809
Η Σαρλότ Μπροντέ (1816-1855), φιλοτεχνημένη από τον Τζορτζ Ρίτσμοντ. Το κλασικό έργο της, «Τζέιν Εϊρ», θεωρείται τώρα από κάποιους σεξιστικό | Public domain

Μην πυροβολείτε την Τζέιν Εϊρ

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 14 Ιουνίου 2020, 00:01
Η Σαρλότ Μπροντέ (1816-1855), φιλοτεχνημένη από τον Τζορτζ Ρίτσμοντ. Το κλασικό έργο της, «Τζέιν Εϊρ», θεωρείται τώρα από κάποιους σεξιστικό
|Public domain

Μην πυροβολείτε την Τζέιν Εϊρ

Μυρτώ Λιαλιούτη Μυρτώ Λιαλιούτη 14 Ιουνίου 2020, 00:01

Οταν ήμουν μικρή, πίστευα ότι η Τζέιν Εϊρ ήταν ένα από τα πρώτα φεμινιστικά βιβλία που γράφτηκαν ποτέ: μια γυναίκα που ζει τους περιορισμούς της βικτωριανής αγγλικής επαρχίας αποφασίζει να εγκαταλείψει τον άνδρα που αγαπάει (και μαζί, τις ανέσεις που της προσφέρει) γιατί οι πράξεις του δεν συμβαδίζουν με την ηθική της. Πριν από λίγες μέρες, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο αμερικανικού περιοδικού που, ούτε λίγο ούτε πολύ, έλεγε πως το βιβλίο της Σαρλότ Μπροντέ κακώς έχει την φήμη που έχει, μιας και είναι εντελώς σεξιστικό –ο κύριος Ρότσεστερ δεν θέλει να ασχοληθεί με την ασθένεια της γυναίκας του και την κλειδώνει στην σοφίτα, αλλά εμείς πρέπει να τον θεωρούμε ηρωικά ρομαντικό γιατί την έσωσε, έγραφε η συντάκτρια ειρωνικά. Ο κύριος Ρότσεστερ, έλεγε πιο κάτω, δεν έπρεπε ποτέ να παρουσιαστεί ως πρότυπο ιδανικού συντρόφου.

Το κομμάτι είχε γραφτεί πριν από τρία χρόνια, εν μέσω του σκανδάλου Γουάινσταϊν και αναδημοσιεύθηκε τώρα, λόγω Τζορτζ Φλόιντ. Το κουτάκι στο πλάι σε προσκαλούσε να κάνεις «κλικ» και να μάθεις τις αιτίες που οδήγησαν το HBO να κατεβάσει το «Οσα παίρνει ο άνεμος» από την διαδικτυακή του πλατφόρμα. Και μπορεί μια λευκή Ελληνίδα να μην είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να αναλύσει τον φυλετικό ρατσισμό στις ΗΠΑ, πληροί όμως τις προϋποθέσεις για να μιλήσει για το βιβλίο μιας πιο λευκής Εγγλέζας: η αφύπνιση των γυναικών δεν θα έρθει ποτέ καταδικάζοντας κλασικά έργα. Ο αναγνώστης ή ο θεατής έχουν ευθύνη –αλίμονο για την τέχνη αν πρέπει να δίνεται μασημένη, λιωμένη μέχρι το μεδούλι, για να μην προσβληθεί κανένας.

Ο αναγνώστης ή ο θεατής έχουν ευθύνη. Οσοι έχουν δει τον «Θρίαμβο της Θέλησης» μπορούν να αναγνωρίσουν το μεγαλείο της Λένι Ρίφενσταλ. Οι περισσότεροι, όμως, έχουν απόλυτη συνείδηση του τι παρακολουθούν: μια αριστοτεχνικά γυρισμένη ναζιστική προπαγάνδα. Χρειάζονταν γραπτή επεξήγηση πριν την έναρξη για να το συνειδητοποιήσουν; Οχι. Η μνήμη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είναι τόσο κοντινή, τόσο πολύ αποτυπωμένη στα βιβλία της ιστορίας και στην παγκόσμια εμπειρία, που δύσκολα κάποιος θα γοητευτεί από το περιεχόμενο της ταινίας. Ντοκιμαντέρ για τις κτηνωδίες του ναζισμού, σελίδες επί σελίδων λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, ταινίες με ήρωες από την πλευρά των Συμμάχων και δοκίμια για την κοινοτοπία του κακού: για κάθε πλάνο της Ρίφενσταλ φτιάχτηκαν, σε επόμενο χρόνο, άλλα εκατό εναντίον του επιχειρήματός της.

Αλλες φορές, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Δεν είναι τρελοί στην Αμερική που ξεσηκώνονται: ο ρατσισμός έχει ποτίσει τους θεσμούς τους και καθορίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. Ο εχθρός, όμως, δεν είναι το «Οσα παίρνει ο άνεμος». Η ταινία δείχνει το αφήγημα του αμερικανικού Νότου την περίοδο του Εμφυλίου. Το πρόβλημα, αφήνει να εννοηθεί, μόνο παρεπιπτόντως ήταν το αίτημα για διατήρηση της δουλείας –το πραγματικό ζήτημα ήταν η ανεξαρτησία της περιοχής. Δεν είναι το μόνο φιλμ που δίνει αυτή την ρομαντική διάσταση στην εποχή, είναι όμως το πιο δημοφιλές. Αν η χώρα είχε φροντίσει να κλείσει την πληγή, αν δεν την σκάλιζε κάθε λίγο και λιγάκι με διαρκείς διαχωρισμούς μεταξύ Βορρά και Νότου στα πάντα (από την εκπαίδευση έως την πολιτική τοποθέτηση), τότε τίποτα από αυτά δεν θα είχε πολλή σημασία. Ακόμα κι έτσι, όμως, σε κάθε γέλιο της Βίβιαν Λι αντιστοιχεί ένα μαστίγωμα στην πλάτη της Λουπίτα Νουόνγκο. Από το 1939 έχουν περάσει 81 χρόνια. Η Χάτι ΜακΝτάνιελ έπαιξε την υπηρέτρια με βάση τα στερεότυπα που ίσχυαν τότε για τους μαύρους. Κι όμως! Μια στερεοτυπική απεικόνιση, από αυτές που σήμερα θεωρούνται (και είναι) προσβλητικές, έδωσε ορατότητα στην μαύρη κοινότητα. Η ΜακΝτάνιελ έγινε η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κέρδισε Όσκαρ –το ίδιο Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου κέρδισε το 2014 η Νουόνγκο για την Πάτσι, μια πολύ διαφορετική και πολύ υπαρκτή υπηρέτρια.

Ο πραγματικός εχθρός είναι η ημιμάθεια: καμία ταινία δεν χρειάζεται ειδική αναφορά στις συνθήκες που περιγράφει και στην εποχή της αν αυτός που επιλέγει να την δει μπορεί να την φιλτράρει. Επεξηγηματικές πλακέτες απαιτούνται εκεί όπου απαιτείται μνήμη –στα μουσεία, στα αγάλματα και στους δρόμους. Στο Βερολίνο τοποθετούνται ως ανάμνηση της ναζιστικής θηριωδίας, στην Μαδρίτη ως ενθύμια του εμφυλίου και της φρανκικής δικτατορίας. Δεν κατέστρεψαν τίποτα. Αντίθετα, τα ενσωμάτωσαν ξανά στην συλλογική μνήμη: το υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας στεγάζεται σήμερα στο κτίριο που κάποτε στεγαζόταν το υπουργείο Πολεμικής Αεροπορίας του Γκαίρινγκ, υπεύθυνο για την Luftwaffe.

Τα έργα τέχνης, όμως, δεν είναι σπίτι Εβραίων που αφανίστηκαν, ούτε αίθουσα βασανιστηρίων πολιτικών αντιπάλων. Δεν περνάς μπροστά τους τυχαία, προσπερνώντας τα γρήγορα-γρήγορα. Αποφασίζεις να τα δεις, να τα διαβάσεις. Οφείλεις, άρα, να ξέρεις. Οφείλεις στην κοινωνία της οποίας είσαι μέλος, για να έχουν πραγματική σημασία οι μαύρες ζωές, οι ζωές των Εβραίων ή των ομοφυλόφιλων, να μπορείς να αντιληφθείς τι βλέπεις. Αλλιώς να κόψουμε και τον σαιξπηρικό «Εμπορο της Βενετίας». Να κόψουμε τον Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ. Να κόψουμε και την φτωχή την Τζέιν Εϊρ. Να μην αφήσουμε τίποτα όρθιο, να γίνουμε μια κοινωνία που γεννήθηκε χθες. Είναι κι αυτό μια κάποια (επικίνδυνη) λύση.

Και σίγουρα, τέτοιες συζητήσεις δεν έχουν ποτέ αποτέλεσμα αν τις κάνουμε με μοναδικό σκοπό να φάει ο ένας τις σάρκες του άλλου.