806
|

Εδώ Αργολίδα: Για τα πανηγύρια

Εδώ Αργολίδα: Για τα πανηγύρια

Αν ήσουν γουρουνάκι, πιθανότατα δεν θα είχες το ψυχικό σθένος να διαβάσεις με νηφαλιότητα αυτό το κείμενο. Όχι γιατί τα γουρουνάκια δεν έχουν ενδεχομένως ψυχικά αποθέματα, αλλά γιατί οι άνθρωποι δεν δείχνουν ούτε μια στάλα οίκτο. «Πανηγύρι» το ονομάζουν αλλά αυτό είναι στην κυριολεξία μια κανονική χοιροσφαγή.

Κιόνια Στυμφαλίας. Με αφορμή τη θρησκευτική γιορτή του Σταυρού, περιδιαβαίνεις το απόγευμα της παραμονής την τοπική εμποροπανήγυρη, που σύμφωνα με το έθιμο διαρκεί περίπου μια βδομάδα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, έχει σκύψει τόσο πολύ πάνω σου, που νιώθεις το ρίγος από την επερχόμενη βροχή να σου διαπερνά ήδη τα κόκκαλα. Εκατοντάδες μέτρα πριν το ομώνυμο εκκλησάκι του χωριού έχουν στήσει τους πάγκους τους οι εκπρόσωποι της φυλής των Ρομά, σε διακριτικά περιχαρακωμένο γι’ αυτούς χώρο. Χαλιά, παπλώματα, πήλινες γλάστρες, καρεκλάκια. Ξυπόλυτα και ρακένδυτα γυφτάκια σε καλούν να αγοράσεις ό,τι είναι διαθέσιμο. Παράμερα κάποιοι άνδρες της φυλής πλένονται σε κάποια αρδευτική βρύση. Γυμνά κορμιά, καταπονημένα από την εξάντληση των ημερών και την αδημονία του ελάχιστου κέρδους. Ίσως το πνεύμα τους ήδη να πλανιέται στον επόμενο προορισμό, στο επόμενο πανηγύρι.

Αμέσως παρακάτω ξεκινούν οι πάγκοι με τα παιχνίδια, τα ρούχα, τα παπούτσια, τις τσάντες, τα γεωργικά εργαλεία. Το μάτι σου καταποντίζεται στον ακατάπαυτο πληθωρισμό της εικόνας. Περπατάς, σταματάς, χαζεύεις, ξαναπερπατάς. Τίποτα δεν ψάχνεις. Κι όμως, κάθε λίγο και λιγάκι σταματάς, περιεργάζεσαι κι άντε πάλι από την αρχή. Τα παιδιά ήδη σου τραβούν το παντελόνι. Θέλουν παιχνίδια. Συστήνεις αυτοσυγκράτηση σε τόνο αυστηρό, αν και κατά βάθος γνωρίζεις ότι για την ώρα σε παρηγορεί η θνησιγενής αυτή μωρολογία σου.

Ξάφνου ροκανίζει τα ρουθούνια σου η ελκυστικότατη μυρωδιά από τα σουβλιστά γουρνόπουλα. Αρμαθιές από γουρουνάκια που, επειδή το λέει το έθιμο, θυσιάστηκαν μαζικά, ώστε να συμπληρωθεί το προσκύνημα και με το αναγκαίο γαστριμαργικό κεφάλαιο. Περνάς και από την εκκλησία. «Να βάλουμε ένα κερί;» σκέφτεσαι στιγμιαία. «Άστο για την επιστροφή». Προχωρώντας συναντάς κάποιο μνημείο της εθνικής αντίστασης, όπου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων. Επειδή η ιστορία παραμένει αγαπημένη ακόμα και εν μέσω γαστριμαργικών διεκδικήσεων, πλησιάζεις και εντοπίζεις ανάμεσα στον κατάλογο 3 ονοματεπώνυμα προερχόμενα από το Άργος και τα γύρω χωριά: Ίναχος και Αχλαδόκαμπο. Δίπλα ακριβώς κάποιοι δοκιμάζουν ψητό γουρουνάκι…

Η σειρά με τους πάγκους μοιάζει να μην έχει τελειωμό. Τελικά όμως έχει. Στο τέρμα σε περιμένουν οι Σειρήνες: ταβερνάκια, καφενεία μεταλλαγμένα σε καφετέριες, τρεχούμενα νερά. Κάθεσαι με την οικογένεια και την παρέα σου κι απολαμβάνεις ό,τι τραβάει η καρδιά σου. Τα παιδιά ξετρελαίνονται με ένα τραμπολίνο που υπάρχει στον κήπο. Τα κοιτάς και σκέφτεσαι ότι αυτό το αίσθημα ελευθερίας που χαρίζει το χοροπηδητό, αυτό το πέταγμα, αυτή η στιγμιαία αιώρηση στο κενό είναι ίσως η πεμπτουσία της παιδικής ηλικίας.

Θέλεις να τα βλέπεις να παίζουν έτσι για ώρες αλλά τα μπουμπουνητά που όλο και πλησιάζουν, σε αναγκάζουν να τα μαζέψεις. Οι πρώτες χοντρές στάλες της βροχής μουσκεύουν κιόλας το χώμα. «Βρέχει, γιούπιιιιιιιιιιιι». Ξεσπά μια γερή μπόρα που θα βαστήξει πάνω από μια ώρα. Ο σκεπαστός χώρος του μαγαζιού γεμίζει ασφυκτικά από βρεγμένους ως το κόκκαλο επισκέπτες. Τι να γυρεύουν όλοι αυτοί οι δήθεν αστοί με τις πανάκριβες γερμανικές λιμουζίνες και τα πολυτίμητα αμερικανικά κινητά τηλέφωνα στα 800 μέτρα υψόμετρο; Γιατί διένυσαν τόσα χιλιόμετρα από την Αθήνα; Από όψιμη θρησκευτική ευλάβεια; Από ασίγαστο πάθος για αγορές; Από απύθμενη δίψα για ευζωία; Από την τσίκνα του σουβλιστού γουρουνιού; Η Ανατολή και η Δύση σε έναν ανεπανάληπτο αχταρμά.

«Πότε θα τελειώσει η βροχή, μπαμπά;»

«Σε λίγο».

«Και πότε θα έρθει το σε λίγο;» Ο διάλογος αυτός επαναλαμβάνεται εδώ και ώρα.

Τι είναι πιο δύσκολο; Να πείσει η Ελλάδα τους δανειστές της ότι τάχαμου νοικοκυρεύτηκε ή να πείσεις εσύ τα παιδιά ότι το σε λίγο όπου να’ ναι φτάνει; Στο δρόμο του γυρισμού ξαναπερνάς από τους πάγκους. «Θέλουμε παιχνίδια». Βγάζεις να πληρώσεις αλλά ευτυχώς φιλοτιμείται η γιαγιά και σε σώζει την τελευταία στιγμή. Πώς να εξηγήσεις στα παιδιά ότι για 15 ευρώ κάποιοι ιδροκοπούν όλη μέρα στα κτήματα; Παρακάτω θα μπεις στον πειρασμό να δοκιμάσεις λίγο σουτζούκ λουκούμ και ο παππούς θα πάρει λίγη γουρνοπούλα για το σπίτι. Στις πλάτες της τρίτης ηλικίας αυτή την ώρα στηρίζεται η Ελλάδα, στην ταπεινή σύνταξη του παππού και της γιαγιάς. Ζούμε την εποχή της σαρωτικής επιστροφής της τρίτης ηλικίας στο προσκήνιο. Όταν σβήσει κι αυτός ο κρουνός χρηματοδότησης, τότε θα νιώσεις τελεσίδικα τη φτώχεια στο πετσί σου. Στο εκκλησάκι πλησιάζεις τώρα, μόνο πετώντας. «Δεν πειράζει, άλλη φορά», λες και φεύγεις με σκυφτό κεφάλι.

Έχει πια νυχτώσει για τα καλά. Συνωστισμός παντού. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο την ώρα που αρχίζει πάλι να ψιχαλίζει κι απομακρύνεσαι. Η ουρά των οχημάτων μοιάζει με μια ολοφώτεινη μυρμηγκιά στο σκοτάδι της νύχτας.

Στο σπίτι γουρνοπούλα, σαλάτα και κρασί. Τα παιδιά δοκιμάζουν τα καινούρια τους παιχνίδια και ζουν για ακόμα μια φορά τον παιδικό διονυσιακό τους μύθο. Θα αποκοιμηθούν αγκαλιά με τα νέα τους δώρα.

Πανηγύρι στα Κιόνια Στυμφαλίας. Αν ήσουν γουρουνάκι, πιθανότατα δεν θα είχες το ψυχικό σθένος να διαβάσεις με νηφαλιότητα αυτό το κείμενο. Τώρα που δεν είσαι παρά ένα ανθρωπάκι, πόση νηφαλιότητα άραγε αντέχεις να βαστήξεις στη χούφτα σου;

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News