«Νυρεμβέργη»: Ηταν και οι ναζί άνθρωποι;
«Νυρεμβέργη»: Ηταν και οι ναζί άνθρωποι;
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί ποιο είναι το νόημα μιας ταινίας για τη Δίκη της Νυρεμβέργης σήμερα, ογδόντα χρόνια μετά την έναρξή της (τον Νοέμβριο του 1945), πέρα, προφανώς, από τις υψηλές εισπράξεις, δεδομένης της ιστορικότητας του θέματος, και κάποιο βραβείο – το οποίο o Ράσελ Κρόου μάλλον το αξίζει για την εξαιρετική ερμηνεία του στον ρόλο του διαβόητου Χέρμαν Γκέρινγκ.
Το ερώτημα θέτει σε ανάλυσή του ο Αλεσάντρο Τρότσινο της Corriere della Sera, γράφοντας πως στην ταινία του Τζέιμς Βάντερμπιλτ «Νυρεμβέργη» (προβάλλεται ακόμα στους ελληνικούς κινηματογράφους) θίγονται διάφορα επίκαιρα ζητήματα, με τον ιταλό αρθρογράφο, όμως, να εστιάζει κυρίως σε ένα. Η ταινία ακολουθεί τον αντισυνταγματάρχη Ντάγκλας Κέλι (τον υποδύεται ο Ράμι Μάλεκ), έναν ψυχίατρο του αμερικανικού στρατού που κλήθηκε να αξιολογήσει τις ψυχές και τα μυαλά 22 ναζιστών ηγετών πριν από την έναρξη της δίκης.
Ο αμερικανός γιατρός γοητεύτηκε από τον Γκέρινγκ, νούμερο δύο του ναζιστικού καθεστώτος, πίσω μόνο από τον Χίτλερ, περισσότερο όμως κλονίστηκε από τo δικό του συμπέρασμα ότι οι φρικαλεότητες των ναζί δεν αφορούσαν συγκεκριμένα εκείνη την εποχή ούτε εκείνους τους ανθρώπους: θα μπορούσαν να συμβούν οποτεδήποτε, οπουδήποτε και από οποιουσδήποτε. Τελικά αυτή η διαπίστωση, αλλά και η απροθυμία του κόσμου να τη λάβει σοβαρά υπόψη, οδήγησαν τον Ντάγκλας Κέλι στην καταστροφή.
Στην ταινία εξετάζεται καταρχάς το καθολικό θέμα του Κακού ή της «κοινοτοπίας του κακού», όπως το έθεσε η Χάνα Αρεντ. Το βασικό ερώτημα, όπως το συνοψίζει ο Τρότσινο, είναι το εξής: ήταν το Ολοκαύτωμα, η φρίκη της εξόντωσης έξι εκατομμυρίων ανθρώπων, ένα μοναδικό επεισόδιο στην Ιστορία, ένα ανείπωτο σχέδιο που συνέλαβε και εφάρμοσε μια ομάδα εγκληματιών που δεν είχαν τίποτα το ανθρώπινο πάνω τους και ενσάρκωναν το απόλυτο κακό; Ή μήπως επρόκειτο για μια πάντα δυνατή εκτροπή μιας ευάλωτης και διεστραμμένης ανθρωπότητας, η οποία, ανάλογα με τις ανατροπές της Ιστορίας, μπορεί να πάρει μια απρόβλεπτη κατεύθυνση και να μεταμορφωθεί, μέσω του εθνοτικού, του θρησκευτικού και πολιτισμικού μίσους, σε μηχανή βίας και αγριότητας;
Ο ορισμός του «απόλυτου Κακού» χρησίμευσε για την ανάδειξη και την επισήμανση ενός γεγονότος άνευ προηγουμένου, από την άποψη της κλίμακας και του προγραμματισμού, καθώς και για τη διάλυση κάθε πιθανού άλλοθι που θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι ηττημένοι ναζί.
Σταδιακά, όμως, στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η φόρμουλα διαβρώθηκε από άλλες σφαγές, καθώς και από την επίγνωση ότι παρόμοια γεγονότα όχι μόνο συνέβησαν και σε άλλες εποχές σε άλλα μέρη, αλλά μπορούν να συμβούν ξανά στο μέλλον. «Δεν πρόκειται για σχετικοποίηση εκείνου του γεγονότος, το οποίο στην ιστορική και καθορισμένη ουσία του είναι ανείπωτο, αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε ασφαλείς και ποτέ δεν θα είμαστε», σχολιάζει ο Αλεσάντρο Τρότσινο.
Η ταινία εστιάζει σε αυτή τη συνειδητοποίηση, όταν ο αμερικανός ψυχίατρος εξηγεί στον διερμηνέα του ότι θέλει να γράψει ένα βιβλίο για τις συνομιλίες του με τον Γκέρινγκ και τους άλλους ναζιστές, όχι τόσο για να γίνει διάσημος, αλλά για να καταδείξει την ουσία αυτού του κακού, ώστε να αποτρέψει την επανάληψή του.
Ο Ντάγκλας Κέλι θα ήθελε επίσης να εντοπίσει μια ανθρωπολογική διαφορά μεταξύ των Αμερικανών και των ναζί, «σαν να ήταν το Κακό ένα γενετικό ελάττωμα που έπρεπε να αναγνωριστεί και να εξουδετερωθεί», όπως το θέτει ο ιταλός δημοσιογράφος. Ωστόσο η τελική και σαφής διαπίστωση του ψυχίατρου ήταν πως δεν υπήρχε καμία διαφορά: και οι ναζί, παρά τις ανήκουστες θηριωδίες, ήταν άνθρωποι.
Μεγάλο μέρος του φιλμ φωτίζει την άμεση σχέση του Κέλι με τον Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος περιγράφεται ως ένας άνθρωπος ιδιαίτερα οξυδερκής και, με τον δικό του τρόπο, ακόμη και συμπαθής. Εχει μια γυναίκα που τον αγαπάει και την αγαπάει και εκείνος, και μια κόρη που παίζει πιάνο και αναμένει την επιστροφή του πατέρα της στο σπίτι.
Ο Κέλι σχεδόν υπνωτίζεται από τον υπαρχηγό του ναζιστικού καθεστώτος, έως τη στιγμή της δίκης όπου παρουσιάζονται (πραγματικές) εικόνες από τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, με τους σωρούς από πτώματα. Αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι η ερώτηση του Γκέρινγκ, η τελευταία του προς τον Κέλι: «Στο βιβλίο σου θα μας μνημονεύεις ως ανθρώπους;»
Ο αμερικανός ψυχίατρος είχε τραγικό τέλος, μάλλον… όχι τυχαία παρόμοιο με εκείνο του Γκέρινγκ: αυτοκτόνησε την πρωτοχρονιά του 1958, σε ηλικία 45 ετών, καταπίνοντας μια κάψουλα κυανιούχου καλίου, όπως ακριβώς αυτοκτόνησε ο Γκέρινγκ στο κελί του στις 15 Οκτωβρίου 1946, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, σε ηλικία 53 ετών.
Οσον αφορά το τελικό συμπέρασμα, «ο Γκέρινγκ, ο Ες, ακόμη και ο Χίτλερ, ήταν άνθρωποι που διέπραξαν φρικτά πράγματα, αλλά ζούσαν μια φυσιολογική ζωή – πριν ξεφύγουν, αλλά ακόμη και αφότου ξέφυγαν», γράφει ο Αλεσάντρο Τρότσινο. «Αυτό δεν είναι άφεση αμαρτιών, δεν είναι υποβάθμιση, ούτε υποτίμηση του Κακού. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να εμβαθύνουμε στην ουσία της φύσης του ανθρώπου, να κατανοήσουμε πραγματικά το Κακό, να το αντιμετωπίσουμε, αντί να το απωθούμε», προσθέτει.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
