Μίκι Ρουρκ: Από καρδιοκατακτητής, άστεγος
Μίκι Ρουρκ: Από καρδιοκατακτητής, άστεγος
Αυτή η εβδομάδα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, άλλη μια από τις χιλιάδες δύσκολες εβδομάδες στη ζωή του Μίκι Ρουρκ. Ο 73χρονος ηθοποιός αντιμετωπίζει έξωση από το σπίτι του στο Λος Αντζελες, αφού χρωστάει ενοίκια ύψους 60.000 δολαρίων (51.310 ευρώ). Και γι’ αυτό, έχει εγκατασταθεί με τον σκύλο του σε ένα ξενοδοχείο στο Δυτικό Χόλιγουντ, φορώντας περούκα…
Στη συνέχεια αποκαλύφθηκε ότι είχε δημιουργηθεί μια σελίδα GoFundMe, με τίτλο «Βοηθήστε τον Μίκι Ρουρκ να μείνει στο σπίτι του». Δεν είναι σαφές εάν πίσω από αυτή είναι θαυμαστές ή συνεργάτες του Ρουρκ. Ωστόσο, όταν έγινε γνωστή η είδηση για τον έρανο, το ποσόν των δωρεών σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε μια νύχτα φθάνοντας περίπου τα 100.000 δολάρια.
Οταν το έμαθε, ο Ρουρκ εξέφρασε την απόλυτη ντροπή του για την ύπαρξη του εράνου, δημοσιεύοντας ένα βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον απαράμιλλο τρόπο του: «Αν χρειαζόμουν χρήματα, δεν θα ζητούσα καμία γ..η φιλανθρωπία. Προτιμώ να βάλω ένα όπλο στον κ… και να πατήσω τη σκανδάλη», δήλωσε.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο Μίκι Ρουρκ έχει πέσει πολύ χαμηλά πια μετά την αρχική πτώση του που ήταν η πιο γρήγορη. Μετά την κορύφωση της ακμής του περίπου το 1986, όταν ήταν 34 ετών και ο πιο «καυτός» ηθοποιός του Χόλιγουντ, χρειάστηκαν μόλις πέντε χρόνια και περίπου εννέα ταινίες που έχουν ξεχαστεί προ πολλού, για να εκτροχιαστεί ολοκληρωτικά η καριέρα του γράφει στην Telegraph ο Τιμ Ρόμπι. Ηδη το 1991, τον παρουσίαζαν ως ξεπερασμένο.
Ο αμερικανός ηθοποιός έπιασε πάτο, εγκαταλείποντας την υποκριτική, και στη συνέχεια έσκαψε έναν ακόμη πιο βαθύ λάκκο στην καριέρα του, καταφεύγοντας στο επαγγελματικό μποξ, το οποίο κατέστρεψε την υγεία, τη φήμη και την εντυπωσιακή του εμφάνιση. Μετά από όλα τα χτυπήματα που δέχτηκε – από κριτικούς, πυγμάχους στο ρινγκ και στη συνέχεια από το νυστέρι του χειρουργού – έγινε σχεδόν αγνώριστος.
Η ακατέργαστη υποκριτική υπόσχεση που είχε δείξει ο Μίκι Ρουρκ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εξανεμίστηκε μέχρι που πέθανε, παρατηρεί ο βρετανός κριτικός κινηματογράφος της Telegraph. Οι καταναλωτικές του συνήθειες βγήκαν εκτός ελέγχου. Η ιστορία του είναι ένα κλασικό παράδειγμα αργής κατάρρευσης της φήμης, βήμα προς βήμα.
Η ιδιαίτερη τραγωδία του Ρουρκ δεν είναι ότι τεμπέλιασε, συμβιβάστηκε με εξευτελιστικές αμοιβές ή απλώς τα θαλάσσωσε. Στην πραγματικότητα, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ολοι συμφωνούν ότι ξεκίνησε την υποκριτική του καριέρα με σκηνές από τις οποίες δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου – στις ταινίες «Εξαψη» («Body Heat», 1981) του Λόρενς Κάσνταν, «Μια απίθανη τρελοπαρέα» («Diner», 1982) του Μπάρι Λέβινσον και «Ο αταίριαστος» («Rumble Fish», 1983) του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ηταν καυτός, αλλά με διακριτικότητα.
Παρά το μουρμουρητό του – που στην πραγματικότητα ήταν ένας μάλλον χαλαρός τρόπος συνομιλίας – δεν υπήρχε καμία επιθετική αποφασιστικότητα να γίνει ο επόμενος Τζέιμς Ντιν ή Ντε Νίρο. Σύντομα έγινε ο πιο αμφιλεγόμενος πρωταγωνιστής της εποχής του, με μια γοητεία που μπορούσες να την αντιληφθείς από την άλλη άκρη της Μπέρμπον Στριτ, σχολιάζει ο Ρόμπι. Ακόμα και στο απόγειο της φήμης του, όμως, την άνοιξη του 1986 όταν βγήκε στις αίθουσες η ταινία του Αντριαν Λιν «Οι 9½ εβδομάδες», ο ίδιος δεν ήταν ικανοποιημένος. Ηθελε περισσότερα.
Ακόμα και τότε, ήταν απίστευτα δυσαρεστημένος από την φήμη του Χόλιγουντ και όλα όσα αυτή συνεπαγόταν. Ο πρώτος γάμος του, με την ηθοποιό Ντέμπρα Φόιερ, βρισκόταν σε τέλμα, αποσταθεροποιημένος από την αυτοκαταστροφική του τάση και την ένταση των γυρισμάτων της ταινιας «9½ εβδομάδων», οι ερωτικές απαιτήσεις της οποίας «δεν έδειξαν ιδιαίτερη διακριτικότητα στις ανάγκες της γυναίκας μου», όπως παραδέχτηκε ο ηθοποιός. Οι αντιπαραθέσεις στο πλατό, δε, μεταξύ του Ρουρκ, του Λιν και της Κιμ Μπάσινγκερ ήταν έντονες.
Ο Ρουρκ πήρε μια 18μηνη άδεια, προκαλώντας πιθανώς μεγάλη οργή στους μάνατζέρ του, ενώ όλο αυτό το διάστημα οι «9½ εβδομάδες» πέρασαν από μια διάσημα επίπονη διαδικασία μοντάζ, καθώς ο Λιν και το στούντιο αντιδικούσαν για το τελικό μοντάζ που ήταν αρκετά ήπιο κατά τη διάρκεια των ερωτικών σκηνών ώστε η ταινία να είναι εμπορικά βιώσιμη.
Στις ΗΠΑ, η ταινία απέτυχε. Η πολύ κομμένη έκδοση, την οποία ο Ρουρκ, απογοητευμένος, θεώρησε αποστειρωμένη φυγή, έγινε βόμβα στα box-office. Διεθνώς, όμως, η μη λογοκριμένη εκδοχή της θα γινόταν τεράστια επιτυχία, ειδικά στην Ευρώπη και την Αυστραλία. Μάλιστα, έκανε τον Ρουρκ παγκόσμια γνωστό με έναν τρόπο που δεν είχε ξανασυμβεί, σχολιάζει ο Τιμ Ρόμπι στην Telegraph.
Οι δύο επόμενες επιλογές του μετά από αυτό το διάλειμμα –ιδιωτικός ντετέκτιβ της Νέας Ορλεάνης στην κομψή ταινία μυστηρίου του Αλαν Πάρκερ «Δαιμονισμένος Αγγελος» («Angel Heart», 1987) και Τσαρλς Μπουκόφσκι στο «Barfly» (επίσης το 1987) του Μπάρμπετ Σρέντερ- ήταν τουλάχιστον απόδειξη ότι ο Ρουρκ ήθελε να διευρύνει τους ορίζοντές του και να τον πάρουν στα σοβαρά. Ωστόσο, καμία από αυτές τις δύο ταινίες δεν είχε επιτυχία στο box office, και κάπως έτσι η ήδη άσχημη κατάστασή του επιδεινώθηκε.
Ενώ οι κριτικοί ήταν ακόμα (σχεδόν) με το μέρος του, στα παρασκήνια ο Ρουρκ είχε αποκτήσει τη φήμη επιθετικού και παράλογου χαρακτήρα. Στα γυρίσματα του «Δαιμονισμένου Αγγελου», η αλαζονική συμπεριφορά του και η ανώριμη εργασιακή του ηθική ενόχλησαν τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο: δεν άντεχαν ο ένας τον άλλον. Ο Ρουρκ ήταν επιρρεπής σε διαμάχες, και εξακολουθεί να είναι. Επίσης, γινόταν αρκετά επιδεικτικός. Ηταν γνωστός για τις βόλτες του στο Χόλιγουντ με μια λευκή Rolls-Royce και κουβανέζικη συνοδεία με χρυσές αλυσίδες.
Για πρώτη φορά, ωστόσο, απολάμβανε την επιλογή των σεναρίων του Χόλιγουντ. Τα περισσότερα τα πετούσε στα σκουπίδια, παρά τις συμβουλές όλων των άλλων. «Αρχισε να μην μου αρέσει η δουλειά και να μην μου αρέσει ο εαυτός μου», θυμάται. «Αυτοκαταστρεφόμουν με αρκετά γρήγορο ρυθμό. Ενιωθα ότι δεν ανήκω σε αυτό που κάνω, δηλαδή στην υποκριτική. Ενιωθα ένα είδος ενοχής που ήμουν επιτυχημένος σε αυτή».
Υποτίθεται ότι απέρριψε ρόλους στο «Platoon» (1986) και στη «Σιωπή των Αμνών» (1991), καθώς και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους «Αδιάφθορους» (1987). Οταν ο Ντάστιν Χόφμαν του πρόσφερε τον ρόλο του Τομ Κρουζ στον «Ανθρωπο της Βροχής» (1988), ξέχασε να του τηλεφωνήσει. Και αργότερα, απέρριψε τον ρόλο του Μπρους Γουίλις στο «Pulp Fiction» (1994), παρόλο που θα του ταίριαζε απόλυτα.
Οι πιο ατυχείς ταινίες του Μίκι Ρουρκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είναι προμηνύματα, λες και η καριέρα του ήταν πάντα καταδικασμένη να γλιστρήσει στον πάτο. Πολλές από αυτές δεν τις είδε σχεδόν κανείς, όπως η ταινία του Μάικ Χότζες «Καμιά Προσευχή για τους Πεθαμένους» (1989), στην οποία υποδύθηκε έναν πρώην μέλος του IRA, που προσπαθούσε να ξεφύγει από το παρελθόν του.
Κανείς δεν έδωσε μεγάλη σημασία όταν υποδύθηκε τον Αγιο Φραγκίσκο της Ασίζης στο «Φραντσέσκο» (1989), ένα ιστορικό δράμα δυόμισι ωρών της ιταλίδας Λιλιάνα Καβάνι. Η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώθηκε περισσότερο στην εμφάνισή του στις Κάννες κατά τη συνέντευξη Τύπου της ταινίας, όταν ανέφερε ότι θα δώριζε τα κέρδη του για τους σκοπούς του ΙΡΑ.
Αν αυτές ήταν αδύναμες οι επόμενες τρεις ταινίες του ήταν απόλυτες καταστροφές, καθεμία ένα σκουριασμένο καρφί στο επαγγελματικό φέρετρο του Ρουρκ. Μεταξύ αυτώνπεριλαμβανόταν και η γραφική, γελοία «Αγρια Ορχιδέα» (1989), με συμπρωταγωνίστρια μια 20χρονη, το πρώην μοντέλο Καρέ Οτις, η οποία θα γινόταν η επόμενη σύζυγός του.
Τόσο η Μπρουκ Σιλντς όσο και η Σίντι Κρόφορντ είχαν αρνηθεί τον ρόλο διαφωνώντας με το πόσο γυμνό θα απαιτούσε. Η πιο πρόθυμη Οτις, η οποία δεν είχε καμία εμπειρία υποκριτικής, επιλέχθηκε βιαστικά, και η ξαφνική σχέση της με τον Ρουρκ στα γυρίσματα έγινε πρωτοσέλιδο σε όλα τα ταμπλόιντ. Οι εικασίες για την έντονη ερωτική σκηνή – το έκαναν ή όχι; – θεωρητικά ήταν ένα κίνητρο για την προώθηση της ταινίας, τουλάχιστον μέχρι να βγουν οι καυστικές κριτικές, σχολιάζει ο Τιμ Ρόμπι στην Teleraph.
Ο Τύπος δεν άφηνε ήσυχο το ζευγάρι, στέλνοντας παπαράτσι να τους κυνηγούν ανελέητα και κάνοντας εικασίες για την άγρια, γεμάτη ναρκωτικά σεξουαλική τους ζωή.
Ο γάμος τους, από το 1992 έως το 1998, θα συνέχιζε να είναι διαβόητα ταραχώδης: η Οτις υπέκυψε στην ηρωίνη, και ο Ρουρκ θα προσπαθούσε να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τον εθισμό με μια πειραματική θεραπεία στο Μεξικό. Το 1994, θα συλληφθεί για ενδοοικογενειακή κακοποίηση, κατηγορίες που σύντομα θα αποσύρονταν, αλλά όχι πριν από μια φρενίτιδα περαιτέρω αρνητικής δημοσιότητας.
Το 1992, εντελώς απογοητευμένος πλέον, ο Ρουρκ εγκατέλειψε την υποκριτική. Επέστρεψε στο παιδικό του πάθος για το μποξ και αποφάσισε να μπει στο ρινγκ επαγγελματικά. Το ερασιτεχνικό του ρεκόρ ήταν εντυπωσιακό, 139 νίκες με μόνο τρεις ήττες. Και η τριετής θητεία του ως πυγμάχος στην κατηγορία super-middleweight δεν ήταν καθόλου αποτυχημένη, με όρους πυγμαχίας. Επίσης από το 1991 μέχρι το 1994 αγωνίστηκε οκτώ φορές επαγγελματικά σε όλο τον κόσμο και δεν ηττήθηκε ποτέ ούτε έπεσε νοκ άουτ.
Ωστόσο, υπέστη κάταγμα και συμπίεση στο ζυγωματικό οστό, έπαθε κατάγματα και στα δύο χέρια, και πολλαπλά κατάγματα, στη μύτη και στα πλευρά. Μια διάσειση τού προκάλεσε απώλεια μνήμης για πάνω από μια εβδομάδα και τον έκανε να αποφασίσει ότι μια νέα καριέρα στην ηλικία των 40 ετών ίσως δεν ήταν η καλύτερη ιδέα που είχε ποτέ.
Είχε ήδη υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. «Επέλεξα τον λάθος χειρουργό για να μου φτιάξει το πρόσωπο» είπε ο Ρουρκ μετανιωμένος για την δραστικά αλλαγμένη εμφάνισή του κατά τη διάρκεια της περιοδείας του για την προώθηση της ταινίας του Ντάρεν Αρονόφσκι «Ο Παλαιστής» (2008), μια εξαιρετική, αν και πολύ σύντομη, επιστροφή στις καλές χάρες της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Το μεγαλύτερο μέρος της χειρουργικής επέμβασης, εξήγησε, ήταν «για να διορθωθεί η ζημιά που προκλήθηκε από την πυγμαχία». Δυστυχώς, η επέμβαση είχε μετατρέψει το κάποτε όμορφο πρόσωπό του σε ένα παλίμψηστο πόνου, ξυλοδαρμών και κακών επιλογών. Η ιστορία του Μίκι Ρουρκ, και όλα όσα είχε κάνει στον εαυτό του, είναι γραμμένα παντού, τονίζει ο Τιμ Ρόμπι στην Telegraph.
«Εχασα τα πάντα», είπε σε συνέντευξή του στον Guardian, «Τη γυναίκα μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου, το όνομά μου στον χώρο της showbiz. Πλήρωνα 500 δολάρια το μήνα για ένα διαμέρισμα με τα σκυλιά μου». (Στις πιο σκοτεινές στιγμές του, ο Μίκι Ρουρκ έχει παραδεχτεί ότι το καθήκον του να φροντίζει τα ζώα ήταν μερικές φορές το μόνο πράγμα που τον εμπόδιζε να αυτοκτονήσει.)
Μετά τον «Παλαιστή», όταν οι πόρτες στο Χόλιγουντ άνοιξαν ξανά για τον Μίκι Ρουρκ, ο ηθοποιός είχε παράξενες απαιτήσεις. Για να εμφανιστεί ως κακός στο «Iron Man 2» (2010), επέμενε να έχει τα μαλλιά του πιασμένα κότσο σε στυλ σαμουράι, να μιλάει με ρωσική προφορά και να έχει συνεχώς στον ώμο του ένα λευκό κακατού, που ονομαζόταν Σόνι. (Φυσικά θα υιοθετούσε το πουλί…)
Οι μισθολογικές απαιτήσεις του δεν ικανοποιήθηκαν, πράγμα που σημαίνει ότι ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ έπρεπε να ψάξει στην τσέπη του για να συμπληρώσει το ποσόν των 250.000 δολαρίων που η Marvel ήταν διατεθειμένη να προσφέρει στον Ρουρκ. Το μεγαλύτερο μέρος της ερμηνείας του, δε, κόπηκε στο μοντάζ. Σύντομα, λοιπόν, άρχισε να καταφέρεται εναντίον της Marvel, χαρακτηρίζοντάς τη δημιουργό «ανόητων ταινιών κόμικ» και να λέει ότι ο σκηνοθέτης Τζον Φαβρό «δεν είχε κότσια». Οπότε δεν είναι καθόλου περίεργο το γεγονός ότι η επιστροφή του απέτυχε και σταμάτησε.
«Κανείς δεν ήξερε πραγματικά πόσο άφραγκος ήμουν», αποκάλυψε το 2008, μια κατάσταση που επαναλαμβάνεται τώρα με θλιβερό τρόπο. «Ενας φίλος μού έδινε μερικές εκατοντάδες δολάρια το μήνα για να αγοράσω κάτι να φάω. Τηλεφωνούσα στην πρώην γυναίκα μου και έκλαιγα σαν μωρό και προσπαθούσα να την ξανακερδίσω. Ημουν απελπισμένος. Και εντελώς μόνος. Και αυτό συνεχίστηκε για χρόνια».
Είναι οδυνηρό το να βλέπεις ότι αυτό συνεχίζεται τώρα. Είναι οδυνηρό να το ακούς, οδυνηρό να το γράφεις, σχολιάζει ο Τιμ Ρόμπι στην Telegraph. Είναι οδυνηρό να σκέφτεσαι τον Ρουρκ να μπαίνει στο σπίτι του Celebrity Big Brother, που επιδεικνύει απελπισμένους πρώην σταρ ως κειμήλια, γράφει ο βρετανός κριτικός κινηματογράφου προσθέτοντας ότι ο ίδιος αρνήθηκε να δει έστω και ένα λεπτό του ριάλιτι. Μέσα σε έξι ημέρες, ο Ρουρκ είχε αποβληθεί από την εκπομπή, λόγω ομοφοβικών προσβολών προς έναν άλλο διαγωνιζόμενο και επιθετικής γλώσσας προς έναν άλλο, προκαλώντας έκρηξη σχολίων στο διαδίκτυο. Και ο κάποτε σούπερ σταρ του Χόλιγουντ κατέρρευσε, για άλλη μια φορά.
Τώρα, δε, είναι οδυνηρό να ακούει κανείς για την έξωση, τον έρανο και την αντίδρασή του. Είναι ταπεινωτικό αν συμμετείχε και εξίσου ταπεινωτικό αν δεν συμμετείχε. Φαίνεται, όμως, ότι αυτές τις μέρες δεν υπάρχει τρόπος να υπάρχει ο Μίκι Ρουρκ, χωρίς να ταπεινώνεται σχεδόν συνεχώς.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
