1509
|

«Μαύρες» μπίζνες μολύβδου απειλούν τη δημόσια υγεία

Χάρης Καρανίκας Χάρης Καρανίκας 23 Φεβρουαρίου 2020, 23:00

«Μαύρες» μπίζνες μολύβδου απειλούν τη δημόσια υγεία

Χάρης Καρανίκας Χάρης Καρανίκας 23 Φεβρουαρίου 2020, 23:00

Επί χρόνια οι υπολογισμοί που γίνονται για τις μπαταρίες αυτοκινήτου που τίθενται εκτός λειτουργίας, και που θα έπρεπε κανονικά να οδηγούνται προς ανακύκλωση έτσι ώστε να ανακτηθεί μόλυβδος, παρουσιάζουν το εξής παράδοξο: εμφανίζονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες από αυτές που φαίνεται να ανακυκλώνονται επισήμως. Για παράδειγμα, πριν από επτά χρόνια, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι εκτιμήσεις για τις μπαταρίες που αποσύρθηκαν εμφανίζονταν διπλάσιες από αυτές που φέρεται να έφτασαν στα ανακυκλωτήρια. Εάν ήταν μόνο αυτό, θα μπορούσαμε απλώς να μιλάμε για κυκλώματα που δραστηριοποιούνται στη «μαύρη» οικονομία των μπαταριών.

Ομως, τα πράγματα είναι μάλλον πολύ πιο σοβαρά: επειδή ο μόλυβδος είναι πολύτιμος –η αξία του κινείται σήμερα περί τα 1.900 δολάρια ανά τόνο, ενώ πριν από λίγα χρόνια ξεπερνούσε και τα 2.400 δολάρια– είναι μαθηματικά βέβαιο ότι οι αδήλωτες μπαταρίες δεν αλλάζουν απλώς χέρια, αλλά ότι κάποιοι τις επεξεργάζονται και βγάζουν το «ωφέλιμο» συστατικό. Κατά την επεξεργασία αυτή δεν μπορεί παρά να δημιουργούνται επικίνδυνα απόβλητα, βλαβερά για τη δημόσια υγεία, που πιθανότατα καταλήγουν στο περιβάλλον, αφού μιλάμε για μπαταρίες που δεν έχουν δηλωθεί επισήμως.

Ας πιάσουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η Ελλάδα καταδικάστηκε για τη (μη) διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων το 2009. Εως και το 2016 δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα συμμόρφωσης σε σχέση με την καταδίκη και της επιβλήθηκε πρόστιμο 10 εκατομμυρίων ευρώ, συν 30.000 ευρώ ανά ημέρα καθυστέρησης εφαρμογής των μέτρων που προβλεπόταν να λάβει.

Τα καμπανάκια δεν σταμάτησαν να χτυπούν: πριν από εννέα μήνες, τον Απρίλιο του 2019, η Κομισιόν σε έκθεση για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και πολιτικής ανέφερε: «Η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει μείζονα προσπάθεια, ώστε να δημιουργήσει επαρκές δίκτυο εγκαταστάσεων για την αποτελεσματική διαχείριση του συνόλου των επικίνδυνων αποβλήτων που παράγονται στη χώρα». Ανάμεσα στις δράσεις για το 2019 συμπεριλαμβανόταν και η αντιμετώπιση, «κατά απόλυτη προτεραιότητα», των ζητημάτων επεξεργασίας επικίνδυνων αποβλήτων.

Ενα μέρος αυτών των επικίνδυνων αποβλήτων προέρχεται από τις μπαταρίες αυτοκινήτων που περιέχουν μόλυβδο, ο οποίος κατόπιν επεξεργασίας ανακτάται και επαναδιοχετεύεται στην αγορά. Κατά τη διαδικασία ανάκτησης του μολύβδου παράγονται επικίνδυνα απόβλητα, για τα οποία δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας τους στην Ελλάδα και πρέπει να εξάγονται προς άλλες χώρες όπου υπάρχουν ειδικές εγκαταστάσεις.

Πριν από τέσσερις μήνες, τον Οκτώβριο του 2019, ένα ακόμα καμπανάκι ήχησε για την Ελλάδα, αυτή τη φορά συγκεκριμένα για τα απόβλητα συσσωρευτών: η χώρα μας, σύμφωνα με την Κομισιόν, βρισκόταν ανάμεσα στα 15 κράτη – μέλη της ΕΕ τα οποία εγκαλούνταν να συμμορφωθούν με την ενωσιακή νομοθεσία, καθώς δεν είχαν, ως όφειλαν, υποβάλει εκθέσεις σχετικά με τα ποσοστά συλλογής και για τα επίπεδα ανακύκλωσης για τα έτη 2016 – 2017.

Μπαταρία αυτοκινήτου τοποθετείται σε ειδικό κάδο προς ανακύκλωση

Τα απόβλητα των μπαταριών μολύβδου είναι τοξικά – για αυτό και περιλαμβάνονται στην κατηγορία των «επικίνδυνων». Κατά την ανακύκλωση των συσσωρευτών, πέρα από το «ωφέλιμο» προϊόν του μολύβδου, παράγονται δύο απόβλητα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης λόγω επικινδυνότητας για το περιβάλλον και την δημόσια υγεία: τα βαρέα πλαστικά και η σκωρία. Τα μεν βαρέα πλαστικά παράγονται στο πρώτο στάδιο επεξεργασίας, όταν σπάνε τις μπαταρίες και τις χωρίζουν σε επιμέρους τμήματα για περαιτέρω επεξεργασία. Η σκωρία παράγεται στο δεύτερο και τρίτο στάδιο της διαδικασίας, κατά τα οποία χρησιμοποιούνται ο φούρνος και η ραφιναρία για τον καθαρισμό του μολύβδου από τις προσμίξεις και τον εξευγενισμό αυτού.

Λόγω της τοξικότητας και της επικινδυνότητας των αποβλήτων, βάσει νομοθεσίας, η ανακύκλωσή των συσσωρευτών πρέπει να γίνεται από αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις που τηρούν συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, όπως αυτοί έχουν οριστεί από το υπουργείο Περιβάλλοντος.

Ομως, όπως δείχνουν επίσημα στοιχεία, η κατάσταση που επικρατεί στον συγκεκριμένο χώρο απέχει πολύ από τη νομιμότητα. Για την ακρίβεια, θυμίζει ένα «Φαρ Ουέστ» με αδήλωτες ποσότητες να διακινούνται και να μπαινοβγαίνουν παράνομα σε εγκαταστάσεις υπεράνω του νόμου, απειλώντας τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον και δημιουργώντας ταυτόχρονα μία «μαύρη» οικονομία μεγάλης κλίμακας.

Παράδειγμα πρώτο: με βάση στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), της αρχής που υπάγεται στο υπουργείο Περιβάλλοντος και επιτηρεί τις διαδικασίες ανάμεσα σε άλλα και για τους συσσωρευτές μολύβδου, μόλις το 51% αυτών συλλέχθηκαν και ανακυκλώθηκαν νόμιμα το 2013. Δηλαδή η μία στις δύο. Και δεν είναι τυπογραφικό λάθος, καταγράφεται στην έκθεση του ΕΟΑΝ το 2014.

«Γίνεται εμφανές ότι δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της 100% συλλογής συσσωρευτών μολύβδου-οξέος, παρόλο που λόγω της εμπορικής αξίας του αποβλήτου αναμένεται ότι τα απόβλητα φθάνουν σε εγκαταστάσεις ανακύκλωσης στο εσωτερικό ή εξωτερικό. Οι βασικοί λόγοι μη επίτευξης του στόχου, είναι η διακίνηση των μπαταριών με μη νόμιμο τρόπο, το λαθρεμπόριο και η παράνομη εξαγωγή στο εξωτερικό», αναφέρεται στην έκθεση.


Τα συγκεκριμένα απόβλητα –όπως και τα λεφτά– δεν είναι λίγα: για το 2013, από την εκτιμώμενη ποσότητα των 47.950 τόνων μπαταριών μολύβδου που αποσύρθηκαν από οχήματα, οι 24.400 φαίνεται να μπήκαν στον νόμιμο δρόμο, δηλαδή να οδηγήθηκαν με όλα τα απαιτούμενα παραστατικά σε αδειοδοτημένα ανακυκλωτήρια. Οι υπόλοιποι 23.550 τόνοι φαίνεται να αγνοούνται.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τους πέταξαν σε ρεματιές ή στη θάλασσα, καθώς το περιεχόμενό τους, ο μόλυβδος, είναι πολύτιμο. Για να πάρει όμως κάποιος τον μόλυβδο από αυτές, θα πρέπει πρώτα να τις σπάσει και στη συνέχεια να τις επεξεργαστεί σε φούρνους και ραφιναρίες. Κατά τη διαδικασία αυτή και πάλι παράγονται τα επικίνδυνα –τοξικά– απόβλητα, τα οποία θα έπρεπε να εξαχθούν από την Ελλάδα για να οδηγηθούν σε ειδικές εγκαταστάσεις στο εξωτερικό. Ομως, από τη στιγμή που οι ποσότητες των μπαταριών δεν συλλέχθηκαν νόμιμα, και δεν καταγράφηκαν κάπου, τα επικίνδυνα απόβλητα που παράγονται από την επεξεργασία τους επίσης «εξαφανίζονται».

Από τις «αγνοούμενες» ποσότητες μπαταριών του 2013, που ανέρχονταν σε 23.550 τόνους, ο μόλυβδος που μπορεί να προκύψει με ανάκτηση εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου 15.000 τόνους, ενώ το 2013 η μέση τιμή του μετάλλου ανά τόνο ήταν περί τα 2.100 δολάρια. Δηλαδή μιλάμε για μία μαύρη αγορά ύψους άνω των 30 εκατομμυρίων δολαρίων, μόνο μέσα στο 2013.

Το Protagon απευθύνθηκε σε παράγοντες και γνώστες του χώρου ανακύκλωσης μπαταριών, οι οποίοι μίλησαν με τον όρο να παραμείνουν ανώνυμοι. «Οι εταιρείες έχουν κάθε λόγο να ανακυκλώσουν μόλυβδο αλλά να μην το δηλώσουν, καθώς τα κέρδη για αυτές είναι μεγαλύτερα, αφορολόγητα, συν ότι δεν χρειάζεται να κάνουν εξαγωγές για τα επικίνδυνα απόβλητα που παράγονται από την επεξεργασία.Το κόστος δε της εξαγωγής των αποβλήτων είναι ιδιαίτερα μεγάλο: τουλάχιστον 400 ευρώ ανά τόνο. Με βάση τον νόμο, επιβάλλεται οποιοσδήποτε συλλέγει και επεξεργάζεται μπαταρίες να είναι συμβεβλημένος με ένα από τα τρία συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης συσσωρευτών τα οποία καταγράφουν τις ποσότητες συλλογής μπαταριών και ανάκτησης που δηλώνονται. Συμφέρει λοιπόν να είναι αδήλωτες, να φουντάρουν τα απόβλητα, ή να τα έχουν παράνομα στην αυλή τους», ανέφερε πηγή στο Protagon.

Επικίνδυνα απόβλητα που προορίζονται για μεταφορά σε ειδικές εγκαταστάσεις εξουδετέρωσής τους

Σύμφωνα με ειδικούς, από την επεξεργασία κάθε κιλού μπαταρίας ώστε να ανακτηθεί ο μόλυβδος, προκύπτουν περί τα 300 γραμμάρια επικίνδυνων αποβλήτων. Το οποίο σημαίνει ότι για να βγει ο μόλυβδος από τους 23.550 τόνους των «εξαφανισμένων» συσσωρευτών του 2013 παράγονται περί τους 7.500 τόνους τοξικής σκωρίας και βαρέων πλαστικών. Από τη στιγμή που η επεξεργασία τους κατά τα διαθέσιμα επίσημα στοχεία δεν φαίνεται να έγινε με νόμιμα παραστατικά, τότε δεν υπάρχει και απολύτως κανένας λόγος αυτά τα τοξικά απόβλητα να εξαχθούν από την Ελλάδα, όπως θα έπρεπε αν η διαδικασία γινόταν νόμιμα. Το οποίο σημαίνει ότι είναι σφόδρα πιθανόν ή αλλιώς δεν μπορεί να αποκλειστεί κάποιοι να τα ξεφορτώθηκαν κάπου εντός της χώρας (στην ελληνική φύση; σε υπονόμους;) γλιτώνοντας συνακόλουθα το κόστος για την εξαγωγή τους.

Το 2014 η ψαλίδα μεταξύ των εκτιμώμενων ποσοτήτων μπαταριών που αποσύρθηκαν και αυτών που συλλέχθηκαν νόμιμα, παρέμεινε στα ίδια επίπεδα με αυτά του 2013. Από τους 48.600 τόνους, η νόμιμη συλλογή ανήλθε στους 25.500 τόνους, δηλαδή και πάλι είχαμε περί τους 23.000 τόνους «εξαφανισμένων» συσσωρευτών. Αυτοί οδηγούν σε επιπλέον 7.000 τόνους «εξαφανισμένων» τοξικών αποβλήτων. Το 2015, περίπου 4.500 τόνοι τοξικών. Το 2016, άλλοι 3.500 τόνοι, το 2017 άλλοι 2.200, το 2018 (με προσωρινά στοιχεία) άλλοι 3.500.

Στο σύνολο, οι τοξικές ποσότητες των επικίνδυνων αποβλήτων από τις «εξαφανισμένες» μπαταρίες ενδέχεται να ξεπερνούν τους 28.000 τόνους, εάν το υπουργείο Περιβάλλοντος έχει κάνει σωστά τους υπολογισμούς για τις εκτιμώμενες ποσότητες μπαταριών. Από το 2015 και μετά, στις εκθέσεις του ΕΟΑΝ αναφέρεται ότι η εκτίμηση βασίζεται σε μεθοδολογία του ΥΠΕΝ, και ότι γίνεται προσπάθεια να προσεγγιστεί καλύτερα η ποσότητα αυτή. Ωστόσο, οι εκτιμώμενες ποσότητες από χρόνο σε χρόνο δεν διαφέρουν σημαντικά.

«Κατά την περίοδο 2014-2018, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ποσότητα των μπαταριών που πετάγονται ετησίως στην Ελλάδα είναι της τάξης των 40.000-45.000 τόνων, εκ των οποίων το ποσοστό της νόμιμης συλλογής και ανακύκλωσης δεν ξεπερνά το 60%. Οι ποσότητες που υπολείπονται οδηγούνται στη μη νόμιμη διακίνηση και ανακύκλωση, από τη στιγμή που η εμπορική αξία του μολύβδου σε συνδυασμό με την παρεισαγωγή μπαταριών, δημιουργεί ένα δυνατό δίκτυο παραοικονομίας στον χώρο της ανακύκλωσης συσσωρευτών. Επιπλέον η παραλαβή μη καταγεγραμμένων μπαταριών από τα ανακυκλωτήρια οδηγεί στην μη καταγραφή παραγομένων τοξικών αποβλήτων», δήλωσε πηγή στο Protagon.

Εάν ευσταθούν οι υπολογισμοί της συγκεκριμένης πηγής, τα οικονομικά συμφέροντα των μαύρων κυκλωμάτων του μολύβδου, μόνο για την περίοδο 2014-2018 αντιστοιχούν σε περίπου 20 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Εις βάρος, προφανώς, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος που δεν αποκλείεται να έχει δεχθεί χιλιάδες τόνους επικίνδυνων και τοξικών αποβλήτων.