Team 11 Νοεμβρίου 2020, 19:10

Η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ είναι ακόμη εδώ

Protagon Team Protagon Team 11 Νοεμβρίου 2020, 19:10

Οτι δεν αποτέλεσε ένα ατυχές συμβάν η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ούτε απλά μια δυσάρεστη παρένθεση η διακυβέρνησή του υποστηρίζουν πάρα πολλοί αναλυτές και αρθρογράφοι, σχολιάζοντας την ήττα του απερχόμενου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Συγχρόνως προειδοποιούν ότι η Αμερική δεν πρόκειται να απαλλαγεί εύκολα από τον τραμπισμό. «Ο Τραμπ δεν ήταν ένα ατύχημα και η Αμερική που τον δημιούργησε είναι ακόμη εδώ», αναφέρει, για παράδειγμα, ο Μάικλ Γκόλντφαρμπ σε κείμενό του στον Guardian.

Ο 70χρονος αμερικανός (με έδρα το Λονδίνο) δημοσιογράφος, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός  και πρώην συνεργάτης του Harvard Kennedy School of Government υποστηρίζει πως θα ήταν λάθος να δούμε τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ ως μια εκκεντρική προσωπικότητα που ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Το ότι οι ΗΠΑ και ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχουν ξεμπερδέψει με την «ανωμαλία Τραμπ» αποδεικνύεται καταρχάς από το ότι ολοένα και περισσότεροι μιλούν για τον τραμπισμό. Οι φιλελεύθεροι αριστεροί γιατί φοβούνται πως θα επιστρέψει δριμύτερος για να «τους σύρει στο σκοτάδι» ενώ οι δεξιόστροφοι ριζοσπάστες – «ο όρος “συντηρητικός” φαίνεται πως δεν είναι πλέον  σωστός», σημειώνει ο Γκόλντφαρμπ – μιλούν για τον τραμπισμό επειδή ο Τραμπ υπήρξε το άτομο που «ενεργοποίησε την ετερόκλητη συμμαχία τους» με πρωτοφανή τρόπο. Ο Γκόλντφαρμπ θεωρεί πως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι πολιτικός. Είναι, όμως, «ένας ηγέτης στον οποίο οι άνθρωποι προβάλλουν τις δικές τους επιθυμίες». Οσον αφορά την προεδρία του, αποτέλεσε το τελικό προϊόν δύο τάσεων.

Η πρώτη αφορά τη μετάλλαξη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος «από ένα μπλοκ ποικίλων συμφερόντων σε μια ριζοσπαστική παράταξη» στόχος της οποίας είναι να κερδίσει την απόλυτη εξουσία, ούτως ώστε να καταστήσει τις ΗΠΑ μονοκομματικό κράτος που θα κυβερνάται από ανθρώπους που επιδιώκουν «να περικόψουν τους φόρους των πλουσίων και να γεμίσουν τα ομοσπονδιακά δικαστήρια με δικαστές πρόθυμους να σπάσουν το κοινωνικό συμβόλαιο του New Deal και της εποχής των πολιτικών δικαιωμάτων».

Η διαδικασία μετάλλαξης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος άρχισε πριν από περισσότερα από 25 χρόνια, με πρωτεργάτη τον υπερσυντηρητικό πρώην πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Νιουτ Γκίνγκριτς, «τον πρώτο επιφανή Ρεπουμπλικάνο που διέκρινε στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ τον άνθρωπο που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρα του κόμματος», μας πληροφορεί ο Γκόλντφαρμπ.

Για να γίνει κατανοητός επιστρέφει σε ένα υποθετικό παρελθόν και σημειώνει πως εάν δεν είχε κερδίσει ο Τραμπ την προεδρία αλλά κάποιος εκ των τυπικών εκπροσώπων του ρεπουμπλικανικού κατεστημένου που διεκδίκησαν το προεδρικό χρίσμα ενόψει των εκλογών του 2016, όπως ο Μαρκ Ρούμπιο ή ο Τεντ Κρουζ ή ο Τζεμπ Μπους, και οι τρεις θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν εφαρμόσει πολιτικές παρόμοιες με τις πολιτικές του απερχόμενου προέδρου.

Και οι τρεις θα μπορούσαν και δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να περικόψουν τη φορολογία προς όφελος των εύπορων χρηματοδοτών του κόμματός τους, να διορίσουν τρεις δεξιούς δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο, να περιορίσουν τις μεταναστευτικές ροές, να χαλαρώσουν τους περιβαλλοντικούς κανόνες, να βάλλουν κατά της Κίνας στη σφαίρα του εμπορίου και σίγουρα και οι τρεις θα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν υπέρ τους τον εθνικιστικό αέρα που πνέει ανά την υφήλιο από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 κι έπειτα.

Κανένας, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να καταστρέψει τους κανόνες διακυβέρνησης, ούτως ώστε να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα. Ο Τραμπ κατάφερε να τους συντρίψει στη μάχη για το προεδρικό χρίσμα χάρη στο «χάρισμα του περφόρμερ». Αυτό που είδε στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ ο διορατικός Νιουτ Γκίνγκριτς, και μαζί του και η μισή Αμερική, ήταν «ένας άνδρας γεμάτος αυτοπεποίθηση που δεν σήκωνε πολλά και προχωρούσε πέρα από τους τους ρητορικούς καθωσπρεπισμούς της πολιτικής. Ηταν περισσότερο οικείος σε πολλούς ψηφοφόρους λόγω του “The Apprentice”, του ονόματός του στα καζίνο όπου έχασαν λεφτά και, φυσικά, του Fox News».

Η δεύτερη τάση που συνέβαλε στην ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία αφορά τα Μέσα και την επίδραση που ασκούν στην αμερικανική κοινωνία. Οι άνθρωποι που χαρακτήριζαν τον Νιουτ Γκίνγκριτς «ψώνιο» και τον διάσημο υπερσυντηρητικό ραδιοφωνικό παραγωγό Ρας Λίμπο «κακόβουλο κλόουν» και θεωρούσαν πως το Fox News «ήταν κάτι που παρακολουθούσε μόνον ο τρελός θείος τους», δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πόσοι πολλοί συμπολίτες τους συμμερίζονταν τις απόψεις τους και την κοσμοθεωρία τους.

Για λίγους περισσότερους από τους μισούς Αμερικανούς το γεγονός πως κάποιος σαν τον Ντόναλντ Τραμπ εξασφάλισε αρχικά το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων και στη συνέχεια, μέσω του αναχρονιστικού συστήματος του Κολεγίου των Εκλεκτόρων, κέρδισε και την προεδρία, παρότι η Χίλαρι Κλίντον έλαβε τρία εκατομμύρια περισσότερες ψήφους, είναι σύμφωνα με τον Γκόλντφαρμπ «ένα σοκ που δεν θα ξεπεραστεί ποτέ».

Καθοριστικό ρόλο όσον αφορά τη δημιουργία αυτού που πλέον αποκαλείται τραμπισμός διαδραμάτισαν, φυσικά, και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως το Twitter, το κύριο μέσο επικοινωνίας του Τραμπ με τη χώρα και τους πολίτες, όπου οι κύριοι σύμμαχοι του απερχόμενου αμερικανού προέδρου ήταν παραδόξως όλοι όσοι τον πολεμούσαν.

«Ο Τραμπ τουιτάρει κάτι τρελό και εκατομμύρια αντιτραμπικοί το ριτουιτάρουν, μεταδίδοντας το μήνυμά του όπως ένα άτομο με Covid μεταδίδει τον ιό», εξηγεί ο Γκόλντφαρμπ. Και δεν παραλείπει να επισημάνει πως το «αντιτραμπικό» Twitter αντικατοπτρίζει την αντικειμενική πραγματικότητα τόσο πιστά όσο και το Fox News ή ο Ρας Λίμπο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων στις ΗΠΑ έβαλαν λουκέτο 2.000 εφημερίδες, στερώντας από τους αμερικανούς πολίτες μια σημαντική πηγή πληροφοριών και γνώσης για την αχανή και ποικιλόμορφη και πολύπλοκη χώρα τους.  «Το Twitter αντικατέστησε αυτές τις εφημερίδες ως πηγή πληροφόρησης αλλά το Twitter δεν είναι δημοσιογραφία. Και δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα όσον αφορά όλα όσα συμβαίνουν», γράφει ο Γκόλντφαρμπ. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αφηγείται μια προσωπική του εμπειρία.

Μία ημέρα πριν από την εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου παραβρέθηκε σε μια προεκλογική συγκέντρωση του Ντόναλντ Τραμπ στο Σκράντον της Πενσιλβάνια,  την πόλη όπου γεννήθηκε ο Τζο Μπάιντεν. Εκπληκτος διαπίστωσε πως η εντύπωση που είχε σχηματίσει όσον αφορά το τι να περιμένει με βάση όλα όσα είχε διαβάσει στο Twitter, απείχε παρασάγγες από την πραγματικότητα. «Οι περισσότεροι φορούσαν μάσκες και ανήκαν στη μεσαία τάξη και, ειλικρινά, είχαν φυσιολογική εμφάνιση. Παράλογη συμπεριφορά; Όχι κρίνοντας από όσα είδα. Είναι εύκολο να απορρίπτεις τους ανθρώπους όταν θεωρείς ότι είναι τρελοί. Είναι τρομακτικό όταν συνειδητοποιείς ότι δεν είναι»,  παραδέχεται ο αμερικανός δημοσιογράφος.

Στο τέλος, ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ κούρασε με τα καμώματά του την πλειονότητα των Αμερικανών ενώ υπονόμευσε και ο ίδιος τον εαυτό του, αντιδρώντας όπως αντέδρασε ενώπιον της επέλασης του κορονοïού. «Η πανδημία επηρεάζει τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι θέλουν να ησυχάσουν λίγο. Ο Μπάιντεν είναι πρωτίστως καθησυχαστικός».  Ανεξάρτητα, ωστόσο, από το πώς θα κυβερνήσει ο 78χρονος 46ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, «ο Τραμπ θα βαραίνει τη συνείδηση της Αμερικής για πολύ καιρό», προβλέπει ο Γκόλντφαρμπ.

Για πολλούς προοδευτικούς η θύμηση της προηγούμενης τετραετίας θα αποτελεί αστείρευτη πηγή στρες και άγχους. Θα ζουν διαρκώς υπό τον φόβο της αναβίωσης του τραμπισμού και της επιστροφής του Ντόναλντ, αλλά «αυτό δεν είναι κακό» γιατί χάρη στον φόβο ενδέχεται να μάθουν να μην υποτιμούν τους δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς η κοσμοθεωρία των οποίων διαμορφώνεται από το Fox News. Οσον αφορά τους Ρεπουμπλικάνους, όταν ο Τραμπ πάψει να αμφισβητεί τα αποτελέσματα και αποδεχτεί την ήττα του, θα αισθάνονται μια ανυπέρβλητη μνησικακία η οποία «δεν πρόκειται να εξαλειφθεί ποτέ».

Ολοκληρώνοντας τον συλλογισμό του ο Γκόλντφαρμπ σημειώνει πως η ισχύς του Τραμπ, «είτε τον βλέπει κανείς ως ηγέτη είτε τον βλέπει ως δαίμονα», έγκειται στο γεγονός πως κατάφερε να δώσει «ανθρώπινη μορφή» σε ένα δεδομένο το οποίο προϋπήρχε της προεδρίας του και θα συνεχίσει να υπάρχει και αφότου φύγει: «η Αμερική είναι επικίνδυνα διαιρεμένη, χωρίς την παραμικρή αίσθηση ότι η κοινωνία θα επουλώσει τις πληγές της σύντομα».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News