1238
Τζιλ Σκοτ Χίρον, ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης της μαύρης μουσικής, που μάς χάρισε εκτός όλων των άλλων, μια εμβληματική φράση | CreativeProtagon

Το υπέροχο σκοτάδι του Τζιλ Σκοτ Χίρον

Τζιλ Σκοτ Χίρον, ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης της μαύρης μουσικής, που μάς χάρισε εκτός όλων των άλλων, μια εμβληματική φράση
|CreativeProtagon

Το υπέροχο σκοτάδι του Τζιλ Σκοτ Χίρον

Την 8η ημέρα του Φλεβάρη του 2010 κυκλοφόρησε ο δίσκος με τίτλο «I’m New Here» του Τζιλ Σκοτ Χίρον. Στο γκρίζο εξώφυλλο του άλμπουμ, ο αφροαμερικανός καλλιτέχνης κρατούσε ένα βιομηχανικό τσιγάρο η καύτρα του οποίου πλησίαζε απειλητικά τα δύο του δάχτυλα. O 61χρονος «Τζιλ» είχε τα μάτια του κλειστά και έδειχνε να απολαμβάνει τόσο την εξάρτηση που ίσως του χάριζε και αυτό το βαθύ βράχνιασμα στην ερμηνεία.

Η ζωή του θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό το τσιγάρο που θα έφτανε στα δάχτυλά του και θα έσβηνε περίπου έναν χρόνο μετά, μια ημέρα σαν κι αυτή, 27 Μαΐου 2011.

Η αρχή και οι πρώτες «ανησυχίες»

To τσιγάρο της ζωής του Τζίλμπερ «Τζιλ» Σκοτ Χίρον άναψε την πρωταπριλιά του 1949 στο Σικάγο. Η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια της όπερας και ο τζαμαϊκανός πατέρας του, Τζιλ Χίρον, ποδοσφαιριστής (ήταν μάλιστα ο πρώτος μαύρος ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην σκωτσέζικη Σέλτικ).

Οι γονείς του χώρισαν και ο μικρός «Τζιλ» μετακόμισε στο σπίτι της γιαγιάς του στο Τενεσί. Οταν ήταν 12 ετών, η αγαπημένη του γιαγιά πέθανε και έτσι επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας του στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Πήγε σε δημόσιο σχολείο, όμως ένα καθηγητής έμεινε έκπληκτος από ένα γραπτό του και του έδωσε υποτροφία για το υψηλού κύρους Fieldston School. Εκεί βίωσε πρώτη φορά τον ρατσισμό και την απομόνωση. Ηταν άλλωστε ένας από τους πρώτους μαύρους μαθητές του σχολείου. Πριν ακόμα κλείσει τα 20 του χρόνια κυκλοφόρησε την νουβέλα μυστηρίου με τίτλο «The Vulture».

Untitled-2_18_1_5
Τα χρόνια της νιότης…

Αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποφάσισε να πάει στην Πενσιλβάνια και στο πανεπιστήμιο Λίνκολν. Ο λόγος; Από το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο είχε αποφοιτήσει ο Λάνγκστον Χιούτζ. Ο Χιούτζ ήταν ποιητής, ακτιβιστής, συγγραφέας και είδωλο του νεαρού «Τζιλ».

Εκείνα τα χρόνια άρχισε να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το καλλιτεχνικό κίνημα των μαύρων της Αμερικής (Black Arts Movement) ενώ γνώρισε τον Μπράιαν Τζάκσον με τον οποίον συνεργάστηκε μουσικά τα επόμενα χρόνια. To συγκρότημα «The Last Poets» τράβηξε από νωρίς την προσοχή του. Ο ιδρυτής του θρυλικού συγκροτήματος, Abiodun Oyewole, είχε αποκαλύψει ότι ο «Τζιλ» τον είχε ρωτήσει: «Μπορώ να αρχίσω ένα γκρουπ όπως κάνατε εσείς;».

Ο πρώτο δίσκος και μία παρεξήγηση

Το 1970 κυκλοφόρησε τον δίσκο «Small Talk at 125th and Lenox». Ο δίσκος περιείχε 14 τραγούδια που εξέφραζαν τους κοινωνικούς προβληματισμούς του 21χρονου που χρησιμοποιούσε την τέχνη του spoken word (μίας ποιητικής προσέγγισης του λόγου που απαγγέλλεται από τον καλλιτέχνη με τη βοήθεια ενός μουσικού χαλιού).

Το δεύτερο κομμάτι του δίσκου είχε τον τίτλο «The Revolution will not be televised» και έμελλε να αποτελέσει το πιο εμβληματικό τραγούδι – φράση του Τζιλ Σκοτ Χίρον.

(Πιο κάτω στην πρώτη εκδοχή του)

Η φράση «η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά» τυπώθηκε σε μπλουζάκια ενώ έγινε πανό σε διαδηλώσεις σε μία Αμερική που «έβραζε» κυρίως από τα κινήματα των αφροαμερικάνων.

Ο ίδιος ο «Τζιλ» πάντως, θεωρούσε ότι η πλειοψηφία δεν κατανόησε ποτέ το μήνυμα του συγκεκριμένου τραγουδιού. «Το τραγούδι ήταν σατιρικό» είχε πει στον Telegraph τον Φλεβάρη του 2010. «Οι άνθρωποι προσπαθούν να πουν ότι έδινα ένα πολεμικό μήνυμα αλλά πως μπορεί να γίνει αυτό όταν έλεγα στο τραγούδι η επανάσταση δεν θα σε κάνει να δείχνεις πέντε κιλά πιο λεπτός». Σε μία άλλη συνέντευξή του είχε πει ότι η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί πολύ απλά επειδή πρώτα πρέπει να γίνει μέσα στο μυαλό μας.

Η μουσική ακμή

Το 1971 ο Τζιλ Σκοτ Χίρον κυκλοφόρησε τον δεύτερο δίσκο του που είχε τίτλο «Pieces of a man». Είχε περάσει μόνο ένας χρόνος από το προηγούμενο άλμπουμ του όμως ο «Τζιλ» είχε προλάβει να αλλάξει για τα καλά το τραγουδιστικό ύφος και την τεχνοτροπία του. Επενδύοντας περισσότερο στο μουσικό κομμάτι και προσθέτοντας αρκετά όργανα, δημιούργησε αρκετά μουσικά διαμάντια χωρίς να ξεφεύγει από την θεματολογία του. Το ομώνυμο «Pieces of a Man», τo «Lady Day and John Coltrane» και το «Home is Where the Hatred is» είναι μόνο μερικά από τα εξαιρετικά σημεία του δίσκου.

Εναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε και ο δίσκος «Free Will» με παρόμοια αισθητική και υπέροχα μουσικά κομμάτια όπως το χαμηλόφωνο αριστούργημα «Did You Hear What They Said?». Το 1979, στην ακμή της πορείας του, ο «Τζιλ» βρέθηκε στην σκηνή μαζί με τον Μπους Σπρίνγκστιν, τον Τζάκσον Μπράουν και πολλούς άλλους ενώ το 1985 τραγουδά στο θρυλικό άλμπουμ διαμαρτυρίας κατά του απαρτχάιντ «Sun City» μαζί με τον Μπομπ Ντίλαν, τον Λου Ριντ, τον Μάιλς Ντέιβις και πολλούς άλλους.

Μέχρι το 1982, κυκλοφόρησε -μόνος του ή σε συνεργασία με τον Μπράιν Τζάκσον- μία σειρά από δίσκους. Και κάπου εκεί, ο «Τζιλ» απομακρύνεται από τον κόσμο. Εμφανίζεται μόνο σε λίγες συναυλίες ενώ βυθίζεται όλο και περισσότερο στον σκοτεινό κόσμο των ναρκωτικών.

Τα ναρκωτικά και το hip hop

Από τις αρχές του 1980 μέχρι και το 2010, ο Τζιλ Σκοτ Χίρον κυριεύεται από τους δαίμονές του. Εθίζεται στα ναρκωτικά και μπαινοβγαίνει στις φυλακές. Κυκλοφορεί μόλις ένα νέο άλμπουμ («Spirits», 1994) σε διάστημα 30 ετών.

Από την αρχή της αποχής του από τα μουσικά δρώμενα, ένα νέο μουσικό κίνημα δημιουργείται και αναπτύσεται στα φτωχά προάστια των ΗΠΑ. Είναι ο μουσικός κώδικας του hip hop που αποτελεί έναν άμεσο και εύκολο τρόπο έκφρασης κυρίως των αφροαμερικανών που μεγαλώνουν στα βρώμικα στενά των μητροπόλεων. Ο λόγος και η έκφραση των νεαρών ράπερ αποτελεί μία προέκταση του spoken word που καθιέρωσε ο Τζιλ Σκοτ Χίρον και οι Last Poets. Ο «Τζιλ» αποτελεί τον «νονό» μίας νέας μουσικής –και κυρίως στιχουργικής- έκφρασης που θα έμελλε να εκφράσει πολλές γενιές παιδιών σε όλον τον κόσμο.

Και όμως. Ο ίδιος ποτέ δεν συμπάθησε πραγματικά τους ράπερ και την μουσική τους έκφραση. Δήλωνε πως «ντρέπεται» όταν κάποιοι «δανείζονται» μουσικά δείγματα από τον ίδιο ενώ τους προέτρεπε να μην ασχολούνται με το ντύσιμο και το στυλ αλλά να διαβάσουν μουσική. Όταν μάλιστα κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Spirits» το 1994 τους αφιέρωσε το τραγούδι «Messege to the Messengers».

Επιστροφή με ένα «διαμάντι»

Το 2010, ο Τζιλ αποφάσισε να πάρει από το χέρι τα σκοτάδια του και να τα μετατρέψει σε καλλιτεχνική δημιουργία. Κυκλοφορεί τον δίσκο «I’m Νew Here». Οι κριτικοί μένουν έκπληκτοι. «Είναι ένας από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας» γράφει ο Guardian. Η φωνή του έχει αυτήν την υπέροχη αίσθηση της οικειότητας ενώ ο δίσκος αποτελεί μία πανέμορφη βραδινή βόλτα στην Νέα Υόρκη με οδηγό τον «Τζιλ» και συνοδηγό τους δαίμονές του.

Ο «Τζιλ» άλλοτε τραγουδά μελωδικά και άλλοτε απαγγέλλει ποιητικά. Δείχνει σαν να γνωρίζει ότι αυτός ο δίσκος θα αποτελέσει την διαθήκη του. Στο βιντεοκλίπ του ομώνυμου τραγουδιού δίσκου εμφανίζεται γερασμένος με ένα σακάκι ακουμπισμένο στον αριστερό του ώμο. Τραγουδά με τη συνοδεία μίας κιθάρας ενώ πίσω του περνούν στιγμές από την ζωή του.

«Ηταν ψηλός και κοκαλιάρης» είχε γράψει στον New Yorker ο Αλεξ Γουίλκινσον που είχε επισκεφθεί τον «Τζιλ» το καλοκαίρι του 2010. «Ηταν σκεπτικιστής και παρατηρούσε τα κοινά. Το μυαλό του παρήγαγε ιδέες και όχι ευκαιρίες για διαφήμιση» σημείωνε προσπαθώντας να εξηγήσει το πόσο αθόρυβη ήταν η καλλιτεχνική παρουσία του.

«Είχε σκολίωση ενώ η φωνή του ήταν βαθιά και πλούσια» έγραψε ο Γουίλκινσον που είχε περάσει αρκετές ώρες στην σκοτεινή «σπηλιά» (έτσι αποκαλούσε ο ίδιος το σπίτι του στο Χάρλεμ) του καλλιτέχνη. «Του άρεσε να μένει σπίτι και να χαζεύει καρτούν και παλιές ασπρόμαυρες ταινίες. Επίσης απολάμβανε να παίζει δίσκους για όσους τον επισκέπτονταν».

Το απόγευμα της 27ης Μαΐου του 2011, ένα ασθενοφόρο φτάνει στο νοσοκομείο St. Luke στην Νέα Υόρκη. Οι γιατροί απλά επιβεβαιώνουν τον θάνατο του «Τζιλ» που είχε αρρωστήσει επιστρέφοντας από περιοδεία στην Ευρώπη. Ηταν μόλις 62 ετών.

Τρία χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε ένας ακόμα δίσκος του αφροαμερικανού καλλιτέχνη. Το άλμπουμ περιείχε παλιά κομμάτια του «Τζιλ» που είχαν ηχογραφηθεί μόνο με τη συνοδεία του πιάνο. Ο δίσκος είχε τον τίτλο «Nothing New».