2317
|

Μπορούμε να αισιοδοξούμε με τις τράπεζες;

Γιώργος Στρατόπουλος Γιώργος Στρατόπουλος 2 Δεκεμβρίου 2018, 00:05

Μπορούμε να αισιοδοξούμε με τις τράπεζες;

Γιώργος Στρατόπουλος Γιώργος Στρατόπουλος 2 Δεκεμβρίου 2018, 00:05

Πολλοί λόγοι απαισιοδοξίας! Τελευταίος, το μπάχαλο των αναδρομικών, αυτή η δημοσιονομική βόμβα που συναρμολογείται στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα στο πεδίο των τραπεζών είχαμε θετικές ειδήσεις, που γεννούν βάσιμες ελπίδες ότι στο εγγύς μέλλον μπορεί να έχουμε «κανονικές» τράπεζες και ο χρηματοπιστωτικός κλάδος να ανακτήσει γρήγορα το ρόλο του αιμοδότη και μοχλού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η προβληματική κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, το υψηλό ποσοστό των κόκκινων δανείων, δεν πλήττει μόνο τους μετόχους των τραπεζών αλλά και τη λειτουργία της οικονομίας, τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Μάς πλήττει όλους! Γι΄αυτό η ταχεία μείωση των κόκκινων δανείων–ΜΕΑ (Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα) είναι πολύ θετική και απολύτως αναγκαία εξέλιξη για την οικονομία μας.

Τρία χρόνια μεσολάβησαν από την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών χωρίς να δούμε ούτε μία δομημένη πρόταση ουσιαστικής εξυγίανσης των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

Αλλά την προηγούμενη εβδομάδα είδαμε δύο μαζί!

Α. Η πρόταση της Eurobank (εδώ)

Η Eurobank ανακοίνωσε ένα φιλόδοξο σχέδιο μείωσης των κόκκινων δανείων. Μέσω μιας σύνθετης διαδικασίας (συγχωνεύσεις & αποσχίσεις εταιρειών, τιτλοποιήσεις δανείων, Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (SPV) κ.ά. ), η Eurobank επιδιώκει να πετύχει:

α) μείωση των ΜΕΑ του χαρτοφυλακίου της από 39% σήμερα σε 15% στο τέλος του 2019, δηλαδή δύο χρόνια ενωρίτερα από το στόχο του επόπτη (SSM).

β) μείωση των ΜΕΑ του χαρτοφυλακίου της σε μονοψήφιο ποσοστό (< 10%) στο τέλος του 2021.

Με τον τρόπο αυτό φιλοδοξεί «να γυρίσει τη σελίδα» της 11ετούς κρίσης και συρρίκνωσης και να επιστρέψει σε οργανική ανάπτυξη και πιστωτική επέκταση.

Καταλύτης του σχεδίου της Eurobank είναι η συγχώνευσή της με την Grivalia ΑΕΕΑΠ, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην αγορά ακινήτων με κύριο μέτοχο την καναδική εταιρεία συμμετοχών Fairfax, η οποία είναι σημαντικός μέτοχος και στην Eurobank. Μέσω της συγχώνευσης επιτυγχάνεται:

– Ενίσχυση των εποπτικών κεφαλαίων της τράπεζας κατά 900 εκατ.€.
– Παράκαμψη του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs) που έθετε εμπόδια στην ταχεία μείωση των ΜΕΑ.
– Ταχύτερη αξιοποίηση των ωφελειών των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων μέσω της συγχώνευσης με την κερδοφόρα Grivalia.

Προσοχή, όμως! Ολα αυτά ακούγονται τεχνικά και αδιαμφισβήτητα αλλά είναι εκτιμήσεις της διοίκησης της Eurobank και ενδέχεται να αποδειχθούν υπεραισιόδοξες. Επιπλέον, η υλοποίηση του σχεδίου προϋποθέτει την έγκριση των εποπτικών αρχών. Ας ευχηθούμε όλα να κυλήσουν ομαλά!

Υπάρχουν όμως κι άλλα μηνύματα στην υπόθεση αυτή που συνιστούν θετικές ενδείξεις για την οικονομία και τη χώρα.

1. Ο κύριος μέτοχος της Grivalia (Fairfax) επενδύει 450 εκατ.€ στον πολύπαθο τραπεζικό τομέα. Πρόκειται για σοβαρή επένδυση και σημαντική ανάληψη ρίσκου συνδεδεμένη με την πορεία του τραπεζικού τομέα και εμμέσως με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ο έμπειρος επενδυτής Π. Γουάτσα της Fairfax, για μια ακόμα φορά, στοιχηματίζει υπέρ των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας. (Ανάλογες κινήσεις πραγματοποίησε ο κ. Γουάτσα και πολλοί άλλοι επενδυτές και το 2014¹, επενδύοντας μάλιστα πολύ περισσότερα κεφάλαια. Τότε, τα έχασε, γιατί είχε υποτιμήσει το φαινόμενο «ΣΥΡΙΖΑ». Επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση. Ίσως τώρα αισθάνεται πιο ασφαλής, μιας και η υλοποίηση του σχεδίου του συμπίπτει με το εκλογικό έτος 2019 και την έξοδο της χώρας από την αντιαναπτυξιακή και εχθρική προς την επιχειρηματικότητα διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ).

2. Επιτέλους, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και επεξεργάζονται παραγωγικές λύσεις, προκειμένου ο τραπεζικός κλάδος να γυρίσει σελίδα.

3. Τελικά, το πρόβλημα των τραπεζών ίσως δεν είναι τόσο μεγάλο και δυσεπίλυτο. Στην περίπτωση της Eurobank, η διαφορά μεταξύ μιας τράπεζας-ζόμπι με ΜΕΑ 40% και μιας λειτουργικής τράπεζας είναι μόλις 900 εκατ.€!

Αξίζει να σταθούμε λίγο στο (3).

Στη Eurobank, από το 2013 έως το 2015, έγιναν κεφαλαιακές ενέσεις 10,6 δισ.€ με μετρητά, (5,8 δισ. το 2013 και 2,8 δισ. (2014) και 2 δισ. το 2015). Ενισχύθηκε κεφαλαιακά και με άλλα 4 δισ.€ μέσω αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs). Επιπροσθέτως, η τράπεζα προχώρησε σε δραστική αποεπένδυση θυγατρικών σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Αλλά τα ΜΕΑ παρέμειναν στο 40-45% και η χώρα χωρίς τράπεζες.

Αν η διοίκηση της Eurobank έχει δίκιο και οι εκτιμήσεις της για την εξέλιξη των ΜΕΑ ευσταθούν, κι όλα αυτά επιτυγχάνονται με μια κεφαλαιακή ένεση μόλις 900 εκατ.€, τότε η χώρα μας έχασε εντελώς αδικαιολόγητα πολύ και πολύτιμο χρόνο τα προηγούμενα χρόνια. Είναι σαν να αγοράσαμε ένα πανάκριβο αυτοκίνητο αλλά έμενε ακίνητο γιατί …έσκασε ένα λάστιχο και δεν ξέραμε πώς αλλάζει. Σημαίνει επίσης, πως η κυβέρνηση και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επέδειξαν αχαρακτήριστη αδράνεια στην επίλυση του ζωτικού ζητήματος της εξυγίανσης των δανειακών χαρτοφυλακίων.

Και ίσως τελικά είχαν δίκιο όσοι έλεγαν (Τράπεζα Ελλάδος, SSM, αγορές) ότι το 2014 τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών είχαν πάψει να είναι πρόβλημα. Είχαμε και τότε προβληματικά δανειακά χαρτοφυλάκια, πολλά κόκκινα δάνεια, είχαμε όμως και αρκετά κεφάλαια για να διαχειριστούμε παραγωγικά το πρόβλημα. Μυαλό δεν είχαμε και ακολούθησε η λαίλαπα του 2015 που δημιούργησε πλήθος νέων προβλημάτων.

Η πρόταση της ΤτΕ για τα κόκκινα δάνεια (εδώ)

Αγοράζοντας χρόνο

Ο χρόνος είναι πολύ κρίσιμη παράμετρος στην εξίσωση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Φανταστείτε έναν επενδυτή που κατέχει πολλά ακίνητα, έχει όμως και πολλά χρέη. Η εύλογη αξία των ακινήτων του είναι πολύ υψηλότερη των χρεών του, αν, όμως, αναγκαστεί να πουλήσει αμέσως τα ακίνητα σε συνθήκες αποδεκατισμένης κτηματαγοράς, κινδυνεύει να γίνει οφειλέτης χωρίς ακίνητα. Ενώ, αν κερδίσει χρόνο και τα πουλήσει αργά και μεθοδικά, θα επιτύχει καλύτερες τιμές, θα ξεχρεώσει και θα αποταμιεύσει κιόλας. Συχνά, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ χρεοκοπημένου και εύρωστου επενδυτή είναι το τράτο μερικών χρόνων.

Κάπως έτσι κι εδώ. Αν οι τράπεζες, προκειμένου να μειώσουν τα κόκκινα δάνεια, τα ξεπουλήσουν σε εξευτελιστικές τιμές, θα βλάψουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Ενώ αν έχουν χρόνο και τα μειώσουν σταδιακά, θα αποφύγουν τη ζημιά. Γι΄αυτό οι τράπεζες δεν έχουν λόγο να βιάζονται.

Βιάζεται, όμως, η ελληνική οικονομία. Είναι ήδη δέκα χρόνια χωρίς τράπεζες! Γι’ αυτό ο επόπτης του χρηματοπιστωτικού συστήματος (SSM) έθεσε αυστηρό χρονοδιάγραμμα για τη μείωση των κόκκινων δανείων. Γι’ αυτό το κράτος εμφανίζεται πρόθυμο να συμμετάσχει σε λύσεις με απώτερο στόχο την ταχεία εξυγίανση των δανειακών χαρτοφυλακίων των τραπεζών.

Σύνθετα σχήματα με SPV’s, περίπλοκες δομές και χρηματοοικονομικές ακροβασίες, όλες οι προτάσεις έχουν κοινό στόχο: να κερδηθεί χρόνος, να αποφευχθεί η εκποίηση των κόκκινων δανείων και να επιλυθεί το πρόβλημα (η εξυγίανση των δανειακών χαρτοφυλακίων) με τις λιγότερες ζημιές για όλους. Κι εδώ η εγγύηση του δημοσίου παίζει κρίσιμο ρόλο.

Στο παράδειγμα με τα ακίνητα, φανταστείτε ότι εμφανίζεται ένας αξιόπιστος τρίτος (το ελληνικό δημόσιο) ως εγγυητής. Ζητά χρονική παράταση 10 ετών για λογαριασμό του επενδυτή και εγγυάται στους πιστωτές πως, αν ο επενδυτής δεν τα καταφέρει, θα εξοφλήσει εκείνος το υπόλοιπο της οφειλής. Είναι πολύ πιθανόν ο επενδυτής να πουλήσει τα ακίνητα σε καλύτερες τιμές στη δεκαετία που μεσολαβεί και να αποπληρώσει τους πιστωτές του χωρίς επιβάρυνση του εγγυητή.

Η ιδέα, λοιπόν, πίσω από τις προτάσεις για bad bank ή asset protection schemes (APS) ή special purpose vehicles (SPV) είναι να συμβάλει το δημόσιο στο να κερδηθεί χρόνος χωρίς απαραίτητα να χρειαστεί να πληρώσει. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μεταφορά των «κακών» δανείων από τον ισολογισμό των τραπεζών σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (ΕΕΣ-SPV), ενώ η εγγύηση του δημοσίου συμβάλλει ώστε η μεταβίβαση να μη γίνει με τις πολύ χαμηλές αγοραίες τιμές. Στη συνέχεια και σε βάθος χρόνου η ΕΕΣ επιδιώκει να παράξει από τα «κακά» δάνεια έσοδα ικανά, ώστε να μην ενεργοποιηθούν οι εγγυήσεις του δημοσίου.

Η έγκριση των εποπτικών αρχών

Η αλήθεια είναι πως ο εγγυητής αναλαμβάνει ρίσκο. Όσο χαμηλότερες οι αγοραίες τιμές από την «εγγυημένη αξία», τόσο μεγαλύτερο ρίσκο αναλαμβάνει. Κι αυτό που μπορεί μελλοντικά να αποδειχθεί χωρίς κόστος, σήμερα μοιάζει να έχει κόστος για τον εγγυητή.

Γι΄αυτό, κατά κάποιον τρόπο, οι εγγυήσεις του δημοσίου ισοδυναμούν με ενίσχυση των τραπεζών από το δημόσιο κι αυτό συνιστά πρόβλημα. Στο παρελθόν, σχήματα έμμεσης ή άμεσης ενίσχυσης των τραπεζών από το δημόσιο ταμείο εφαρμόστηκαν εκτεταμένα στην Ευρώπη. Ωστόσο, εδώ και τρία χρόνια (1/1/2016), η κρατική ενίσχυση των πιστωτικών ιδρυμάτων απαγορεύεται αυστηρά στην Ευρωζώνη. Και όποτε συμβαίνει, όπως πρόσφατα στην Ιταλία, αναζητούνται φόρμουλες, ώστε η εγγύηση του δημοσίου να μη λογίζεται ως ενίσχυση και να γίνεται αποδεκτή από τα ευρωπαϊκά εποπτικά όργανα.

Στην πρόταση της ΤτΕ οι εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου παρέχονται μέσω των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs). Αυτό είναι τo κρίσιμο και καινοτόμο σημείο της πρότασης. Διότι η χρήση των DTCs ως μηχανισμού εγγύησης καθιστά ευκολότερη την αποδοχή/έγκριση της πρότασης από τα ευρωπαϊκά εποπτικά όργανα. Και η έγκριση είναι απολύτως αναγκαία. Οποιαδήποτε πρόταση χωρίς εχέγγυα έγκρισης δεν έχει νόημα.

Αναβαλλόμενη φορολογία και εποπτικά κεφάλαια

Η αναβαλλόμενη φορολογία βασίζεται σε μια απλή λογική: μια επιχείρηση εμφανίζει τον ένα χρόνο ζημία 10€ και τον επόμενο κέρδος 10€. Επειδή όμως, συνολικά δεν έχει κέρδη, δεν είναι λογικό να αποδώσει φόρο. Δηλαδή, μέσω της αναβαλλόμενης φορολογίας γίνεται συμψηφισμός των ζημιών προηγούμενων χρήσεων με μελλοντικό φόρο εισοδήματος από μελλοντικά κέρδη.

Οι ελληνικές τράπεζες, καταγράφοντας τεράστιες ζημιές τα χρόνια της κρίσης, έχουν σωρεύσει μεγάλα ποσά αναβαλλόμενων φόρων. Και προκειμένου να διευκολυνθούν, μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων οι αναβαλλόμενοι φόροι μετασχηματίστηκαν σε αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs), ώστε να μπορούν να προσμετρηθούν στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών.

Ετσι, όμως, προέκυψε ένα … βραχυκύκλωμα.

– Για να αποκτήσουν τα DTCs υπόσταση κεφαλαίων, θα πρέπει οι τράπεζες να επιτυγχάνουν κέρδη.
– Για να παράξουν κέρδη οι τράπεζες, πρέπει να προχωρήσουν σε δραστικά μέτρα ταχείας εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων τους. Ταχεία εξυγίανση σημαίνει και ταχεία ανάληψη ζημιών.
– Η περίπλοκη δομή των DTCs ενσωματώνει μηχανισμούς που, όταν μια τράπεζα εμφανίζει ζημιές, η ζημιά για τους μετόχους αυξάνεται με πολλαπλασιαστικό τρόπο. Κι αυτό αποθαρρύνει τους μετόχους απ΄το να προχωρήσουν γρήγορα την εξυγίανση.
– Όσο καθυστερεί όμως η εξυγίανση, καθυστερεί και η κερδοφορία των τραπεζών και αποδυναμώνεται η αξία των DTCs ως εποπτικών κεφαλαίων.

Ετσι φτάσαμε σε μια… κβαντική κατάσταση, κατά την οποία οι τράπεζες και έχουν επαρκή εποπτικά κεφάλαια και δεν έχουν.

Κόβοντας τον γόρδιο δεσμό

Η πρόταση της ΤτΕ χρησιμοποιεί τα DTCs ως εγγυήσεις για να διευκολύνει τις τράπεζες, όμως δεν εισφέρει νέα κεφάλαια έναντι των εγγυήσεων. Εισφέρει ως κεφάλαια μέρος των DTCs που κατέχουν οι τράπεζες, δηλαδή κεφάλαια που έτσι και αλλιώς το δημόσιο θα έχανε στο πλαίσιο του συμψηφισμού των DTCs με τις μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων. Αντιθέτως, στην περίπτωση του σχεδίου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας² (ΤΧΣ), που επίσης εισηγείται εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου ως μηχανισμό «διευκόλυνσης», αν οι εγγυήσεις καταστούν απαιτητές, το δημόσιο και θα κληθεί να καταβάλλει τα απαραίτητα κεφάλαια και θα χάσει τα έσοδα από τους φόρους που δεν θα εισπράξει λόγω των DTCs.

Δηλαδή, η πρόταση της ΤτΕ δεν διευρύνει τη ζημιά για το δημόσιο και γι΄αυτό συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες έγκρισης από τις εποπτικές αρχές. Και όπως είπαμε εξαρχής, αυτό είναι το ζητούμενο.

Ταυτόχρονα, με την προσθήκη των «εγγυήσεων», δίνεται η δυνατότητα στις τράπεζες να καθαρίσουν τα δανειακά τους χαρτοφυλάκια σε καλύτερες τιμές χωρίς να εγγράψουν ζημιές. Έτσι αποφεύγεται η ενεργοποίηση των ζημιογόνων για τους μετόχους μηχανισμών των DTCs.

Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η πρόταση της ΤτΕ χρειάζεται να αλλάξει ουσιωδώς ένα χαρακτηριστικό των DTCs. Συγκεκριμένα «οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις καθίστανται αμετάκλητα καταβλητέες με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.» Με αυτήν την αλλαγή τα DTCs αποκτούν πραγματική αξία εγγύησης. Διότι η εγγύηση δεν είναι ισχυρή όταν συνδέεται με αβέβαιες χρηματοροές εξαρτώμενες από αστάθμητους παράγοντες (την κερδοφορία των τραπεζών).

Προκειμένου να καταλάβουμε τη σημασία και τις συνέπειες αυτής της αλλαγής, ας δούμε τη λειτουργία των DTCs ως διαδικασία με δύο σκέλη. Κάθε χρόνο οι τράπεζες αποδίδουν φόρους για τα κέρδη τους (σκέλος α) & κάθε χρόνο το ελληνικό δημόσιο καταβάλλει στις τράπεζες μέρος των DTCs που έχουν σωρεύσει (σκέλος β).
Στην υπάρχουσα κατάσταση, τα καταβαλλόμενα ποσά των (α) και (β) είναι εξισωμένα σε ετήσια βάση. Όσο φόρο

καταβάλλει ετησίως το πιστωτικό ίδρυμα, το ίδιο ποσό λαμβάνει ως επιστροφή από τον αναβαλλόμενο φόρο. Με την αλλαγή που προτείνει η ΤτΕ η ετήσια καταβολή της αναβαλλόμενης φορολογικής πίστωσης (β) γίνεται ανεξάρτητα από τα κέρδη των τραπεζών (α). Καταβάλλεται, δηλαδή, προκαθορισμένο ποσόν από το δημόσιο μέσω του σκέλους (β), ακόμη κι αν δεν υπάρχουν αρκετά φορολογικά έσοδα από το σκέλος (α).

Ετσι, στο σενάριο της ΤτΕ μπορεί το δημόσιο να καταβάλει σε μια τράπεζα 1 δις.€ εντός 5ετίας (σκέλος β) έναντι αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs), ενώ η τράπεζα μπορεί να χρειαστεί μια 10ετία για να αποδώσει στο δημόσιο συνολικούς φόρους ύψους 1 δισ.€ (σκέλος α). Δηλαδή, στο κακό σενάριο που η ανάκαμψη της κερδοφορίας των τραπεζών είναι αργή, η διευκόλυνση που προσφέρει το ελληνικό δημόσιο είναι απλά η χρονική μετάθεση των καταβολών των DTCs – οι καταβολές γίνονται νωρίτερα.

Αυτή η ευφυής και απλή «πατέντα» για τα DTCs που προτείνει η ΤτΕ, αν εξασφαλίσει την έγκριση των εποπτικών αρχών, θεωρητικά θα μπορούσε και θα έπρεπε να λειτουργήσει και σε άλλα σχήματα.

Η ΤτΕ παραθέτει κι ένα ποσοτικό παράδειγμα, σύμφωνα με το οποίο με την εφαρμογή της πρότασης επιτυγχάνεται δραστική και ταχεία μείωση των ΜΕΑ κατά 40 δισ.€ (από 85 δισ.€ σε 45 δισ.€). Για να φτάσουμε εκεί πέραν των τεχνικών χειρισμών πρέπει να συντρέξουν δυο προϋποθέσεις ακόμη:

Α) Να εγκρίνουν οι εποπτικές αρχές τη χρήση DTCs ύψους 7,4 δισ.€ ως εγγυήσεις του δημοσίου υπέρ των τιτλοποιημένων κόκκινων δανείων.
Β) Να τιμολογήσουν οι αγορές τα «κακά» δάνεια (ΜΕΑ) σε μέσες τιμές πλησίον του 23% , εκτίμηση που θεωρείται απολύτως βάσιμη.

Καταληκτικά, η πρόταση της ΤτΕ είναι ρεαλιστική, αποτελεσματική και εφαρμόσιμη. Αρκεί να αποσπάσει την έγκριση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και την αποδοχή της κυβέρνησης. Το τελευταίο θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά, δυστυχώς, δεν είναι! Υπάρχει ένταση, μια κακή και ανταγωνιστική σχέση μεταξύ κυβέρνησης και ΤτΕ.

Σε αυτήν την εχθρότητα της κυβέρνησης προς την ΤτΕ οφείλεται εν μέρει και η καθυστέρηση, η δυστοκία να προταθούν λύσεις για το φλέγον ζήτημα των Τραπεζών. Αυτή είναι και ο λόγος που ενώ δεν είχαμε κανένα σχέδιο επίλυσης του προβλήματος από τους θεσμούς, ξαφνικά αποκτήσαμε δύο, της ΤτΕ και του ΤΧΣ!

Και υπάρχει κίνδυνος η εχθρότητα αυτή να καταστήσει αδύνατη τη συνεργασία και να μην περπατήσει κανένα σχέδιο. Διότι η συνεργασία των δύο θεσμών είναι μονόδρομος για την επιτυχημένη έκβαση οποιουδήποτε σχεδίου.

Ελπίζουμε, λοιπόν, σε μια καλή θεσμική συνεργασία μεταξύ οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και ΤτΕ, προς όφελος της χώρας και μένουμε στα θετικά νέα των προηγούμενων ημερών.

Επιτέλους, ρεαλιστικές προτάσεις που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα των κόκκινων δανείων με ταχύτητα και αποτελεσματικά, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση για τα δημόσια ταμεία. Μια πρώτη χαραμάδα αισιοδοξίας!


Σημειώσεις
¹Ο κ. Γουάτσα έβαλε κεφάλαια στο τραπεζικό σύστημα και το 2015. Η διαφορά είναι πως το 2014 όπως και τώρα επέλεξε να τα βάλει, ενώ το 2015 «αναγκάστηκε».
²Το σχέδιο του ΤΧΣ (εδώ) επί της ουσίας προτείνει να αντιγράψουμε το μοντέλο της Ιταλίας. Φαίνεται όμως να έχει κάποια προβλήματα εφαρμογής λόγω της χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης και του υψηλού κόστους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου.