Σε ονόμασα «Έρωτα»
Σε ονόμασα «Έρωτα»
Δεν έχω ανάμνηση απο σένα. Δεν μου έδωσες. Δεν πρόλαβες, δεν ήθελες. Μόνο εικόνα και συναίσθημα. Ενα μελωμένο χαμόγελο να τρυπώνει συνέχεια, παντού. Λέξεις, πολλές λέξεις, σκέψεις ολόκληρες, όμορφα τοποθετημένες. Για να κεντρίσεις το ενδιαφέρον μου. Να γλιστρήσει το βλέμμα από το γέλιο και να πιάσει το νόημά τους. Σιγοτραγουδώ μουσικές που μου γνώρισες, που δεν ήξερα. Όλα τέλεια μελετημένα. Γάμησες το μυαλό μου. Εκεί ήξερες πως θα γίνει το παιγνίδι. Με είχες ψάξει καλά. Το πήγες ταξίδια εξωτικά, με πλοία, με τρένα, ακόμη και κολυμπώντας, αρκεί να σε έφτανα, να σε άγγιζα. Μα πώς πιάνεται το άπιαστο; Το ανέφικτο, το ανύπαρκτο; Ταξίδια σε όλες τις αποχρώσεις του καφέ. Μελαγχολικά και γελαστά χρώματα, ταυτόχρονα.
Έπεισα σχεδόν με το ζόρι τον εαυτό μου, ότι κοιτούν εμένα. Αδιαφορούσα ή το έκανα με πολύ πειστικότητα, για τα κομμένα πρόσωπα δίπλα σου στις φωτογραφίες. Ένα χέρι ξερό έβλεπα στους ώμους σου. Μα ποιος δίνει σημασία σε ένα κομμένο χέρι όταν έχει μπροστά μου καφετιά θάλασσα!
Με ό,τι και αν περνούσα τον χρόνο μου κάθε βράδυ, έγινε χρέος μου να σου πω μια καληνύχτα πριν κοιμηθείς. Μια συντροφιά να στείλω στα όνειρά σου. Οχι Ερινύες ακόμη. Αυτές θα τις άφηνα για το τέλος.
Να με δεις στον ύπνο σου. Έγινε ανάγκη μου. Σε ονόμασα Έρωτα. Έχουν σημασία οι λέξεις όσον αφορά την παλίρροια στην καρδιά; Σημασία έχει ότι ήσουν εκεί. Σε μια οθόνη. Όποτε είχα ανάγκη να καλύψω την ανασφάλειά μου, την ψυχική μου αναζήτηση, τη βάρκα που έχωνα τις ελπίδες μου. Φευ! Περίμενες την καληνύχτα μου. Το φιλί μου, το χτυποκάρδι μου. Δεν σε πρόδωσα ούτε ένα βράδυ. Ακόμη και στις 6 τα ξημερώματα σου τα έστελνα.
Έβαζα με τη φαντασία μου ένα περιστέρι να έρχεται στο χέρι μου. Λευκό, φυσικά. Του έβαλα ένα μικροσκοπικό φακελάκι στο ράμφος του, όχι απαραίτητα ροζ. Ούτε καλλιγραφικά γράμματα. Ούτε καν «σ' αγαπώ». Πώς τολμάς να πεις «σ' αγαπώ» σε μια χίμμαιρα; Ερχόταν βιαστική, φουριόζα η λέξη στα χείλη, μα με σταματούσε η πορεία μου, η κληρονομιά μου και δεν το έκανα. Ένα φιλί σου έβαζα με κατακόκκινο κραγιόν και τ' όνομά μου ανάμεσα στο κενό του μισάνοιχτου στόματος. Να μπορείς να το διαβάζεις κι ανάποδα, να μείνει ανεξίτηλο στην ψυχή σου. ΑΝΝΑ.
Άνοιγες ανυπόμονα το παράθυρο κι ας κρύωνες, όπως μου είπες, χάιδευες το περιστέρι για τον κόπο του και άνοιγες ευλαβικά σχεδόν τον μικρό φάκελο. Στο χρώμα του καφέ ήταν κι αυτός. Ανατρίχιασες απ' το έντονο φιλι, φούσκωσες από χαρά και περηφάνια. «Μου έστειλε φιλί η Άννα». Ίσως φούσκωσες και πιο κάτω. Νέο παιδί είσαι, άλλωστε. Έτσι μου είπες, τουλάχιστον. Φούντωσα με τη σκέψη σου. Φούντωσε όλο μου το είναι. Όλα τα κύτταρα σε υπερδιέγερση. Σε σένα. Πρωί, μεσημέρι, απόβραδο, με ανατολή. Ειδικά με την τελευταία που είχα χρόνια να την περιμένω. Έχει μια μελαγχολία η ανατολή κι ας φέρνει κάτι καινούριο. Εμένα με έκαιγε τι άφησε πίσω της. Μια ακόμη νύχτα, γεμάτη φαντασιώσεις.
Εκνευρίζομαι όταν με αποκαλούν έμπειρη. Σαν έχει ανάγκη η καρδιά να ξυπνήσει, έχει ήδη ξεχάσει τα πάντα. Σαν την πρώτη φορά. Σαν σχολιαρόπαιδο, πίσω από μια οθόνη αφαιρώντας κάθε τι παρόμοιο που ένιωσα σε μια έντονη και μακροχρόνια πορεία. Πόσες ανασφάλειες κρύβει μια γεμάτη ζωή που έχει όρεξη να ξαναρχίσει! Εκείνο το διαολάκι, ο νους, με ταρακούνησε λίγο. Πολύ λίγο. Δεν ήθελα να φύγω από εκεί που ήμουν. Μα δεν μου το επέτρεπε η ιστορία μου, όπως πολύ σοφά μου είπε ο καταλύτης σε όλη αυτή την ιστορία.
Ζήτησα εχέγγυα με το όποιο πάθος και φόβο. Απάιτησα αποδείξεις για την ύπαρξή σου. Ότι όλα αυτά που σου χάρισα εκεί μέσα θα μπορούσα να τα δώσω και να τα πάρω, ακουμπώντας σε. Απλά. Μα ήρθαν δικαιολογίες αδικαιολόγητες στα πλήκτρα σου και τρόμαξα… και ξύπνησα. Και μονολόγησα.
-Πού πας, κυρά μου; Και με ποιον; Με 30 φωτογραφίες; Με 2.000 μηνύματα; Με 20 τηλεφωνήματα που δεν ήξερα καν αν είσαι εσύ; Πού πας, καψερή; Τόσο ανάγκη το είχες; Τόσο απελπισμένη φάνταζες στα μάτια του;
Και τώρα; Τώρα πιο δυνατό χτυποκάρδι. Ήρθε και η απογοήτευση στην παρέα. Βαριά χέρια και πόδια με βαρίδια. Ετοιμάζω πανοπλία στην καρδιά. Με μια αμφιβολία να βουίζει σαν ενοχλητικό, ζουμερό κουνούπι.
-Κι αν είναι αληθινός; Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. Έχει σημασία το ταξίδι έστω και της φαντασίας. Το τι έκρυβες μόνο εσύ το ξέρεις. Εγώ το ευχαριστώ, σου το χρωστώ. Πρώτη φορά ερωτεύτηκα κάποιον που δεν άγγιξα ποτέ. Δεν μπορώ να γράψω δεν γνώρισα, γιατί νιώθω ότι σε γνώρισα. Ανεπίτρεπτο, θα πουν οι αφελείς. Αυτοί που αγνοούν πως πολλές φορές ερωτευόμαστε τον ίδιο τον έρωτα και όχι το πρόσωπο που τον εκπροσωπεί. Είμαστε οι ανάγκες μας ή καταντήσαμε να είμαστε! Ευελπιστώ οι Ερινύες να μην επισκεφτούν εμένα πρώτη.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
