738
|

Χωρις παλμό, χωρίς ρυθμό, χωρίς όνειρα

Ρίκα Βαγιάνη Ρίκα Βαγιάνη 7 Νοεμβρίου 2010, 10:11

Χωρις παλμό, χωρίς ρυθμό, χωρίς όνειρα

Ρίκα Βαγιάνη Ρίκα Βαγιάνη 7 Νοεμβρίου 2010, 10:11

photo Μαρία Μαράκη

Mας, ζητάς, Γκέλη, σε όλη την παρέα, να στέλνουμε τον παλμό και το πνεύμα της μέρας, ακροβολισμένοι καθώς είμαστε, λόγω ψήφου, σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Εγώ είμαι ακροβολισμένη στο Ψυχικό. Στη βασανισμένη αυτή εργατούπολη, οι άνθρωποι του μόχθου, έχουν ξυπνήσει πολύ νωρίς, αχάραγα, για να βγάλουν βόλτα τα χάσκι. (Τις Κυριακές οι περπατητές σκύλων, έχουν ρεπό, και οι μεζονέτες υπολειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό ασφαλείας: (Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της).

Τελείωσα τις δουλειές μου, τίναξα τα μαξιλάρια και τα παπλώματα να πάρουν δημοκρατικό ήλιο, που σκοτώνει σταγονίδια και ακάρεα. Έκανα τις πρωινές μου κοκεταρίες και άπλωσα στο κρεβάτι τα ρούχα που διαλέγω για ψήφο. Νερό για τον πιτσιρικά σε παγουρίνο, πλύσιμο δοντιών και πάμε να φύγουμε. Μια συνηθισμένη δημοκρατική διαδικασία, για όλη την οικογένεια.

Πριν ανοίξω την εξώπορτα, ένα τραγούδι που έρχεται από το σάουντ-σύστεμ της τηλεόρασης, μου θυμίζει ότι παραλίγο να την ξεχάσω ανοιχτή. Πλησιάζω να την κλείσω, αλλά αυτό που βλέπω μου με αφήνει εκεί, παγωμένη. Αν ήμουν ηρωίδα φανταστικής ταινίας, τώρα ακριβώς θα με ρουφούσε η πλοκή, τώρα θα μου αποκαλυπτόταν, στο φρικώδες του μεγαλείο, το «Μάτριξ».

Ο Καμπουράκης και ο Οικονομέας παρουσιάζουν ένα ρεπορτάζ στις εγκαταστάσεις της εγκαταλελειμμένης Κολούμπια. Και ξαφνικά, δεν ζω πια στην Ελλάδα, ούτε στο παρόν. Μια αόρατη δύναμη με εκσφενδονίζει μια στο παρελθόν, το μουσικό και καλλιτεχνικό σίφουνα της Κολούμπια, και μια αντίρροπη δύναμη με εκτοξεύει σ΄ένα μακρινό, μακάβριο μέλλον.

Ξαφνικά, είμαι ο Ελάι μετά την αποκάλυψη. Ο Γουϊλ Σμίθ στο I am Legend, ολομόναχος σ΄ένα νεκρό Μανχάταν, όπου άγρια αρπακτικά τρώνε τους ζητιάνους καταμεσής του Σέντραλ Πάρκ, ενώ κροκόδειλοι, ζόμπι και μεταλλαγμένες ύαινες καραδοκούν πίσω από τα ράφια των βομβαρδισμένων σούπερ μάρκετ. Η Κολούμπια σήμερα είναι το μετα-αποκαλυπτικό σενάριο, το «μετά το τέλος του κόσμου», όπως τον ξέραμε. Ένα τοπίο Μάντ Μαξ, μια εσάνς από Εξολοθρευτή – το τέλος των ημερών, με μια ιδέα Μόρταλ Κόμπατ, Μετανάστες που έχουν εγκατασταθεί στους χώρους της Κολούμπια, της μουσικής μαμάς των νεανικών μας χρόνων: Ή μάλλον, οι μετανάστες φωλιάζουν σ’ αυτό που ήταν κάποτε η Κολούμπια: Αυτή η εφιαλτική no man’s land, δύσκολα θυμίζει την παλιά της ζωή, σαν να μην πέρασε ποτέ από δώ ένας Μάνος, σαν να μην τραγούδησε ποτέ ένας Νταλάρας.

Οι μετανάστες κοιμούνται σε σάπια στρώματα και σε σκωροφαγωμένους καναπέδες. Διεκδικούν ως «διαμέρισμά τους» τα κουφάρια των ηχητικών μπούθ, τρώνε το φαγητό τους σε ό,τι απόμεινε από τις κονσόλες, παραγεμίζουν τα στρώματά τους χρησιμοποιώντας σαν υλικό δεκάδες χιλιάδες μέτρα μαλακής ταινίας για κασέτα, αλλά και τις πιο χοντρές, μπομπίνες που ξεχύνονται σαν φίδια στο χώρο. Βλέπουν τους δικούς τους εφιάλτες πάνω σε μαξιλάρια από τραγούδια που αγαπήσαμε, σκεπάζονται με τα σάπια σπαράγματα που βγήκαν από τις ψυχές δημιουργών που ακόμα τους λατρεύουμε. Όλοι οι καταληψίες, ο Αλί, ο Σαμίρ, είναι επίδοξοι διερχόμενοι: θέλουν να φύγουν, όλοι έχουν όνειρα που τσακίστηκαν, για να ενωθούν με τα νεκρά όνειρα των καλλιτεχνών για μια «μουσική και ποιητική άνοιξη» στην Ελλάδα, μια άνοιξη που ξέχασε να φτάσει. «Η Κολούμπια που θα γινόταν Μουσείο», συνεχίζει το μακάβριο προσκλητήριο της η συγκλονιστική ρεπόρτερ, «Ο Σαμίρ, που θα πήγαινε στη Νορβηγία». «Ο Αλί, που θα έχτιζε δικό του σπίτι».
Ο «καταληψίας της Κολούμπια». Ο Μάντ Μάξ κάπου ανάμεσα στον Περισσό και τη νέα Ιωνία. Ένα δημιούργημα της εποχής, που κανονικά τώρα θα έρεπε να γίνει μουσείο: Να πηγαίνουμε όλοι, με τα παιδιά μας, και να μη μιλάμε, μόνο να σκεφτόμαστε. Ένα μουσείο ντροπής. Βρώμικο, εξαθλιωμένο (μόνο το μικρό τζαμί του είναι καθαρό), τα σάπια του πατώματα στρωμένα από ξεσκισμένα σπαράγματα έμπνευσης.

Νιώθω στα μάγουλά μου σκληρό το χαστούκι της «Κολούμπια», όπου και να βρίσκεται, στη Νέα Ιωνία, στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα: Η κατάντια της, το κατρακύλισμά μας σ΄έναν άγριο, άνομο κόσμο φόβου, εξαθλίωσης, και καταστροφής. Κι όλα αυτά πού; Εκεί που κάποτε ξεφύτρωνε μουσική και ποίηση, ανάβλυζαν εμπνεύσεις, φώτα και θαύματα.

Τι κι αν δεν ψηφίζω στην περιοχή; Δεν φόρεσα ποτέ τα ρούχα της ψήφου. Δεν βγήκα καν από το σπίτι. Κοιτούσα έξω από το παράθυρο, τα χάσκι επέστρεφαν ένα-ένα (μέσα στα Καγιέν) στις οικογενειακές τους εστίες. Είμαι ακόμα με τις πυτζάμες, και μου λες να σου στείλω κείμενο με τον παλμό των εκλογών.
Λυπάμαι. Η Κολούμπια με τσάκισε. Κέρδισε η κατάθλιψη σήμερα.
Ο παλμός των εκλογών; Συγγνώμη, Γκέλη, αλλά μη με υπολογίζεις.
Λέω να μείνω σπίτι. Την άλλη Κυριακή ίσως, αν και θα προσπαθήσω να μη δω τηλεόραση πριν ψηφίσω…
 

 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News