2057
| CreativeProtagon

Κάποτε με τις χρυσές φωνές στον Γαλαξία του Xίλτον

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 2 Φεβρουαρίου 2022, 21:12
|CreativeProtagon

Κάποτε με τις χρυσές φωνές στον Γαλαξία του Xίλτον

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 2 Φεβρουαρίου 2022, 21:12

Ήταν, που λέτε, κάποτε μια «Ταράτσα». Θρυλική. Που κατάφερε να αλλάξει το χάρτη του ελληνικού (μάλλον του ελαφρού) τραγουδιού και της εγχώριας ποπ. Χάρη σε ένα δυνατό ωστικό κύμα από τη γειτονική, μουσική, Ιταλία. Με αστέρες από το περίφημο Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, που γίνονταν διεθνείς σχεδόν εν μία νυκτί.

Να, λοιπόν, αυτή ήταν η ιστορική «Ταράτσα του Χίλτον». Το Galaxy, αν θέλετε, στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου, το οποίο όταν άνοιξε στις αρχές του ’60 στην Αθήνα, προσέλκυσε το διεθνές τζετ σε και αστέρες, αλλά έγινε και θέμα εκτός συνόρων, όχι μόνον για την τολμηρή τότε αρχιτεκτονική και τον όγκο του.

Τούτη εδώ είναι μια ιστορία, που έμεινε εν πολλοίς στα «περασμένα ξεχασμένα», τώρα που έκλεισε το Χίλτον, στις 31 Ιανουαρίου 2022, για να αναδυθεί μετά από τις εργασίες κάπου τεσσάρων συνολικά ετών σε Conrad (ακόμη πιο πολυτελές και μόνον κατά ένα μέρος ξενοδοχείο της ίδιας αλυσίδας, μαζί με πολυτελή διαμερίσματα και καταστήματα).

Διαβάζοντας παρακάτω θα καταλάβετε γιατί δεν ανήκει, πραγματικά, σε αυτή την κατηγορία. Και είναι η ταράτσα του, ο τελευταίος όροφος, με τη μεγάλη χορευτική πίστα, που έγραψε αυτή την ιστορία.

Πάμε, λοιπόν, από την αρχή.

Μπορεί στα εγκαίνια του πολύφερνου ξενοδοχείου, στις 21 Απριλίου (σημαδιακό;) και τις 22 Απριλίου του 1963 να έδωσαν το «παρών» ο μεγιστάνας Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Άντονι Κουίν του διεθνούς «Ζορμπά», ο Σουηδός μαιτρ του σινεμά Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, το αστέρι του χορού με το όνομα Ρούντολφ Νουρέγιεφ, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και άλλοι, όμως τούτη, η «άλλη» ιστορία του Χίλτον ξεκίνησε την επόμενη χρονιά.

Ο λιβανέζος συνθέτης και τραγουδιστής Ρικάρντο Κρέντι, που τραγουδούσε και στα γαλλικά παρακαλώ, ήταν ο πρώτος που είχε ειδικό συμβόλαιο για την ψυχαγωγία με την αλυσίδα Χίλτον. Πρώτος σήκωσε τα ζευγαράκια της «καλής κοινωνίας» να χορέψουν τα λεγόμενα αργά «μπλουζ» στη μεγάλη πίστα.

Σιγά σιγά ο Κρέντι, που είχε εγκατασταθεί πια στην Αθήνα, με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά του, άρχισε να φέρνει και τον ρυθμό: «Galaxy Cha-Cha-Cha» λεγόταν ένα τραγούδι που έγραψε ειδικά για την Ταράτσα. Το οποίο συμπεριλήφθηκε αργότερα και στο ΕΡ άλμπουμ του «At the Athens Hilton».

Πρωτοχρονιά του 1970 στο Galaxy Hilton

Αν και πρώτο δισκάκι του, που κυκλοφόρησε το 1965, και αφού το κοντέρ του είχε γράψει πολλά χιλιόμετρα στην πίστα του Galaxy, ήταν ένα τραγούδι, ονόματι «Une larme/ Petrouchka» (κατά το ενημερωμένο μπλογκ diskoryxeion), με την υπογραφή στη σύνθεση του Naki Petri. Δηλαδή, του πολυγραφότατου Νάκη (Διογένη) Πετρίδη, από το Βατούμ του Καυκάσου, που μάς έχει αφήσει μεγάλες, κυρίως λαϊκές, επιτυχίες, όπως το «Πάλι θα κλάψω», οι «23 Απρίληδες», «Στα Βράχια της Πειραϊκής» με το Στέλιο Καζαντζίδη, «Το ψωμί της ξενιτιάς» κ.ά.

Αυτή ήταν και η πρώτη σύνδεση, ας την πούμε έτσι, του εγχώριου μουσικού δυναμικού με τα εισαγόμενα τραγούδια και ονόματα, κάποια από τα οποία έγραψαν λαμπρές σελίδες στο λίμπρο ντ’ όρο της ελληνικής ποπ.

Έμελλε να ακολουθήσουν πολλές. Μπορεί η Ελένη Ανουσάκη να έχει εξομολογηθεί ότι εκείνα τα χρόνια πήγαινε στη Ρώμη και στην ταράτσα του ξενοδοχείου Excelcior για να ακούσει – και, εν τέλει, και για να χορέψει – με τον μέγα σταρ του ιταλικού καντσόνε Σέρτζο Εντρίγκο. Όμως και σε κείνη την ταράτσα έφτασαν στον  Εντρίγκο τα μαντάτα για την επιτυχία της αθηναϊκής «Ταράτσας», έμαθε περισσότερα από τον Κρέντι και πολύ σύντομα βρέθηκε να τραγουδάει κι εκείνος στο Χίλτον, λίγο προτού να φτάσει στη Γιουροβίζιον του 1968 με το Marianne. Επιτυχίες του όπως τα Io que amo solo te, Teresa, Canzone per te.

Ο Κόνραντ Χίλτον και η αδελφή του χορεύουν το αγαπημένο του βαλς «Varsoviana», όπως συνήθιζε να κάνει για γούρι σε όλα τα εγκαίνια των ξενοδοχείων του, στις 22 Απριλίου του 1963

Η αρχή είχε γίνει με τον Κρέντι. Δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον καλέσει στη δισκογραφική του εταιρεία M Plus M και να του γράψει ελληνικούς στίχους (και να τους διδάξει συνάμα) ο Νίκος Μαστοράκης. Έτσι η Τερέζα, στην οποία «είχε χαρίσει ένα λουλούδι», απέκτησε ελληνικό πρόσημο, έγινε 45αράκι μαζί με το «Τριαντάφυλλο του Μάη», το 1965, και ξεσήκωνε πιο εύκολα το όλο και πιο πολυάριθμο πιστό κοινό στην πίστα του Χίλτον.

Ήταν η εποχή που είχε τον Εντρίγκο στα μουσικά ινδάλματά του – ως συνθέτη και ερμηνευτή – και ο Λάκης Παπαδόπουλος, «Με τα Ψηλά Ρεβέρ», και έφτασε, αργότερα, να παίξει και μαζί του, όπως έχει πει.

Μπα; – θα πρέπει να είπε μέσα της η επίσης σταρ του ιταλικού καντσόνε Τζιλιόλα Τσινκουέτι. Που είχε κερδίσει, κιόλας, στα 16 της, το 1964, το Διαγωνισμό της Γιουροβίζιον με το τολμηρό τότε Non ho l’età (δεν έχω την ηλικία, αν θέλετε, να αγαπήσω – ως ανήλικη).

Κι αφού είπε το «μπα;», πήρε και η Τζιλιόλα το δρόμο για την Ταράτσα του Χίλτον. Με συμμάχους της και στιχουργούς της στα ελληνικά, για τα αντίστοιχα 45αράκια, το Γιώργο Παπαστεφάνου κυρίως, αλλά και το Λευτέρη Κογκαλίδη εκ Θεσσαλονίκης.

Τραγούδια της στα ελληνικά, όπως τα Μα εσύ δεν μ’ αγαπάς, Μικρή Πολιτεία (Piccola Citta), σε στίχους Θάνου Τσόγκα, όπως και τα «Χαμένα όνειρα» (από την παγκόσμια επιτυχία της Μέρι Χόπκιν Those were the days, σε τσιγγάνικο ρυθμό), Σα χελιδόνι πετάς, Έλα, Κι αν βρέχει (La Pioggia), ακούγονται στο Χίλτον και κυκλοφορούν διαρκώς σε 45αράκια μέχρι το 1969.

Κι ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: η νεόκοπη Ελληνική Τηλεόραση αρχίζει να δείχνει το Φεστιβάλ του Σαν Ρέμο. Δείγμα κι αυτό της επιτυχίας στα μέρη μας του ιταλικού καντσόνε και των αστέρων του, που συνέβαλε όμως και στην προβολή τους.

To A casa d’Irene του Νίνο Φιντένκο, παγκόσμια επιτυχία, «ελληνοποιείται» και σέρνει το χορό για μια σειρά από ιταλικά καντσόνε, αλλά και γαλλικά σανσόν και βρετανικά και αμερικάνικα, που γίνονται εμβλήματα της εγχώριας ποπ, που πρώτα «διασκευάζει» κι έπειτα ανοίγει τα φτερά της, δημιουργικά, χάρη στη χρυσή εποχή του ελληνικού ροκ και της ποπ.

«Μελαγχολία του Σεπτέμβρη» έγινε, τραγουδισμένο στα ελληνικά, το Melancolia του καρδιοκατακτητή Πεπίνο Ντι Κάπρι, σε στίχους Μαστοράκη και ακουγόταν από τον ίδιο στην Ταράτσα, ξανά και ξανά. Στην πίσω όψη του δίσκου 45 στροφών, που υπέγραφε ως Peppino Di Capri E I Suoi Rockers, ακούγεται το «Gira… Gira… (από το Reach Out, I’ll Be There των Αμερικανών Four Tops). Εποχή για… αγκαλιαστούς χορούς.

Ρίτα Παβόνε, Τζιάνι Μοράντι, Αντριάνο Τσελεντάνο, Πάτι Πράβο γίνονται με τη σειρά τους «εγχώριοι» σταρ (και στα ελληνικά περιοδικά).

Ενώ με το τραγούδι «4-3-1943» (την ημερομηνία της γεννήσεώς του) χειροκροτούνταν ολόθερμα και ο μέγας Λούτσιο Ντάλα, που έπαιζε εκείνη την εποχή σαξόφωνο στην αθηναϊκή «Κουΐντα».

Να μην σάς πω και για τον Έρικ Κλάπτον, που το 1965 έμενε στην Κυψέλη και έπαιζε κιθάρα με το – σταρ – ελληνικό συγκρότημα Juniors, του οποίου μέλη και κυρίως ο «αρχηγός» τους, Θάνος Σουγιούλ, είχαν χαθεί σε τροχαίο.

Χορευτική βραδιά στο Χίλτον με θέμα το… Πουέρτο Ρίκο

Μέγας σταρ της εποχής και ο Ρόκι Ρόμπερτς, μαύρος και Αμερικανός στην καταγωγή, που έκανε καριέρα στην Ιταλία. Σουξέ του, το Stasera mi butto. Εμφανιζόταν δε και στο Χίλτον, αλλά και σε άλλες πίστες της αθηναϊκής νύχτας, παρέα με την εκρηκτική μαυρούλα Λόλα Φαλάνα.

Μην το βλέπετε σαν κάτι… απλό. Δεν ήταν λίγα. Να διαμορφώνεται μια ολόκληρη μουσική σκηνή από μια Ταράτσα. Και να οδηγεί στη γέννηση και «διαμαντιών» από το πολύ καλό εγχώριο δυναμικό.

Είναι η εποχή που ο Κώστας Τουρνάς εμφανίζεται με τους Teenagers (1965). Και ένα χρόνο μετά ο πολύς Ντέμης Ρούσσος με τους Vikings. Και φτάνει πάραυτα στον τελευταίο όροφο του Χίλτον.

Εδώ ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο: Βαγγέλης Παπαθανασίου και Ντέμης Ρούσσος. Από το 1962 ένα σχολικό συγκρότημα με το όνομα Φόρμινξ ήταν το πρώτο επιτυχημένο βήμα του μετέπειτα διεθνούς Vangelis με το οκταμελές σχήμα, στην «Αργώ» της λεωφόρου Βουλιαγμένης και – ναι – στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ Παλλάς» της Πατησίων, που ανήκει σήμερα στο υπουργείο Πολιτισμού. Το 1965, με το Jeronimo Yanka, έκαναν το μεγαλύτερο σουξέ (από τα 11 συνολικά δισκάκια τους). Ο Βαγγέλης έκανε πράξη το όνειρό του, να ουρλιάξει πολύ κοντά στα μικρόφωνα τη λέξη «Τζερόνιμοοοο» στη θρυλική «Χαβάη» στη Νέα Κρήνη Θεσσαλονίκης, όπου ξεκίνησαν την πορεία τους και οι Olympians. Και το 1966 διαλύθηκαν.

Λίγο πριν τη δικτατορία, έκανε την πρώτη δισκογραφική εμφάνιση με την «Orchestra di Vag. Papathanassiou», σε ένα 45άρι της δικής μας Zoe, ήτοι της Ζωΐτσας Κουρούκλη και τα επίσης ιταλικά «Ciao amore, ciao» και «Non pensare a me».

Το περίφημο «Galaxy Bar» τότε

Σύμφωνα με το ιστορικό έντυπο της ελληνικής μουσικής «Μοντέρνοι ρυθμοί», βρίσκουμε ξανά μετά το καλοκαίρι τον Παπαθανασίου στο Galaxy του Χίλτον, να παίζει με το τρίο Last Five: «συνοδεύοντας τη νέγρα τραγουδίστρια Βάιολετ Μάι και την Βίλμα (κατά κόσμον, Λαδοπούλου)». Μαζί του, οι Ντέμης Ρούσσος και Λουκάς Σιδεράς. Κι έπειτα, σε κουαρτέτο, με τον κιθαρίστα Αργύρη Κουλούρη.

Είναι η εποχή (τέλη του 1967, εν μέσω Χούντας) που ο Vangelis δηλώνει ότι δεν θέλει να φτιάξει άλλο μουσικό σχήμα και σκοπεύει να πάει στο Λονδίνο. Βέβαια, βαφτίζει στο μεταξύ το σχήμα με το όνομα που έφτασε στα πέρατα της Γης: «Παιδί της Αφροδίτης» – Aphrodite’s Child. Και φεύγουν για το Λονδίνο.

Ο θρύλος έχει καταγράψει ότι έφυγαν με τρένο, τον Απρίλιο του 1968 (ναι, λίγο πριν τον γαλλικό Μάη), σταμάτησαν στο Παρίσι, αφουγκράστηκαν τις εξεγέρσεις των φοιτητών κι έγραψαν το θρυλικό Rain and tears, που έκανε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία κι έγινε σύνθημα του «Μάη» (των δακρυγόνων). Έπειτα έφυγαν για το Λονδίνο, για να ηχογραφήσουν, τελικά το 1972, το εμβληματικό άλμπουμ τους «666» σε περίφημα στούντιο. Και τα άλλα είναι ιστορία…

The Platters: συναυλία στην πισίνα του Hilton, Αύγουστος 1980 © Ιστορικό Αρχείο Hilton Αθηνών.

Να και άλλες, παράλληλες, ιστορίες, όσο φούσκωνε το κύμα των ιΙταλών ερμηνευτών στην Ελλάδα: με τα ονόματα Φέφε (Αλιμπέρτι) και Τόνι Πινέλι. Α, και ενός «Γιασεμιού». Της Τζελσομίνα. Όλοι βρέθηκαν για να τραγουδήσουν στα μέρη μας, πάτησαν το πατάρι, μπροστά από την πίστα του Χίλτον και, τελικά, έμειναν εδώ.

Στις αθηναϊκές πίστες της εποχής, λοιπόν, αντηχούσε η παράξενη φωνή – σε σπασμένα ελληνικά – του Ιταλού Τόνι Πινέλι, που εκτόξευε προς τον αττικό ουρανό μεγάλες επιτυχίες: «Ανάμνησις» («Το καλοκαίρι, μαζί πηγαίναμε στην αμμουδιά») του Βαγγέλη Πιτσιλαδή σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, το 1966, «Ένα πρωινό» (ή Αναμπέλ) του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιώργου Παπαστεφάνου, από τη θρυλική ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κορίτσια στον Ήλιο», και το «Σιγά σιγά» (κι αυτό το βράδυ) του Δήμου Μούτση και του Νίκου Γκάτσου, το 1968.

Πέρα από τις «ζωντανές» εμφανίσεις του σε πολλές ταινίες της εποχής, θα κρατούσα και το «Η θάλασσα μού πήρε» του Αλέκου Χρυσοβέργη, με τον οποίο έκανε και LP.

Ζαν Πολ Μπελμοντό και Νικόλ Καλφάν, το 1971. Από τη συνέντευξη Τύπου της ταινίας “Le Casse” («Οι ληστές») του Ανρί Βερνέιγ που σε μεγάλο μέρος γυρίστηκε στο Hilton Αθηνών

Στα βήματα του Πινέλι – και, βέβαια, στην Ταράτσα – βάδισε και ο άλλος πολύ γνωστός και από ταινίες Ιταλός, που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (μια πληροφορία τον θέλει να είχε μέχρι πρόσφατα επιχείρηση ενοικίασης αγροτικών μηχανημάτων, έξω από την πατρίδα του, Φλωρεντία).

Μιλάμε για τον Φέφε (Αλιμπέρτι στο επώνυμο), που έκανε τα δικά του σουξέ, σε ακόμη πιο καθαρά ελληνικά: «Σε ζητώ» του Σταύρου Ξαρχάκου, σε στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου, επίσης στην ταινία «Κορίτσια στον ήλιο». Το «Σε ζητώ» των Γιάννη Σπανού και Αλέξη Αλεξόπουλου από την ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι» (πρωτακούστηκε από τους Γιάννη Φέρτη και Αφροδίτη Μάνου, αλλά στην πίστα του Χίλτον, το 1971, χορεύτηκε με τη φωνή του Φέφε).

Αλλά και πολλά άλλα, μέχρι τουλάχιστον το γάμο του με την κόρη του εκδότη της «Αθηναϊκής», όπως τα Βρες Κάποιον Άλλον και Αντίο Καλοκαίρι, με μαέστρο τον περίφημο Τίτο Καλλήρη, που τον θυμάται η Λήδα (Χαλκιαδάκη), κόρη της Δανάης του Αττίκ και γνωστή, τότε, με το ντούο Λήδα – Σπύρος (Βλασσόπουλος – θυμάστε το «Όταν θα γεννηθεί ο γιος σου»;).

«Έπιασα την πιο ‘σοβαρή’ δουλειά μου, στον ‘Γαλαξία’, απάνω στο Χίλτον με τον Μανώλη Μικέλη, έναν μεγάλο πιανίστα της jazz, τον Τίτο Καλλήρη στην κιθάρα κ.α. Ο Μικέλης είχε το πρώτο hammond organ κι ερχόταν κάθε βράδυ ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, καθόταν δίπλα στο δάσκαλο, παρατηρούσε και παίζανε μαζί», έλεγε πρόσφατα στον Αντώνη Μποσκοΐτη (για το «Κουτί της Πανδώρας»).

«Για εννιά μήνες περίπου δούλεψα στο roof garden του Χίλτον, υπηρετώντας τη χορευτική μουσική, ένα δύσκολο είδος, που ούτε ακριβοπληρωμένο ήτανε, ούτε και πολλοί συνάδελφοι ασχολούνταν. Έπρεπε να’ χεις ταλέντο, όμως, και να ξέρεις ξένες γλώσσες».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News