610
|

Όταν η Λώρεν «κατήγγειλε» τον φασισμό

Αλέκος Λασκαράτος Αλέκος Λασκαράτος 18 Αυγούστου 2015, 18:15

Όταν η Λώρεν «κατήγγειλε» τον φασισμό

Αλέκος Λασκαράτος Αλέκος Λασκαράτος 18 Αυγούστου 2015, 18:15

Μπορεί να μιλήσει κανείς για τον ιταλικό κινηματογράφο σε ένα μόνο σημείωμα; Τόμοι ολόκληροι απαιτούνται για να περιγράψει κανείς αυτό το μοναδικό φαινόμενο που κυριάρχησε στις οθόνες του σινεμά στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Πολιτικός κινηματογράφος με ταινίες νωπογραφίες όπως «Ο Γατόπαρδος» ή το «1900», ματιές στη σύγχρονη Ιταλία όπως εκείνες του Φελλίνι, του Λουκίνο Βισκόντι και των αδελφών Ταβιάνι, αξέχαστες κωμωδίες, «Οι εντιμότατοι φίλοι μου», «Μοντέρνα τέρατα», και μια πλειάδα ηθοποιών σε όλα τα είδη όπως Ούγκο Τονιάτσι, Βιτόριο Γκάσμαν, Αλμπέρτο Σόρντι, Σιλβάνα Μαγκάνο, Μόνικα Βίτι, Άννα Μανιάνι, Τζουλιέτα Μασίνα, Ντίνο Ρίζι, και τον μεγάλο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Σκόπιμα δεν ανέφερα την Σοφία Λώρεν, την οποία θεωρούσα, μέχρι προχθές, μία μέτρια ηθοποιό με ταινίες του συρμού, όπου η προσωπική της ομορφιά και γοητεία (για χρόνια εθεωρείτο σύμβολο του σεξ) ήταν το κυρίαρχο στοιχείο της κινηματογραφικής της παρουσίας. Κι όμως, πόσο την αδίκησα!

Είδα λοιπόν πριν από λίγες μέρες, στην τηλεόραση, την ταινία του Ετόρε Σκόλα «Μία ξεχωριστή μέρα» (Una giornata particolare, του 1977) με το δίδυμο Σοφία Λώρεν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και έμεινα εμβρόντητος, τόσο από την ίδια την ταινία, από το θέμα της, αλλά και από την ηθοποιία των δύο πρωταγωνιστών. Αν και την είχα δει στον κινηματογράφο πριν από τριάντα τόσα χρόνια, ούτε τα μισά απ’ όσα είδα τώρα δεν είχα δει.

Η ταινία διαδραματίζεται το 1938, όπου με αφορμή την επίσκεψη του Χίτλερ και του υπουργικού του συμβουλίου στη Ρώμη, ο Μουσολίνι διοργανώνει μια παλλαϊκή υποδοχή και ολοήμερη φιέστα. Το συγκρότημα πολυκατοικιών στο οποίο διαμένει η Σοφία Λώρεν (μητέρα 6 παιδιών, χωρίς ιδιαίτερη πολιτική σκέψη και με μοιρολατρική αποδοχή του καθεστώτος), αδειάζει κυριολεκτικά, ενώ εκείνη μένει για να ασχοληθεί με τις δουλειές του σπιτιού. Με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός, (η κίσσα που έχει στο διαμέρισμά της το σκάει από το κλουβί της και πηγαίνει σε κάποιο άλλο παράθυρο), γνωρίζει τον μοναδικό άλλο ένοικο της πολυκατοικίας που δεν έχει πάει στην υποδοχή. Πρόκειται για έναν αστό διανοούμενο. Μιλάει έντονα στο τηλέφωνο. Της διηγείται ότι η αστυνομία συνέλαβε τους συντρόφους του και τους έστειλε για εκτοπισμό σε ένα νησί. Η Σοφία Λώρεν εντυπωσιάζεται από το πλήθος των βιβλίων που διαθέτει, και εκείνος της χαρίζει τους Τρεις Σωματοφύλακες, το οποίο και ξεχνάει να πάρει φεύγοντας. Νέα συνάντηση με αφορμή το ξεχασμένο βιβλίο και πρόσκληση για καφέ.

Στις μεταξύ τους συζητήσεις εκείνος αποκαλύπτει πως είναι ομοφυλόφιλος, ενώ εκείνη ομολογεί πως ο σύζυγός της, ενθουσιώδης υποστηρικτής του φασισμού, δεν της δίνει καμία σημασία, αλλά γυρνάει με διάφορες πόρνες. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι σε απόλυτη μοναξιά. Μόνιμο ηχητικό υπόβαθρο το ραδιόφωνο της θυρωρού, στο ισόγειο, που μεταδίδει στη διαπασών τη φιέστα (εμβατήρια, εγκώμιο της «αυτοκρατορικής» Ιταλίας, περιγραφή στρατιωτικής παρέλασης, κ.λπ.) που διαδραματίζεται στο κέντρο της πόλης. Οι λίγες κουβέντες που ανταλλάσσουν φέρνουν αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους κοντά τον έναν στον άλλο, σπάει την απομόνωσή τους και καταλήγουν να κάνουν έρωτα.

Το σούρουπο έρχεται, το πλήθος επιστρέφει στα σπίτια του και εκείνη στο διαμέρισμά της. Όταν πια έχει σκοτεινιάσει, βλέπει δύο πράκτορες της αστυνομίας να συλλαμβάνουν τον Μαρτσέλλο Μαστρογιάνι για να τον στείλουν και αυτόν στην εξορία. Τα φώτα στο διαμέρισμά του σβήνουν.

Δεν έχω ξαναδεί τόσο δυνατή, όσο και μινιμαλιστική καταγγελία του φασισμού, και δεν έχω δει τόση τρυφερή ματιά σε δύο ανθρώπους απόλυτα μοναχικούς, όπως βέβαια δεν έχω ξαναδεί τόση ουσιαστική αποδοχή και σεβασμό της διαφορετικότητας και της gay φύσης (μιλάμε για ταινία του 1977, όταν η λέξη αυτή δεν υπήρχε καν και πριν γίνει της μόδας και του συρμού).. Όσο για τους δύο ηθοποιούς είναι και οι δύο με ήτα κεφαλαίο.

Αποσπάσματα της ταινίας: 

Και εδώ η περίφημη σκηνή της Ρούμπα: