791
Ντελρόι Λίντο, Κριστίν Μπαράνσκι και Χους Τζάμπο, πρωταγωνιστές του «The Good Fight» λογοκριμένοι για χάρη της παρουσίας του καναλιού στην κινεζική αγορά | CBS/CreativeProtagon

Το σύνδρομο της Κίνας

Ντελρόι Λίντο, Κριστίν Μπαράνσκι και Χους Τζάμπο, πρωταγωνιστές του «The Good Fight» λογοκριμένοι για χάρη της παρουσίας του καναλιού στην κινεζική αγορά
|CBS/CreativeProtagon

Το σύνδρομο της Κίνας

Η αμερικάνικη τηλεόραση δεν στερείται σατιρικών και μη εκπομπών και σειρών μυθοπλασίας, που αναφέρονται έμμεσα στο αμερικάνικο πολιτικό σύστημα («Veep», «West Wing») ή και ονομαστικά σε πολιτικούς («SNL», «Last Week Tonight»). Η εποχή Τραμπ έχει δώσει τροφή και ερεθίσματα σε πολλές από αυτές,  μία από  τις οποίες είναι και το «The Good Fight». Πρόκειται για δικαστική σειρά που περιστρέφεται γύρω από τα θέματα της αμερικάνικης τρέχουσας επικαιρότητας με αφορμή υποθέσεις μίας δικηγορικής εταιρείας: ρατσισμός, επίδραση του Internet και των social media στη δημοκρατία, ελευθερία του λόγου, οικονομικά σκάνδαλα, φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης, με αναφορές πάντα και στην πολιτική επικαιρότητα και την επίδρασή της στην καθημερινότητα.

Στη διάρκεια κάθε επεισοδίου υπάρχει ένα μικρό σκετς («The Good Fight Short») με κινούμενα σχέδια και κάποιο χιουμοριστικό τραγούδι, στο οποίο περιγράφεται το βασικό θέματα που πραγματεύεται το επεισόδιο. Βλέποντας αυτό που προβλήθηκε δύο εβδομάδες πριν, με έκπληξη είδα να ακολουθεί το σήμα του σκετς ένα μήνυμα που έλεγε ότι το περιεχόμενό του έχει λογοκριθεί από τo CBS.

Οπως έγραψαν αμερικάνικα έντυπα, το σκετς ανέφερε όλες τις λέξεις που η κινέζικη κυβέρνηση απαγορεύει. Ακόμα μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι το μήνυμα στη θέση του σκετς εμφανίστηκε στο σημείο του επεισοδίου που εκπρόσωποι μίας εταιρείας αντίστοιχης της Google επιχειρηματολογούσαν για την απόφαση της να μπει στην κινέζικη αγορά ακολουθώντας τους κανόνες λογοκρισίας που ισχύουν εκεί.

Η απόφαση αιτιολογήθηκε από το αμερικανικό κανάλι με την επίκληση της ασφάλειας των εργαζομένων του στην Κίνα. Η γενικότερη αίσθηση όμως είναι ότι αυτό ακριβώς που συζητούσαν οι χαρακτήρες της σειράς τη στιγμή της λογοκρισίας είναι και η αιτία της: το μεγάλο οικονομικό κόστος του αποκλεισμού από την κινέζικη αγορά. Δεν είναι η πρώτη εταιρεία που αποφεύγει να δυσανασχετήσει την κινέζικη κυβέρνηση θίγοντας τις αντιδημοκρατικές της πρακτικές ή που τις υιοθετεί προκειμένου να λειτουργεί σε μία τόσο μεγάλη αγορά. Η ίδια η Google εξετάζει αυτή την προοπτική. Οπως και δεν είναι μόνο εταιρείες που λειτουργούν με αυτό τον τρόπο. Το 2017 η ελληνική κυβέρνηση άσκησε βέτο σε κοινή δήλωση της ΕΕ στον ΟΗΕ για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Προφανώς αυτές οι πρακτικές δεν είναι καινούργιες και δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα που αφορούν την Κίνα. Ο κίνδυνος όμως για τη δημοκρατία, που έτσι και αλλιώς δέχεται αρκετά πλήγματα τα τελευταία χρόνια, είναι ιδιαίτερα σημαντικός, δεδομένης και της συνεχούς επέκτασης της κινέζικης οικονομικής δραστηριότητας και παρουσίας παγκοσμίως.

Εχω την αίσθηση όμως πως αυτός ο κίνδυνος δεν είναι αντιληπτός στην Ελλάδα. Η συνήθης μομφή, ότι τα κράτη επικρίνουν επιλεκτικά πράξεις άλλων κρατών, ισχύει και για τους πολίτες. Τυχόν ειδήσεις που επιβεβαιώνουν την πίστη ότι η Αμερική κινεί να νήματα εις βάρος των λαών αναδεικνύονται άμεσα στον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα γεγονότα που αναδεικνύουν κατακριτέες συμπεριφορές άλλων κρατών τις προσπερνάμε εύκολα. Στο συλλογικό ασυνείδητο του Ελληνα ακόμα κυριαρχεί ο αντιαμερικανισμός ως αντίδραση απέναντι  σε κάθε διεθνές γεγονός ή ακόμα και χωρίς να υπάρχει αφορμή, όπως η πρόσφατη ανάρτηση πανό από τη δημοτική αρχή της Πάτρας χαρακτηρίζοντας ανεπιθύμητο τον αμερικανό πρεσβευτή, ο οποίος συμμετείχε στον Ποδηλατικό Γύρο «Θυσίας».

Νομίζω ότι πέρα από ιστορικούς λόγους και ιδεολογικές προκαταλήψεις, η παραπάνω προσέγγιση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας και της αναφοράς της στον δημόσιο λόγο. Αφενός η ερμηνεία της Ιστορίας σαν μία μάχη σταθερά καλού (Ελλήνων) και κακού (διάφορων άλλων ανάλογα με την ιστορική περίοδο), οδηγεί σε αντίστοιχη ερμηνεία των διεθνών σχέσεων στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου η σταθερά συνήθως είναι ο κακός (Αμερικάνοι). Αφετέρου, το γεγονός ότι δεν δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην επίδραση των γεγονότων της ευρωπαϊκής και  διεθνούς Ιστορίας στην ελληνική Ιστορία, δεν επιτρέπει αντίστοιχα να δει κανείς πόσο σύνθετες και ευμετάβλητες είναι οι διεθνείς σχέσεις και σήμερα. Αντίστοιχα και η πλειονότητα των ελληνικών ΜΜΕ αφιερώνει αναλογικά ελάχιστο χρόνο στις διεθνείς ειδήσεις. Ευτυχώς η πρόσφατη εκδοτική παραγωγή ιστορικών βιβλίων ανοίγει συζητήσεις και θέτει προβληματισμούς που διευρύνουν την οπτική στην  ιστορία.

Για να επιστρέψουμε στην Κίνα, φαίνεται ότι δεν είναι μόνο οι ιδέες και οι πληροφορίες που διασχίζουν σύνορα αλλά και η απαγόρευσή τους. Παλαιότερα η Αμερική ισχυριζόταν ότι προωθούσε την εξαγωγή της Δημοκρατίας. Σήμερα μοιάζει να εισάγει αντιδημοκρατικές πρακτικές. Υπάρχει ο φόβος ότι η Κίνα θα εξάγει και την τεχνογνωσία που έχει αναπτύξει στην παρακολούθηση των πολιτών της, ιδίως της μειονότητας των Ουιγούρων με τα πλέον σύγχρονα μέσα τεχνητής νοημοσύνης.

Και το χειρότερο είναι ότι η οικονομική επιτυχία της Κίνας, την οποία διαπιστώνουμε όλοι με δικαιολογημένη ικανοποίηση βλέποντας τους κινέζους τουρίστες ή αγοραστές ακινήτων, δημιουργεί την αίσθηση ότι ο ρόλος των δημοκρατικών θεσμών έχει υπερεκτιμηθεί, ενδεχομένως και να αποτελεί τροχοπέδη στην οικονομική ευημερία. Μία άποψη που πολλοί ηγέτες κρατών στη Δύση πιθανότατα συμμερίζονται, αν και όχι φανερά. «Ασπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει τα ποντίκια», αλλά από την ανάποδη. Μέχρι πολύ πρόσφατα λέγαμε ότι η Δύση γέμισε με κινέζικα προϊόντα, που πολύ πιθανόν να έσκαγαν στα χέρια κάποιου καταναλωτή. Φοβάμαι πως και αυτό το κινέζικο «προϊόν» θα σκάσει στα χέρια  μας.