1152
Ο υπέροχος Μπίλι Κρίσταλ σε ρόλο ψυχοθεραπευτή στην ταινία «Ανάλυσέ το» | Warner Bros

Πότε λες αντίο στον ψυχοθεραπευτή σου;

Ο υπέροχος Μπίλι Κρίσταλ σε ρόλο ψυχοθεραπευτή στην ταινία «Ανάλυσέ το»
|Warner Bros

Πότε λες αντίο στον ψυχοθεραπευτή σου;

Πάνε αρκετά χρόνια από τότε. Μία ακόμη συνεδρία έφτανε προς το τέλος της και εκείνος μου έκανε το γνωστό σινιάλο, γλιστρώντας προς την άκρη της δερμάτινης πολυθρόνας του, που βρισκόταν απέναντι και μερικά βήματα από τη δική μου. Ηταν ο τρόπος του για να μου πει «τελειώσαμε για σήμερα, θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα». Εγώ όμως, εκείνη την ημέρα, ήμουν σε τέτοια ένταση, που δεν μπορούσα να σταματήσω να μιλάω και να κλαίω ταυτόχρονα. «Σας παρακαλώ, δώστε μου άλλα πέντε λεπτά» του είπα πανικόβλητη. «Θα τα πούμε την επόμενη φορά» μου είπε με σταθερή φωνή. «Αν δεν ήσασταν ψυχίατρος, αλλά παθολόγος, και αυτή τη στιγμή αιμορραγούσα από το αυτί, θα μου λέγατε «θα τα πούμε την επόμενη εβδομάδα;»». Μάλλον αυτό που ξεστόμισα πάνω στην απόγνωσή μου, ήταν αρκετά πειστικό. Ξαναγλίστρησε προς τα πίσω και μου παραχώρησε άλλα πέντε λεπτά.

Δεν ξέρω πόσα χρήματα έδωσα συνολικά στην ψυχοθεραπεία, σε αυτή την αόρατη επένδυση, με τα συχνά αμφίβολα αποτελέσματα, αλλά τα τόσο ενδιαφέροντα ευρήματα. Ξεκίνησα να βλέπω τον συγκεκριμένο ψυχίατρο-ψυχοθεραπευτή το 2004. Ωραίες εποχές. Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα, λεφτά υπήρχαν, και εγώ έδινα ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό τον μήνα για τη σωτηρία της ψυχής μου. «Αλίμονο αν δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε… θα ήμασταν ακόμα σε σπηλιές…» ήταν η πρώτη ατάκα που μου είπε όταν τον ρώτησα αν πιστεύει πως μπορώ να βοηθηθώ μέσα από μία τέτοια διαδικασία.

Δεν ερωτεύτηκα τον ψυχοθεραπευτή μου

Με κέρδισε αμέσως. Ακολούθησαν έξι ολόκληρα χρόνια εβδομαδιαίων συναντήσεων. Κάποτε πήγαινα με βαριά καρδιά επειδή δυσκολευόμουν να μοιραστώ όσα με βασάνιζαν, άλλοτε έτρεχα στον δρόμο για να φτάσω εγκαίρως και χτυπούσα το κουδούνι με λαχτάρα ερωτευμένου κοριτσόπουλου. Οχι. Δεν ερωτεύτηκα τον ψυχοθεραπευτή μου όπως ορίζει το βαρετό στερεότυπο. Βρήκα όμως σε εκείνον, έναν άνθρωπο στον οποίο μπορούσα να εξομολογηθώ τα πάντα, ακόμη και τα πιο καταχθόνιά μου ένστικτα. Θα μπορούσα να πω ότι υπήρξε από τους καλύτερους φίλους που είχα ποτέ. Αν και στο τέλος κάθε μας συνάντησης, του έδινα χρήματα. Και ο κυνικός μου εαυτός στενοχωριόταν που ζούμε σε έναν κόσμο με τόση μοναξιά, που αναγκαζόμαστε να πληρώσουμε κάποιον για να μας ακούσει.

Το πρώτο «αντίο» το είπαμε στις αρχές του καλοκαιριού του 2010. «Νιώθω την ανάγκη να ξαναδώ τον κόσμο μόνη μου, να βγάλω τις βοηθητικές ρόδες από το ποδήλατο. Σας ευχαριστώ για όλα» του έστειλα με sms. «Εγώ ευχαριστώ. Καλό δρόμο» μου απάντησε. Με το που το διάβασα, ξέσπασα σε λυγμούς, λες και χώριζα από μία πολύ σημαντική σχέση. Και αυτό, δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν και πολλοί εκεί έξω που αντέχουν να ξέρουν τόσα πολλά για σένα. Τις πιο ελεεινές φοβίες σου, τις πιο ακραίες υστερίες σου, πως βρίζεις σαν νταλικέρης όταν τα παίρνεις στο κρανίο, σε ποιες λέξεις και σε ποιες αναμνήσεις η φωνή σου βραχνιάζει, και τόσα άλλα.

Ενα πενηντάευρω στο τέλος

Το ρεπερτόριο δεν περιείχε μόνο κλάμα και οδυρμό. Υπήρχαν και πολλές φορές που γελούσαμε. Διασκέδαζε κάθε φορά που, όταν του περιέγραφα κάτι που μου είπε κάποιος, άλλαζα ασυναίσθητα και τη φωνή μου. «Κάντε το άλλη μία φορά!» μου έλεγε σκασμένος στα γέλια και τότε έσπαγα τη νόρμα του πληθυντικού και του έλεγα «ωραία περνάς εσύ, ε; Ερχομαι εδώ, σου κάνω 50 λεπτά τον Καραγκιόζη και σου δίνω κι ένα πενηντάευρω στο τέλος…».

Μετά το 2010, βρισκόμασταν αραιά και πού για να μπορέσω να διαχειριστώ σοβαρά συμβάντα της ζωής μου. Το 2011 επειδή θυμήθηκα να βγάλω τις αμυγδαλές μου και φοβόμουν ότι δεν θα ξυπνούσα από τη νάρκωση. Το 2012 επειδή πέθανε η μητέρα μου, κτλ, κτλ.

Ενσυναίσθηση και αποστασιοποίηση

Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι αυτή η σχέση δεν θα τελείωνε ποτέ. Οτι θα τη συντηρούσαμε με μερικές συνεδρίες στη χάση και στη φέξη, σαν δύο καλοί φίλοι που βρίσκονται αραιά και πού για να πουν τα νέα τους – και ο ένας καταλήγει να μιλάει περισσότερο.

«Τώρα που δεν έχω κανέναν εν ζωή συγγενή, σας νιώθω σαν δικό μου άνθρωπο, σαν συγγενή μου. Τα ξέρετε όλα για μένα» ξεστόμισα την προτελευταία φορά που τον είδα, πάνω σε μία έκρηξη παρορμητισμού. Με κοίταξε με το γνωστό βλέμμα, ένα κράμμα ενσυναίσθησης και αποστασιοποίησης.

Την τελευταία φορά που τον είδα όμως, όλα ήταν αλλιώς. Μπήκα φουριόζα στο δωμάτιο με τις δύο αντικρυστές πολυθρόνες. «Αλλα ήθελα να σας πω σήμερα και άλλα θα σας πω τελικά» ήταν ο πρόλογός μου. Κάποιες εξετάσεις που μόλις είχα πάρει από ένα διαγνωστικό κέντρο, με είχαν κάνει να ανησυχήσω. Οπως αποδείχτηκε έναν μήνα αργότερα, τελικά δεν ήταν κάτι σοβαρό, εγώ όμως τότε δεν το ήξερα.

Είμαι στ’ αλήθεια μόνη μου;

Αρχισα να του αραδιάζω τις φοβίες μου σαν τρομαγμένο παιδί που δεν είχε από πού αλλού να κρατηθεί. Κι αν αυτό; Κι αν εκείνο; Κι αν το άλλο; Στριφογύριζα εμμονικά γύρω από τα ίδια και τα ίδια, μου είχαν κοπεί τα πόδια. Τότε μου έδειξε ένα πρωτόγνωρο πρόσωπο. «Δεν έχει νόημα να λέμε τα ίδια και τα ίδια, ας αλλάξουμε θέμα, αυτό δεν σας προσφέρει τίποτα» μου είπε, λες και με γνώριζε ελάχιστα.

Κοκκάλωσα και μετά πέρασα στην αντεπίθεση. «Συγγνώμη, αλλά αυτή τη στιγμή μου λες ό,τι θα μου έλεγε και ο μέσος μαλάκας» του απάντησα και αμέσως μετά έβαλα τα γέλια, συνειδητοποιώντας τι του είπα. «Δεν το εννοούσα έτσι, δεν λέω ότι είσαι μαλάκας, απλά αυτά μου τα λένε κάποιες και κάποιοι που βαριούνται να ασχοληθούν μαζί μου. Αν δεν είσαι διατεθειμένος να ακούσεις το παραλήρημά μου ούτε εσύ που σε πληρώνω γι’ αυτό, τότε είμαι στ’ αλήθεια μόνη μου…».

Δεν βγάλαμε άκρη εκείνο το απόγευμα. Αλλάξαμε όντως θέμα, σαν σύζυγοι που μένουν μαζί από συνήθεια και λένε τα νέα της ημέρας για να μην πουν κάτι πιο βαθύ και σοβαρό. Στο τέλος της συνεδρίας, άφησα ένα τσαλακωμένο πενηντάρικο πάνω στο γραφείο και ήξερα ότι θα ήταν το τελευταίο που θα του έδινα. Οχι από εκδίκηση, αλλά επειδή ένιωσα ότι δεν είχαμε κάτι άλλο να πούμε.

Και οι ψυχίατροι έχουν ψυχή

Ισως δεν τον πέτυχα σε καλή μέρα. Και οι ψυχίατροι έχουν τα δικά τους, λογικό και ανθρώπινο είναι – σκέφτηκα. Οσο αγχωτικό είναι για έναν ποδοσφαιριστή να περιμένουν πάντα από εκείνον να βάλει γκολ, έτσι και για έναν ψυχοθεραπευτή, ίσως ώρες ώρες να είναι αφόρητο να ζητούν από εκείνον την κατάλληλη φράση.

Χωρίς να ακυρώνω όλα όσα ζήσαμε, μοιραστήκαμε και είπαμε, ήξερα ότι αυτή η παράξενη «φιλία» έφτασε αισίως στο τέλος της. Του είπα «καληνύχτα», ενώ στην πραγματικότητα εννοούσα «αντίο». Πώς αποχωρίζεσαι κάποιον που ξέρει τα πάντα για σένα; Εύκολα. Γιατί στην ουσία, τον κουβαλάς μέσα σου. Ξέρεις τι θα σε συμβούλευε ανά πάσα στιγμή, έχεις τις απαντήσεις και τα κλειδιά μες στο κεφάλι σου – σε αυτά επένδυες από το 2004 ως το 2010.

Η ψυχοθεραπεία δεν κάνει θαύματα. Ούτε μπορεί να σε αλλάξει ολοσχερώς. Απλά, αν είσαι τυχερός, σε μετατοπίζει. Σα να στέκεσαι για χρόνια στο ίδιο σημείο και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι αν κάνεις ένα βηματάκι πιο κει, η θέα είναι σαφώς καλύτερη. Αλλωστε, στην Ελλάδα πλέον, οι 8 στους 10 σκαλίζουν την ψυχή τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αφήσαμε τα πατώματα και αρχίσαμε να πέφτουμε στα ντιβάνια. Το πότε θα αναπαυτούμε στο δικό μας κρεβάτι, παραμένει μία πονεμένη ιστορία.