1641
O συγγραφέας Γιάννης Γαβράς: «Το βιβλίο μου είναι εν μέρει βιωματικό» | CreativeProtagon

Ποιος είναι ο Γιάννης Γαβράς και γιατί μας αρέσει

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 24 Ιανουαρίου 2020, 18:30
O συγγραφέας Γιάννης Γαβράς: «Το βιβλίο μου είναι εν μέρει βιωματικό»
|CreativeProtagon

Ποιος είναι ο Γιάννης Γαβράς και γιατί μας αρέσει

Κική Τριανταφύλλη Κική Τριανταφύλλη 24 Ιανουαρίου 2020, 18:30

Βρόντηξα πίσω μου την πόρτα του σπιτιού και όρμηξα έξω, ρίχνοντας συγχρόνως και κάτι φάσκελα.

-Άι στο διάολο! Είπα.

-Να πας!

-Παράτα με!

-Παρατημένο σ’ έχω!

Τι καφρίλα! Αν δεν πει την τελευταία κουβέντα, δεν μπορεί αυτός ο άνθρωπος. Εκεί. Να μην αφήσει τίποτα να πέσει κάτω.

«Η επανάσταση πνίγηκε», το πρώτο από τα 29 κεφάλαια της νουβέλας «Σαμποτάζ» του πρωτοεμφανιζόμενου Γιάννη Γαβρά, αρχίζει με το τέλος ενός καυγά. Ο Κώστας, ο κεντρικός ήρωάς του, μαθητής της Β’ Γυμνασίου, «Ολυμπιακός, βαμμένος κόκκινος και παθιασμένος με την ομάδα» του, τα «χώνει» στον πατέρα του, που μοιάζει να μην ξέρει τίποτα άλλο από λόγια σκληρά. Ο έφηβος επαναστατεί και «το ποτό γίνεται το ελιξίριο της ελευθερίας» του. Πολύ γρήγορα, όμως, «η επανάσταση πνίγηκε μέσα σε θάλασσες αλκοόλ, σε μεθυσμένες νύχτες καταστροφής, στα κόκκινα μάτια, σε ανόητα φιλιά, στο αλόγιστο ξόδεμα του χρόνου».

Ο έφηβος μεγαλώνει και θυμάται: «Πέρασα και καλά, μα σαν ήρθε η ώρα, το αλκοόλ που μου “έδινε” απλόχερα τον πρώτο καιρό, ήρθε σαν τοκογλύφος πιστωτής, όχι μόνο να μου τα πάρει όλα, μα και να με ρίξει στην ανημπόρια, στην αρρώστια και στο χάσιμο του ίδιου μου του εαυτού». Κι εμείς αγωνιούμε μαζί του, σελίδα-σελίδα, αν ο νεαρός θα τη βγάλει καθαρή στο τέλος.

Τα κεφάλαια είναι στην ουσία μικρά διηγήματα που μπορούν να διαβαστούν ακόμη και με άλλη σειρά από αυτή που διάλεξε ο συγγραφέας, όλα όμως αρθρώνονται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, που αφηγείται τραυματικές εμπειρίες και δύσκολες σχέσεις μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον. Και αγγίζει βαθιά τον αναγνώστη. Με φράσεις κοφτές, και εικόνες καταιγιστικές, πολλά flashback, και ύφος που αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με την ηλικία του αφηγητή, ο Γαβράς δημιουργεί μια ατμόσφαιρα νουάρ και και κοσμοπολίτικη, και πλάθει τους χαρακτήρες του, με γρήγορες πινελιές, όπως οι ζωγράφοι του δρόμου στο Παρίσι.

Αν ήταν νουάρ κάπου θα υπήρχε τουλάχιστον ένα πτώμα, ένα έγκλημα. Καθώς το ψάχνεις αντιλαμβάνεσαι ότι ο ήρωας του «Σαμποτάζ» πέφτει θύμα του ίδιου του τού εαυτού. Τύπος σκοτεινός και κλασικά αυτοκαταστροφικός, αντιδραστικός στο έπακρο, ο Κώστας αμφισβητεί και σαμποτάρει το κατεστημένο -που συνθέτουν οικογένεια, κοινωνία, πολιτική, ψυχιατρεία-, μέσα στο οποίο παραμένει για πολύ καιρό εγκλωβισμένος. Πάνω από όλα όμως σαμποτάρει τον ίδιο του τον εαυτό.  Και σε βάζει να γλιστρήσεις μαζί του μέσα σε κανάλια σκοτεινά μέχρι να βγεις στην άλλη πλευρά. Το κάνει, όμως, χωρίς να κουνάει το δάχτυλό του με τρόπο διδακτικό.

Τι παρακίνησε τον Γιάννη Γαβρά να γράψει; «Από μαθητής έγραφα στίχους όπως κάνουν οι περισσότεροι, παιδιά και μαθητές, αλλά το άφησα και μετά ήρθε το σεμινάριο “Αφήγηση Ζωής” της Κρυσταλίας Πατούλη», θα μου πει στο μπαλκόνι του Public Café, όπου συναντηθήκαμε. Η ιδέα γεννήθηκε  διαδραστικά με την ομάδα γραφής, και με παρότρυνση των άλλων που «κάτι έβλεπαν, τους άρεσε, συγκινούνταν, γελούσαν γιατί μέσα στο νουάρ και σε πράγματα πολύ δύσκολα, που περιγράφονται, μπορεί να υπάρχει και χιούμορ», λέει. Και ο τίτλος της νουβέλας του προέκυψε από τον «Σαμποτέρ», ποίημα του Γιάννη Γαβρά από την ποιητική συλλογή του «Της ζωής ο σκηνοθέτης» (κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις Μετρονόμος).

«Το βιβλίο είναι καθαρά βιωματικό», παραδέχεται όταν παρατηρώ πως δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς τέτοιες εμπειρίες αν δεν τις έχει ζήσει, «βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, ιστορίες και δικές μου και κάποιων ανθρώπων, φίλων, που έχω ζήσει από κοντά», λέει.

Ο Κώστας, ο ήρωάς του δεν είναι looser, πέφτει όμως στο ποτό από πολύ μικρός. Πόσοι άραγε έχουν αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος στη σημερινή Ελλάδα; Αντίθετα από τα ναρκωτικά, το ποτό είναι κοινωνικά αποδεκτό. Πόσο κακό μπορεί να κάνει μια μπίρα –στην αρχή- και τι συνέπειες μπορεί να έχει στη νεολαία;

Η παρηγορητική επίδραση της λογοτεχνίας

Μπορεί η λογοτεχνία να γιατρέψει τα προσωπικά τραύματα; «Δεν ξέρω αν μπορεί να τα γιατρέψει, σίγουρα, όμως, μπορεί να τα μαλακώσει, να τα παρηγορήσει, και με έναν τρόπο σίγουρα αυτό αποτελεί ένα είδος θεραπείας», απαντάει, και τονίζει: «Πιστεύω ότι κάθε μορφή τέχνης, ό,τι κάνουμε, που μας εκφράζει και μας γεμίζει, το γράψιμο, η ζωγραφική, ο χορός, το έχει αυτό το βάλσαμο. Προσωπικά έτυχε κάποιες στιγμές κατά τη διάρκεια της συγγραφής να το νιώσω, να με πηγαίνει αλλού το κείμενο, και να μου δημιουργεί μνήμες και συναισθήματα πάρα πολύ λυτρωτικά. Και όλο αυτό ήταν σαν μια μετουσίωση».

Το δικό του «κενό» τον έκανε να γράψει, «μια κατάσταση, που δεν είναι τόσο ευχάριστη ή ένα έντονο συναίσθημα» τον βοηθάει να γράφει καλύτερα και περισσότερο.

Η βιοποριστική δουλειά του –είναι δημόσιος υπάλληλος- τον έχει επηρεάσει επίσης: «Είναι διεκπεραιωτική, δεν έχει δημιουργικό κομμάτι, είναι μια ρουτίνα, μια επανάληψη, πράγμα που δεν υποτιμώ βέβαια, αλλά δεν με γεμίζει να βρίσκομαι σε ένα γραφείο», λέει. Του προσφέρει, όμως, ελεύθερο χρόνο τα απογεύματα, πράγμα πολύτιμο για έναν συγγραφέα. Είναι τύπος «κινητικός», ασχολείται με τον αθλητισμό και αναζητά δημιουργικές διεξόδους, «και το γράψιμο κομμάτι αυτού του ψαξίματος είναι».

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Σαμποτάζ»

Ο Γιάννης Γαβράς δηλώνει «ασκούμενος συγγραφέας» και «στιχουργός», όχι ποιητής και εύχεται «να συνεχιστεί αυτό». Ακόμη, στο γραφείο του, όπως και γενικά στην κοινωνική ζωή του, παρατηρεί «ανθρώπινες φιγούρες, καταστάσεις, αντιδράσεις», και τον εαυτό του μέσα σε αυτές, καταγράφει «σκηνές και ατάκες», πράγματα που όταν τα θυμηθεί μπορεί να τον κάνουν γελάσει ή να θυμώσει και να θέλει να τα καταγράψει στο χαρτί.

Είναι «παλιομοδίτης» συγγραφέας. Γράφει πρώτα στο σημειωματάριό του, στο σπίτι και πιο συχνά σε καφενεία, ό,τι του περνάει από το μυαλό και μετά τα περνάει στον υπολογιστή του. Ο ήρωάς του διαβάζει Σαρτρ και Καμί, που φυσικά έχουν επηρεάσει και τον ίδιο, όπως και ο Καζαντζάκης, αλλά και το αμερικανικό beat, ο Μπουκόφσκι, ο Κέρουακ και ο Μπάροουζ, και η «καταραμένη» γενιά των ποιητών, ο Ρεμπό και ο Μποντλέρ: «Επαιξε ρόλο το γαλλικό σχολείο», μου λέει.

Πώς υποδέχτηκαν στο περιβάλλον του την έκδοση του «Σαμποτάζ»; «Πάρα πολύ καλά, ακούω πολύ καλά σχόλια, είμαι βέβαια έτοιμος να ακούσω και κριτική. Οι δικοί μου άνθρωποι, οι πιο κοντινοί δηλώνουν υπερήφανοι, ευχαριστημένοι, ξαφνιάστηκαν και λίγο μη ξέροντας τι έκανα όταν εξαφανιζόμουν, αλλά αυτό που εισπράττω είναι η χαρά τους».

Και οι γονείς του, πώς αντέδρασαν; Ο Γαβράς αναφέρεται με τρομερό τρόπο σε σχέσεις ενδοοικογενειακές, ο πατέρας του ήρωά του κρύβει τους φόβους του κάτω από σκληρότητα, ενώ η μάνα του είναι παρούσα απούσα: « Όπως είπα, υπάρχουν πολλά στοιχεία αυτοβιογραφικά, αλλά από ένα σημείο και μετά υπάρχει επινόηση, ο ήρωας σε πάει εκεί που θέλει. Είναι, εξάλλου, μια ιστορία που αφορά πολλούς, όχι μόνο όσους ταυτίζονται με τον ήρωα. Και εκεί μπαίνει η ενσυναίσθηση. Μπορεί να έχω γράψει κάποια κομμάτια που παραπέμπουν στην προσωπική μου ιστορία, που μπορεί να φαίνονται σκληρά γιατί είναι γραμμένα με τη γλώσσα  του έφηβου, αργότερα όμως ανοίγω περισσότερο την εικόνα, έρχεται και η κατανόηση των άλλων», απαντάει.

Πιστεύω ότι κάθε μορφή τέχνης, ό,τι κάνουμε, που μας εκφράζει και μας γεμίζει, το γράψιμο, η ζωγραφική, ο χορός, το έχει αυτό το βάλσαμο

Το κεφάλαιο για τον πατέρα, όταν φεύγει μετανάστης στην Αφρική, είναι ίσως ένα από τα πιο συγκινητικά κομμάτια του βιβλίου, παρατηρώ. «Αυτό ακριβώς είπε και ο πατέρας μου όταν το διάβασε. Συγκινήθηκε, θυμήθηκε πράγματα, στενοχωρήθηκε, αλλά τελικά ένιωσε πολύ υπερήφανος».

Εξίσου συγκινητική και η αναφορά στην πατρίδα. «Πατρίδα είναι όταν θυμάμαι το άρωμα της ζεστής λιωμένης σοκολάτας στο σπίτι. Πατρίδα είναι όπου ζεσταίνεται η καρδιά, όπου η ψυχή φτερουγάει, εκεί είναι πατρίδα. Όλα τα άλλα είναι ξενιτιά», βάζει στο στόμα του Κώστα ο Γαβράς, αλλά εδώ είναι 100% ο εαυτός του, καθώς θυμάται  σκηνές όπως το σπίτι που πρωτοπερπάτησε στο Ντακάρ της Σενεγάλης, «το ξύλινο μπαρ που ήταν το πλοίο και το λιμάνι» του, «το σιγανό τραγούδισμα της μαμάς όταν μαγείρευε, η αγκαλιά του Μπανίκ, η παλιά κολόνια του μπαμπά», οι παλιοί του φίλοι, «ο Πακόμ από το Καμερούν, η τσαχπίνα η Κατρίν από τη Γαλλία»…

«Θυμάμαι πόσο είχα συγκινηθεί κι εγώ όταν το έγραφα», μου λέει ο Γαβράς, «κι εδώ έρχεται πάλι το θεραπευτικό, το λυτρωτικό της γραφής. Ηταν σαν να έμπαινα ξανά στα παπούτσια εκείνου του μικρού παιδιού, που το βίωνε τότε έτσι, πράγμα που όμως μπορεί να συμβεί σε πάρα πολλούς ανεξαρτήτως ηλικίας, μια μετακόμιση, μια ξενιτιά, μια επιστροφή στην πατρίδα, μπορεί να προκαλέσει τέτοιες σκέψεις».

Ποιος θα μπορούσε να περιγράψει την Αφρική αν δεν την έχει ζήσει; Στον «Ξεριζωμό» ζωντανεύουν εκπληκτικές αναμνήσεις από μια «ξένοιαστη ζωή με ζωηρά, χαρούμενα χρώματα και εικόνες σχεδόν παραμυθένιες. Τα άγρια ζώα που βλέπαμε μέσα από το τζιπ κάθε φορά που επισκεπτόμασταν οικογενειακώς το εθνικό πάρκο του Ντακάρ. Λιοντάρια, ελέφαντες, κροκόδειλοι, αντιλόπες, καμηλοπαρδάλεις. Θάλασσα, παραδείσια εξωτικά πουλιά, αμμόλοφοι, πιρόγες, ελεφαντόδοντα, μουσικές και χορός, φολκλόρ και ζέστη, πολλή ζέστη. Οι τσίγκινες καλύβες των μαύρων αντανακλούσαν τον καυτό ήλιο. Τα παιδιά μισόγυμνα έτρεχαν πίσω από αυτοκίνητα φωνάζοντας και γελώντας». Από αυτόν τον τόπο ο Γιάννης Γαβράς και η αδελφή του Λίνα θα «ξεριζωθούν» σε ηλικία 8 και 10 ετών αντίστοιχα όταν η οικογένεια αποφασίζει να αφήσει για πάντα τη Σενεγάλη και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Και τότε όλα θα αλλάξουν.

Τα μοντέλα Athina Chavez και Anna Kakolyri με φορέματα και κοσμήματα της Lina Gavra στον Λυκαβηττό (photo: Facebook / Anna Kokolyri)

Καθώς διαβάζω την περιγραφή από τις ημέρες της Αφρικής θυμάμαι τα εκπληκτικά ρούχα –με πιο χαρακτηριστικά τα μαντό της- που δημιουργεί η αδελφή του, Λίνα Γαβρά, μετουσιώνοντας τις εικόνες και τα βιώματα, που βάζει ο αδελφός της στο χαρτί, σε ένα παιχνίδι φαντασίας και ελευθερίας, μια πανδαισία χρωμάτων και φωτός. Είναι σαν τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος αυτό που παράγουν τα δύο αδέλφια, μια φωτεινή και μια σκοτεινή πλευρά, που εκπορεύονται και οι δύο από την ίδια ανάμειξη της εμπειρίας στην Αφρική, που είναι καλά φωλιασμένη στην ψυχή τους, με τη γαλλική κουλτούρα, του λόγου στη μία περίπτωση, της φινέτσας και του φινιρίσματος της ραφής στην άλλη. Του το λέω. Και εντυπωσιάζεται. Δεν το είχε σκεφτεί προηγουμένως, αλλά είναι έτσι.

Μια και μιλάμε για συγγενείς, τον ρωτάω αν ο θείος Κώστας Γαβράς, πρώτος ξάδελφος του πατέρα του, έχει διαβάσει το βιβλίο: «Του το έστειλα, περιμένω τα σχόλια», μου λέει χαμογελώντας.

Info

  • «Σαμποτάζ», Γιάννης Γαβράς
    Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη
    Βιβλιοπωλείον της Εστίας
    Σελ: 108
    Τιμή: 11,00 ευρώ