692
Ο Μανώλης Μαυροματάκης, ως πατέρας, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου | Εθνικό Θέατρο

Μία πισίνα για την οικογένεια

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 2 Αυγούστου 2020, 11:00
Ο Μανώλης Μαυροματάκης, ως πατέρας, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου
|Εθνικό Θέατρο

Μία πισίνα για την οικογένεια

Κώστας Γιαννακίδης Κώστας Γιαννακίδης 2 Αυγούστου 2020, 11:00

Κάποτε πήρα στα χέρια μου το κείμενο ενός θεατρικού έργου που έκανε μεγάλη επιτυχία –δεν το είχα δει. Το διάβασα και μου φάνηκε απλό, ποτισμένο με τις ασφαλείς και συχνά αφελείς κοινοτυπίες του έρωτα. «Αν το έβλεπες στη σκηνή θα σε καθήλωνε, θα σε συγκινούσε» ήταν η απάντηση στο σχόλιο μου. Ναι. Ένας καλός ηθοποιός μπορεί να πάρει ένα μέτριο έργο και να το φέρει στα μέτρα του. Δεν ισχύει το αντίστροφο, ένα καλό έργο δεν φτάνει για να φέρει στο ύψος του έναν μέτριο ηθοποιό. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι έκανα μία άδικη κρίση.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας άτυπος κανόνας που αποτρέπει τους θεατρικούς συγγραφείς από την έκδοση των έργων τους. Και καλά κάνουν, κάτι ξέρουν. Το θεατρικό έργο προορίζεται για τη σκηνή, η στεγνή ανάγνωση περιορίζει το εύρος και το βάθος της ματιάς. Είναι σαν να βλέπεις ένα ωραίο σπίτι πριν το βάψουν και το επιπλώσουν.

Το έργο της Αλεξάνδρας Κατσαρού, που ανέβηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, έχει τον περίεργο τίτλο «Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας» —βλέπεις ένα έργο και φεύγοντας δεν μπορείς να ανακαλέσεις τον τίτλο του. Ούτε αυτό το είδα —κρίμα γιατί εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι είχε εξαιρετικούς ηθοποιούς. Το διάβασα. Και αισθάνομαι, κατά κάποιον τρόπο, τυχερός που το γνώρισα με αυτόν τον τρόπο. Αν το έβλεπα στο θέατρο, θα έχανα τις ατάκες πίσω από τις φωνές και τις γκριμάτσες. Θα με παρέσυρε το χάχανο του αστείου, ο αφρός του χιούμορ, χωρίς να γευτώ την πίκρα του. Και μιλάμε για ωραίο χιούμορ, πιστέψτε με, για φλέγμα πάνω στον καμβά της εποχής. Όχι για πλάκα. Ούτε για φάρσα. Για χιούμορ. Γραμμένο με τέτοιον τρόπο, ώστε δεν χρειάζεσαι τον ηθοποιό για να σου το φέρει.

Λίγα λόγια για το έργο: ένας τύπος έχτισε κιτσάτο αυθαίρετο στον Ερημίτη, στην Κέρκυρα. Εντός του οικοπέδου έθαψε τη μάνα του. Και πιστεύει ότι ως γονιός έκανε το χρέος του καθώς, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η αξιοποίηση του ακινήτου θα εξασφαλίσει τον βιοπορισμό των παιδιών του. Έχει δύο. Μία κόρη που θέλει να κάνει ταινίες και ένα γιο που σκοπεύει να κάνει σουξέ στη μουσική. Το κράτος θέλει να απαλλοτριώσει το ακίνητο προκειμένου να προχωρήσει η γνωστή επένδυση που τώρα, όπως ίσως διαβάσατε, ενοχλεί τους γείτονες, δηλαδή τους Ρότσιλντ. Τα παιδιά ορέγονται το ποσό της αποζημίωσης. Όμως ο πατέρας δεν θέλει να αφήσει το αυθαίρετο. Και αποφασίζει να ανακηρύξει ανεξάρτητο κράτος. Τα υπόλοιπα είναι στο βιβλίο (εκδ. Πατάκη).

Σε πρώτη ανάγνωση μπορείς να πεις ότι η Κατσαρού πήρε έναν εύκολο δρόμο. Έπιασε την ελληνική οικογένεια, τράβηξε τους χαρακτήρες στα όρια της καρικατούρας, τους έδωσε έξυπνες ατάκες και μας σέρβιρε ένα σπαρταριστό κείμενο με πικρή επίγευση. Όμως δεν είναι έτσι. Η ελληνική οικογένεια είναι μεν ένα πιασάρικο θέμα, αλλά από όπου και αν την πιάσεις λερώνεσαι.

Έχεις τον πατέρα. Που αντιλαμβάνεται, όπως όλοι στη θέση του, ότι από μία ηλικία και μετά δεν ανήκεις στον εαυτό σου, αλλά στο κράτος και στην οικογένεια σου. Και έχεις το κεφάλι σε εκείνον τον αρχετυπικό ζυγό της προσφοράς προς τα παιδιά σου. Στην αρχή τα βλέπεις ως προέκταση του εαυτού σου και όταν καταλάβεις ότι κάνεις λάθος, έχεις χάσει ήδη τον εαυτό σου. Ξόδεψες μισή ζωή για μία δικαίωση, για ένα «ευχαριστώ» που μπορεί να μην έρθει ποτέ και αν έρθει ίσως δεν σημαίνει τίποτα. Και την ίσια στιγμή αντιλαμβάνεσαι πόσο αδύναμος, πόσο ασήμαντος είσαι μπροστά σε αυτό που ονομάζουμε «σύστημα». Μπορείς να επαναστατήσεις, να αμφισβητήσεις, αλλά είσαι ένα καρτούν, ένα ποντίκι που βρυχάται. Μία γελοία περίπτωση. Τόσο γελοία που καθίσταται θλιβερή. Ένας Ελληνάρας.

Και έχεις και τα παιδιά. Λυκάκια που βυζαίνουν ακόμα και όταν θα έπρεπε να έχουν σχηματίσει αγέλη. Σε χρόνια, μόνιμη εφηβεία, με τον εγωισμό των νεανικών ονείρων να ισοπεδώνει τα πάντα. Ενίοτε κυνικά. Τι είναι, άλλωστε, η σχέση του γονιού με το παιδί αν αποστάξεις τα συναισθήματα; Μία στεγνή συναλλακτική σχέση μασκαρεμένη με αγάπη. Το παιδί βρίσκει τοίχο να απλώσει τα κλαδιά του και ο γονιός ταϊζει με επιβεβαίωση τον εαυτό του.

Το έργο διατρέχει αυτές τις σχέσεις, βγάζει τα άπλυτα τους στη φόρα και συνάμα λειτουργεί ως παραβολή πάνω στην ελληνική πραγματικότητα. Διαβάζεται πολύ γρήγορα, θα γελάσετε και θα διαλέξετε έναν από τους ρόλους για τον εαυτό σας.