1150
| CreativeProtagon/Shutterstock

Η γειτόνισσα μού έκοψε το Wi-Fi

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 18 Οκτωβρίου 2020, 09:00
|CreativeProtagon/Shutterstock

Η γειτόνισσα μού έκοψε το Wi-Fi

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 18 Οκτωβρίου 2020, 09:00

Θρήνος και οδυρμός. Μόνο μαύρες κουρτίνες δεν κρεμάσαμε έξω από τα παράθυρα, όπως έκαναν παλιά στα βαριά πένθη. Συναντιέμαι με μια άλλη γειτόνισσα, γραφίστρια αν δεν απατώμαι, σκέφτομαι ότι λίγο ακόμη και θα αρχίσει να δέρνει τα στήθη της από την απόγνωση: «Πρέπει να αποζημιωθούμε για τους καφέδες που θα πιούμε έξω για να δουλέψουμε και για την ψυχική οδύνη», μου λέει πριν αρχίσουμε την ψιλοκουβέντα (πότε, πώς, πόσο, είναι απαράδεκτο) για το κακό που μας βρήκε μεσούντος του δεύτερου κύματος της πανδημίας. Χθες, ιδιοκτήτρια υπογείου διαμερίσματος, στην προσπάθειά της να αφαιρέσει κάτι υγρασίες από τον τοίχο, έβαλε δυό μάστορες να κόψουν έναν σωλήνα με δύο καλώδια. Ελα, που τα καλώδια αυτά ήταν το Wi-Fi και το σταθερό τηλέφωνο ολόκληρης της πολυκατοικίας!

Το ύπρωινό ξεκίνησε σχετικά ανέφελα (για 2020). Μετά το πρώτο ξάφνιασμα («Γιατί δεν πιάνει το κινητό μου;») και κάποιες φρενιασμένες επισκέψεις σε όλες τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας (που για αυτή τουλάχιστον τη φορά δεν έφταιγαν σε τίποτα), οι ένοικοι αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι βρώμικο συμβαίνει. Αρχικά, η κύρια υπεύθυνος, όχι απλώς δεν παραδέχεται το σφάλμα της, αλλά τρέπεται σε άτακτη φυγή (απόδειξη ότι ακόμα και μέσα στην πανδημία, η ανάληψη ευθύνης και η αλληλεγγύη δεν είναι τα δυνατά μας χαρτιά).

Τη φέρνουμε πίσω με φωνές. Νομίζω, ότι αν δεν παριστάναμε τους πολιτισμένους, θα την ξυρίζαμε γουλί και θα τη διαπομπεύαμε με ασχημοσύνες και φτυσιές σε ολόκληρη την Αθήνα, σαν την ερωμένη ναζιστή λοχαγού. Ο διαχειριστής έχει προγραμματισμένη teleconference –γενικά, όσοι δουλεύουνε από το σπίτι ή διατηρούμε και γραφεία στο κτίριο, θέλουμε να κατεβάσουμε μια τεράστια γαβάθα κώνειο–, μία ηλικιωμένη που ζει μόνη της απομένει εντελώς αποκλεισμένη (είπαμε, ούτε σταθερό), η νηπιαγωγός του πρώτου ορόφου αναρωτιέται πώς θα κάνει αύριο την προγραμματισμένη ψηφιακή συνάντηση με 20 γονείς.

Προσπαθώ να μην πανικοβληθώ. Το μεσημέρι τρέχω να ανοίξω την τηλεόραση για να δω τις ειδήσεις της ΕΡΤ (ιδού πώς ενημερώνονται όλοι οι αυτοί οι έγκλειστοι και ψηφιακά αναλφάβητοι ηλικιωμένοι της πανδημίας). Από το απόγευμα και μετά η κατάσταση είχε αρχίσει να αγριεύει. Η αποκατάσταση της ζημιάς μπορεί να πάρει μέρες, ίσως και εβδομάδα. Και με τον κορονοϊό να λυσσομανάει έξω, εμείς καλούμαστε όλο αυτό το διάστημα να ζήσουμε σε ένα αλλόκοτο αναλογικό Μεσαίωνα. Αυτό που κάμποσοι ξένοι δημοσιογράφοι έχουν δοκιμάσει ως εξωτικό πείραμα (κάτι σαν ένα δυναμωτικό digιtal detox, το οποίο αν υιοθετήσεις λίγες παραπάνω μέρες, σου «βγάζει» ένα πολύ καλό δημοσιογραφικό θέμα), εγώ καλούμαι να το υποστώ βιαίως, χωρίς απολύτως κανέναν εξωτισμό.

Το απόγευμα τα παιδιά μου έχουν αρχίσει να εκδηλώνουν τα πρώτα συμπτώματα μιας μίνι κατάθλιψης –για κάποιο παράδοξο λόγο, ούτε τα δεδομένα «πιάνουν». Το διαδικτυακό μάθημα των γαλλικών αναβάλλεται, η μικρή διαμαρτύρεται ότι την πονάει και λίγο ο λαιμός της, κάποιοι φίλοι της από άλλα σχολεία τρέχουν πανικόβλητοι να κάνουν το τεστ γιατί υπήρχαν, λέει, κρούσματα στην τάξη, γκρινιάζει που δεν έχει Instagram, Hλί Hλί λαμά σαβαχθανί, πρέπει να είμαι σε επιφυλακή να τσεκάρω ότι και η ίδια είναι καλά, πώς θα δουλέψω αλήθεια;

Το βράδυ πηγαίνω στο βιντεοκλάμπ. Δεν το κάνω μόνο λόγω πρώιμων στερητικών συμπτωμάτων (δεδομένου ότι χωρίς Wi-Fi δεν έχω προφανώς ούτε Netflix). Προς μεγάλη φρίκη πολλών φίλων μου, που δηλώνουν και ορκισμένοι σινεφίλ, το επισκέπτομαι (εγώ, ο κρυφοαναλογικός άνθρωπος) και όταν έχω Wi-Fi. Εξομολογούμαι τον πόνο μου στον ιδιοκτήτη, μια καλτ φιγούρα των Αθηνών (ο ίδιος μου λέει ότι έχουν απομείνει πανελλαδικά μόλις 70 βίντεοκλαμπ, ο δε κορονοϊός τους έδωσε και κατάλαβαν). «Τουλάχιστον πέντε φορές την ημέρα κάποιος περνάει απέξω και φωνάζει: «Mα υπάρχουν ακόμα βιντεοκλάμπ;» συνεχίζει ψιλοεκνευρισμένος. «Το χειρότερό μου είναι όταν ένας πελάτης δέχεται μέσα στο μαγαζί κλήση από κάποιο φίλο του! “Μα πώς είναι δυνατόν να είσαι μέσα σε βίντεοκλαμπ;”. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά τις διακοπές, έχουμε σημαντική μείωση πελατών!».

Φεύγω για το σπίτι με δύο ταινίες που με τίποτα δεν θα έβρισκα στο Netflix (θα τις έβρισκα σίγουρα όμως στον αγαπημένο μου κινηματογράφο «Αστυ» της Κοραή). Προσδοκώ το βράδυ που θα βρεθώ, χωρίς να φοβάμαι, μέσα σε ένα θέατρο ή μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα, μακριά από τη μονήρη και ανθρωποφάγο θαλπωρή του καναπέ μου. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Οπως μου έλεγε προ ημερών γνωστή ηθοποιός: «Γιατί δηλαδή, πριν από τον κορονοϊό, τρέχαμε αλαλάζοντας στα σινεμά, στριμωχνόμασταν στην ουρά για να μπούμε στο θέατρο;».

ΟΚ, η δουλειά μου μπορεί κουτσά στραβά να γίνει σε ένα καφέ. Mε ακουστικά, στρατηγική θέση και μαγαζί που διατηρεί στο ακέραιο τα μέτρα ασφαλείας. Δεν μπορώ όμως να λείψω πολύ, το παιδί θέλει τροφή και επίβλεψη, στο δε καφέ πρέπει να γίνουν και όλες οι άλλες εργασίες που παραμένουν σε εκκρεμότητα λόγω της κατάστασης (π.χ. πληρωμές μέσω web banking, έλεγχος e-mail, τσεκάρισμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για να μην είναι χαοτικό το κενό της απουσίας μου από τα εγκόσμια).

Η αλήθεια είναι ότι ύστερα από μόλις μια μέρα, απολαμβάνω ήδη τις πρώτες θετικές παρενέργειες του detox, δεν έχω ανά πάσα στιγμή πρόσβαση στα δεινά της ανθρωπότητας, δεν γνωρίζω αυτόματα τι παρανοϊκή ασημαντοσύνη τουίταρε ο Τραμπ, ούτε ποιος διάσημος πέθανε αυτό το δευτερόλεπτο. Χθες που έπιασαν για λίγο τα δεδομένα, μόλις μπήκα να ανοίξω ένα τίτλο «Εντεκα οι θάνατοι σήμερα», το σύστημα «κόλλησε» και με απάλλαξε από λίγη παραπάνω coronavius anxiety. Με την ευκαιρία απαντώ κατ’ ιδίαν και στο δηλητηριώδες σχόλιο ενός φίλου για έναν κοινό γνωστό, επανεκτιμώντας την παρηγορία του έστω ψηφιακού gossip.

Τηλεφωνώ σε μια φίλη εκπαιδευτικό που είναι σε καραντίνα, να μάθω τα νέα της. Σε λίγο τέρμα η αιμοδότηση από το Wi-Fi του καταστήματος, πρέπει να επιστρέψω σε έναν βίο ψηφιακά αβίωτο. Να μην ξεχάσω να πάω κάπου να εκτυπώσω τις εργασίες που έβαλε στα παιδιά η δασκάλα των αγγλικών (η οποία έρχεται ακόμα στο σπίτι, αλλά με τη μικρή λίγο κρυωμένη, το διαδικτυακό ήταν η μόνη λύση).

Επιστρέφοντας στο σπίτι και στην ατελείωτη ψηφιακή έρημο, κοιτάζω ασυναίσθητα τη βιβλιοθήκη μου, τα λεξικά μου που είναι πάντα εκεί, φέρνω στο μυαλό μου την εποχή που δούλευα στην εφημερίδα χωρίς Ιντερνετ, πώς το καταφέρναμε αλήθεια; Θυμάμαι τα παρθενικά χρόνια του Διαδικτύου που κατέβαινα κάτω στους «κομπιουτεράδες» και μου έδιναν τα βιογραφικά κάποιων νέων τότε σταρ του Χόλιγουντ για κάτι εκτενή προφίλ που έγραφα). Ο γιος μου αρνιέται πεισματικά να διαβάσει ένα βιβλίο για να αποκοιμηθεί, τα δικά του στερητικά συμπτώματα από τον εθισμό στο Νetflix και το Ιnstagram είναι κάτι παραπάνω από ορατά.

Οι επόμενες μέρες θα είναι δύσκολες, γιατί ολόκληρη η καθημερινότητά μας είναι χτισμένη πάνω σε αυτό το σαθρό ψηφιακό αρχιτεκτόνημα. Τα παιδιά θα χάσουν τα μαθήματά τους και θα μαλλιοτραβιούνται για ένα γιγαμπάιτ δεδομένων, εγώ θα τρέχω από εδώ και από εκεί για μίνι δόσεις πανδημικής πληροφόρησης, πάει η επαγγελματική συνάντηση στο Zoom, στον Καιάδα η επαφή με τη φίλη μου στην Αγγλία μέσω What’s Up.

Πάει και το ψηφιακό μάθημα γυμναστικής που ξεκίνησα να κάνω, ένα τελευταίο λάκτισμα αντίστασης σε μια στατική, ακοινώνητη καθημερινότητα σε συνθήκες πανδημίας που δεν θέλει και πολύ να σε πάρει από κάτω. Α, όταν βγω για το σουπερμάρκετ, να μην ξεχάσω να κάνω στάση στο περίπτερο για εφημερίδα. Για λίγες τουλάχιστον ημέρες, μπορώ να απολαύσω τις αναλογικές guilty pleasures μου, χωρίς κανείς να μου τη «λέει».