1473
Μία από τις αίθουσες του Μουσείου | Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης / Facebook

100 ιστορίες πίσω από 100 εκθέματα

Protagon Team Protagon Team 19 Ιανουαρίου 2026, 19:50
Μία από τις αίθουσες του Μουσείου
|Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης / Facebook

100 ιστορίες πίσω από 100 εκθέματα

Protagon Team Protagon Team 19 Ιανουαρίου 2026, 19:50

Χωράει η συλλογή ενός μουσείου, όπως το Αρχαιολογικό της Θεσσαλονίκης, σε ένα λεύκωμα, όσο αντιπροσωπευτικό κι αν είναι αυτό; Η προφανής απάντηση είναι αρνητική, αφού κάθε μουσείο προσκαλεί –και προκαλεί– τους επισκέπτες με τον πλούτο των κειμηλίων και αντικειμένων, τα οποία αντέχουν σε δεύτερη και τρίτη επίσκεψη.

Ο αρχαιολογικός οδηγός, ωστόσο, τον οποίο εξέδωσε το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, έχει νόημα ύπαρξης, καθώς μέσα από 100 επιλεγμένα αντικείμενα «αφηγείται» ισάριθμες ιστορίες επιτρέποντας να διαφανεί ο πλούτος του. Ολα αυτά με τη συνδρομή 12 αρχαιολόγων και μουσειολόγων (τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στις ιστορίες που ακολουθούν), σε επιμέλεια των Αγγελικής Κουκουβού και Ουρανίας Πάλλη.

«Τα 100 επιλεγμένα αντικείμενα προσφέρουν μία μόνο από τις πολλές διαδρομές που προτείνει η εκθεσιακή αφήγηση στον επισκέπτη… Από τον κολοσσιαίο ανδριάντα μέχρι το μικροσκοπικό ζάρι, αντικείμενα φτιαγμένα από τεχνίτες και τεχνίτριες που έζησαν στη μακεδονική γη ή ταξίδεψαν από τις μακρινές γωνιές του κόσμου, όλα μάς μιλούν για τη ζωή των ανθρώπων από τα προϊστορικά χρόνια έως και την ύστερη αρχαιότητα» επισημαίνουν οι δύο επιμελήτριες στην εισαγωγή.

Οδοδείκτης της Εγνατίας Οδού

Το μαρμάρινο μιλιάριο, δηλαδή ο δείκτης των μιλίων της Εγνατίας οδού, εντοπίστηκε το 1974 κατά τη διάρκεια εκσκαφής στη Βιομηχανική Περιοχή της Σίνδου. Στη μία όψη του φέρει επιγραφή στο ελληνικό και λατινικό αλφάβητο, όπου αναφέρεται ο ανθύπατος Γναίος Εγνάτιος, διοικητής της επαρχίας της Μακεδονίας όταν κατασκευάστηκε η οδός που πήρε το όνομά του.

Η βασική της χρήση ήταν στρατιωτική για τη διέλευση των λεγεώνων, ωστόσο, τη χρησιμοποιούσαν και οι αυτοκράτορες στις μετακινήσεις τους προς τις ανατολικές επαρχίες, ενώ καθοριστική υπήρξε η κατασκευή της για την ανάπτυξη του εμπορίου. Για τη διευκόλυνση των διερχομένων τοποθετήθηκαν ανά 1 μίλι οι οδοδείκτες – μιλιάρια (λήμμα της Κωνσταντούλας Χαβέλα).

Δύο σφίγγες στην Αγία Παρασκευή

Η κύλικα της λεγόμενης ομάδας των Αντιθετικών Σφιγγών βρέθηκε σε πλούσια ανδρική ταφή στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής Θεσσαλονίκης.

Κατεξοχήν συμποσιακό αγγείο, αποτελεί ένα πολυτελές κύπελο κρασιού. Στην κύρια όψη απεικονίζονται δύο σφίγγες καθιστές στα πίσω πόδια τους, με ανασηκωμένες ουρές και ελικωτά μεγάλα φτερά, οι οποίες αποτελούν τις πιο περίτεχνα σχεδιασμένες σφίγγες της αρχαϊκής κεραμικής της Χίου. Το εσωτερικό του αγγείου έχει καλυφθεί με μελανό υάλωμα (Κωνσταντούλα Χαβέλα).

Δώρο μέσα στον τάφο

Στο νεκροταφείο της Σίνδου, γύρω στο 440-420 π.Χ., ενταφιάστηκε μέσα σε σαρκοφάγο ένας άνδρας ηλικίας 30-35 ετών. Τα ευρήματα διασώθηκαν, παρόλο που στην αρχαιότητα τυμβωρύχοι τον παραβίασαν, αναζητώντας πιθανότατα το επάνω μέρος σκελετού όπου συνήθως υπήρχαν κοσμήματα.

Στο εσωτερικό του τάφου αποκαλύφθηκαν τρία αγγεία, ένα σιδερένιο και δύο πήλινα, σιδερένιο ξίφος, χρυσά ελάσματα που αποτελούσαν πιθανώς διακοσμητικά της θήκης του ξίφους, χρυσό επιστόμιο, χάλκινη περόνη, χάλκινο κράνος και αιχμές δοράτων. Μεταξύ του ξίφους και του αριστερού βραχίονα, βρέθηκε φορεμένο σε δάχτυλο του δεξιού χεριού το χρυσό ενεπίγραφο δαχτυλίδι. Στην επιφάνειά του φέρει εγχάρακτη τη λέξη ΔΩΡΟΝ, γραμμένη με το ιωνικό αλφάβητο. Η επιγραφή υποδηλώνει πως το κόσμημα προσφέρθηκε ως δώρο σε αγαπημένο πρόσωπο (Κατερίνα Μπεχτσή).

Η χρυσή μάσκα της Σίνδου

Οι χρυσές μάσκες θεωρούνται –και δικαίως– από τα εντυπωσιακότερα ευρήματα των αρχαϊκών νεκροταφείων της Μακεδονίας. Η συγκεκριμένη βρέθηκε στο νεκροταφείο της Σίνδου, στον τάφο ενός νεαρού άνδρα ηλικίας περίπου 25 ετών. Eνα βαρύ χάλκινο κράνος με λοφίο κοσμούσε το κεφάλι του, ενώ το πρόσωπό του κάλυπτε πλήρως η μάσκα, που χάρη στο ορθογώνιο σχήμα της προσαρμοζόταν στο αντίστοιχο άνοιγμα του κράνους.

Φτιαγμένη από παχύ φύλλο χρυσού, ο οποίος πιθανότατα προήλθε από τον γειτονικό Γαλλικό ποταμό (Εχέδωρο στην αρχαιότητα), σφυρηλατήθηκε πάνω σε ξύλινο πρόπλασμα. Η πρακτική της κάλυψης του νεκρού με χρυσό προσωπείο είναι γνωστή από τους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Μετά από περίπου χίλια χρόνια, γύρω στο 550 π.Χ., το λησμονημένο αυτό έθιμο εμφανίζεται στον μακεδονικό χώρο σε πλούσιες ταφές ανδρών και γυναικών (Ευανθία Παπαδοπούλου).

Το κορίτσι με το περιστέρι

Επιτύμβια στήλη, που βρέθηκε το 1973 σε συστάδα τάφων κοντά στην ακτή της Νέας Καλλικράτειας Χαλκιδικής, η οποία με βάση νεότερα ανασκαφικά τεκμήρια θεωρείται πως ταυτίζεται με την αρχαία Δίκαια, μία από τις τρεις αποικίες των Ερετριέων στον Θερμαϊκό. Σε χαμηλό ανάγλυφο εικονίζεται ένα κορίτσι που στέκει όρθιο σε προφίλ προς τα δεξιά, πατώντας σε πλίνθο. Φορά δωρικό πέπλο, ανοιχτό στο πλάι, τις άκρες του οποίου συγκρατεί με το δεξί της χέρι.

Τα κυματιστά μαλλιά της πιασμένα σε κότσο αφήνουν ακάλυπτο τον λαιμό. Εχει το κεφάλι σκυμμένο και το βλέμμα προς ένα περιστέρι που με το αριστερό της χέρι πιάνει από τις φτερούγες. Η μορφή της κόρης με το άγουρο στήθος και τη γαλήνια θλίψη του προσώπου είναι σαν το περιστέρι που κρατά: μια ζωή που τέλειωσε πριν προλάβει να ανοίξει τα φτερά της (Στυλιάνα Γκαλινίκη).

Ο μονομάχος Λούπερκος

Το επιτάφιο ανάγλυφο του Λούπερκου ανήκει σε όσα ήταν στημένα προς τιμή μονομάχων και άλλων επαγγελματιών της αρένας. Ο μονομάχος που εικονίζεται φορά περισκελίδα, ψηλές κνημίδες, κρατά καμπύλο εγχειρίδιο και ορθογώνια ασπίδα με ανάγλυφο γοργόνειο. Ενας μικρός βοηθός μεταφέρει το κράνος του, ενώ ανάμεσά τους μικρό σκυλάκι, ανασηκωμένο στα πίσω πόδια, κοιτά τον μονομάχο.

Ο αμυντικός και επιθετικός εξοπλισμός του μονομάχου, και ιδιαίτερα το κράνος με το ψηλό λοφίο που απολήγει σε γρύπα, τον κατατάσσει στην κατηγορία του Θράκα, μία από τις κατηγορίες όπλου των μονομάχων που με τον καιρό έπαψαν να δηλώνουν την εθνικότητα των αγωνιζομένων. Η επιγραφή μάς πληροφορεί πως το ανάγλυφο είχε στήσει στη μνήμη του η σύζυγός του Θεοδώρα, ενώ το όνομα του μικρού δούλου, Απολλώνις, είναι χαραγμένο πάνω από τη μορφή του (Αγγελική Κουκουβού).

Ο Διόνυσος με την άμπελο

Το άγαλμα που απεικονίζει τον θεό Διόνυσο σε φυσικό μέγεθος αποκαλύφθηκε τυχαία το 2002 στην Aνω Πόλη Θεσσαλονίκης. Λείπουν τα πόδια κάτω από τα γόνατα, ο αριστερός πήχης και τα δεξιά ακροδάχτυλα. Ο θεός εικονίζεται ως γυμνός, αγένειος νέος, σε όρθια χαλαρή στάση και στρέφει το κεφάλι και τον κορμό του προς τα δεξιά. Το δεξί χέρι εκτείνεται παράλληλα με τον κορμό και πιθανότατα κρατούσε αγγείο.

Το αριστερό λυγίζει στον αγκώνα και αναπαύεται επάνω σε κορμό δέντρου, γύρω από τον οποίο ελίσσονται βλαστοί αμπέλου με ένα τσαμπί. Η λατρεία του Διονύσου είναι μία από τις παλαιότερες και δημοφιλέστερες στη Θεσσαλονίκη, με οργανωμένες ομάδες λατρείας, ενώ το όνομά του φέρει και μία από τις τρεις φυλές –Διονυσιάς– στις οποίες εντάσσονται οι κάτοικοι της πόλης (Ελεονώρα Μέλλιου).

Μια θεά των Κελτών στο Αριστοτέλειο

Εξω από τη γραμμή των τειχών της Θεσσαλονίκης, ανατολικών και δυτικών, απλωνόταν μια απέραντη νεκρόπολη από την αρχαιότητα έως το πρόσφατο παρελθόν. Το ανάγλυφο της θεάς Επόνας βρέθηκε το 1962 κατά την ανέγερση της Νομικής Σχολής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Η κελτική θεά, προστάτιδα των ιππέων, των αλόγων και των στάβλων, εικονίζεται στον θρόνο της φορώντας χιτώνα και ιμάτιο, ενώ στεφάνι από δύο σειρές φύλλων, πιθανόν δάφνης, στολίζει τα μαλλιά της. Την πλαισιώνουν δύο ζεύγη αλόγων κατευθυνόμενα προς αυτήν, ενώ πίσω από τις ράχες τους διακρίνονται εγχάρακτα δέντρα, ενδεχομένως κυπαρίσσια.

Η μητριαρχική θεότητα, το όνομα της οποίας έχει κοινή ρίζα με τη λέξη «ίππος», λατρευόταν κυρίως στην ανατολική και κεντρική Γαλατία, στην κεντρική Ευρώπη, καθώς και στις περιοχές κατά μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Προστάτιδα του ρωμαϊκού ιππικού, η εισαγωγή της λατρείας της στον ελλαδικό χώρο συνδέεται με τον αυτοκράτορα Γαλέριο, ο οποίος επέλεξε τη Θεσσαλονίκη ως διοικητικό κέντρο και πρωτεύουσα του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Κατερίνα Μπεχτσή).

Αναμνηστικό από την οικογένεια του Αλέξανδρου

Μία από τις τρεις ενεπίγραφες πλάκες που χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. και βρέθηκαν μαζί με μαρμάρινα γλυπτά της ίδιας εποχής σε ένα σημαντικό δημόσιο κτίριο της ρωμαϊκής Αγοράς το οποίο στέγαζε την αυτοκρατορική λατρεία. Οι πλάκες φέρουν τα ονόματα μελών της οικογένειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πρέπει να αποτελούσαν τους ορθοστάτες ενός μνημειακού βάθρου όπου στηριζόταν ένα σύνολο αγαλμάτων της οικογένειας του Μακεδόνα βασιλιά με λατρευτικό χαρακτήρα.

Στην επιγραφή «Θεσσαλονίκην, Φιλίππου Βασίλισσαν» μνημονεύεται η Θεσσαλονίκη, κόρη του Φιλίππου Β’, ετεροθαλής αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και σύζυγος του Κασσάνδρου, ο οποίος έδωσε το όνομά της στην πόλη. Είναι γνωστό ότι η ρωμαϊκή Ελλάδα ζούσε με την ανάμνηση ενός ένδοξου παρελθόντος και ο Αλέξανδρος κατέχει μια προνομιακή θέση σε αυτό. Η λεγόμενη Αλεξανδρολατρεία παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα την εποχή των Σεβήρων (193-235 μ.Χ.), με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτήν του Καρακάλλα που προβάλλεται ως νέος Αλέξανδρος (Αγγελική Κουκουβού).

Η θεά Ισιδα σε ακούει

Το αναθηματικό ανάγλυφο εικονίζει στο άνω τμήμα ένα αφτί σε μέγεθος μεγαλύτερο του φυσικού, ενώ στο κάτω μέρος είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Ο Μάρκος Αγελλήιος, αφιερώνει στη θεά Ίσιδα που ακούει και ανταποκρίνεται».

Το πλήθος των αφιερωμάτων που έχουν βρεθεί στο ιερό των Αιγυπτίων θεών της Θεσσαλονίκης, γνωστό ως Σαραπιείο, καταδεικνύει τη μεγάλη δημοτικότητα του ιερού στο οποίο οι πιστοί εξέφραζαν δημόσια την αφοσίωσή τους με αφιερώματα και δωρεές. Οι απεικονίσεις αφτιών, όπως και τα αποτυπώματα πελμάτων (βήματα) που έχουν ανακαλυφθεί στο Σαραπιείο συμβολίζουν την παρουσία των λατρευόμενων θεοτήτων (Αγνή Αποστολίδου).

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...