940
«Ισως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση μαχόμενης δημοκρατίας στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα» | CreativeProtagon/Shutterstock

Η ελληνική κι άλλες μαχόμενες (και μη) δημοκρατίες

Τάκης Σ. Παππάς Τάκης Σ. Παππάς 13 Οκτωβρίου 2020, 14:14
«Ισως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση μαχόμενης δημοκρατίας στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα»
|CreativeProtagon/Shutterstock

Η ελληνική κι άλλες μαχόμενες (και μη) δημοκρατίες

Τάκης Σ. Παππάς Τάκης Σ. Παππάς 13 Οκτωβρίου 2020, 14:14

Στις 30 Απριλίου 1928, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις γερμανικές εκλογές εκείνης της χρονιάς, ο Γιόζεφ Γκέμπελς, τότε γκάουλαϊτερ του Βερολίνου, έγραφε στη ναζιστική εφημερίδα Der Angriff (Η Επίθεση) τα εξής: «Μπαίνουμε στο Κοινοβούλιο με σκοπό να πάρουμε τα όπλα της δημοκρατίας από το δικό της οπλοστάσιο. Αποκτούμε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση με σκοπό να παραλύσουμε την [δημοκρατική] ιδεολογία της Βαϊμάρης με τα δικά της μέσα. Ερχόμαστε ως εχθροί». Σε κείνες τις εκλογές το ναζιστικό κόμμα κέρδισε μόλις το 2,6% των ψήφων και μόνον 12 έδρες στο Κοινοβούλιο, μία από αυτές από τον ίδιο τον Γκέμπελς. Το τι επακολούθησε είναι γνωστό.

Η Ιστορία, όμως, διδάσκει. Μετά την ήττα του ναζισμού και το τέλος του πολέμου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ψήφισε το 1949 νέο συνταγματικό χάρτη, τον λεγόμενο Βασικό Νόμο, με τον οποίο υποχρεώνει τα κόμματα να λειτουργούν στη βάση των δημοκρατικών αρχών, ενώ επιτρέπει στο συνταγματικό δικαστήριο να τα θέσει υπό απαγόρευση όταν τις παραβιάζουν, ειδικά δε όταν έχουν αρχηγικό χαρακτήρα. Εκτοτε η Γερμανία παραμένει μοντέλο «μαχόμενης δημοκρατίας».

Η μαχόμενη δημοκρατία οφείλει να προστατεύσει τον εαυτό της από αντιδημοκρατικές απειλές και, με όπλο τον νόμο, να επιδιώξει την αναστολή λειτουργίας μη δημοκρατικών κομμάτων, την απαγόρευση των συμβόλων τους και, ενίοτε, τη φυλάκιση των ηγετών τους. Η ανάγκη μιας μαχόμενης δημοκρατίας εμφανίζεται κυρίως σε περιόδους μετάβασης από δημοκρατικό σε μη δημοκρατικό καθεστώς (με κύριο παράδειγμα τη μεταπολεμική Γερμανία) καθώς και όταν η δημοκρατία, παρότι φαινομενικά στέρεη, απειλείται από τη βία αντιδημοκρατικών δυνάμεων που επιδιώκουν να την πτώση της. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, η κεντρική ιδέα της μαχόμενης δημοκρατίας εμφανίζει το εξής παράδοξο: Η θωράκιση της δικής της λειτουργίας απαιτεί τον περιορισμό των ελευθεριών των εχθρών της, αφού αυτές θα μπορούσαν να την βλάψουν.

Στις μαχόμενες δημοκρατίες, επομένως, οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις, ανεξαρτήτως αν αυτές βρίσκονται στα δεξιό ή στο αριστερό άκρο του πολιτικού ανταγωνισμού, έχουν δύο μόνο επιλογές: είτε να συμμορφωθούν στους κανόνες της δημοκρατίας είτε να ρισκάρουν τη νομική τους καταδίκη και διάλυση.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα αντιδημοκρατικά κόμματα επιλέγουν την συμμόρφωση. Οπως δείχνουν τα παραδείγματα του Εθνικού Μετώπου στην Γαλλία, του Κόμματος Ελευθερίας στην Αυστρία ή των λεγόμενων Σουηδών Δημοκρατών, η μεταπολεμική Ιστορία της Ευρώπης είναι γεμάτη από κόμματα που ξεκίνησαν από ακραία αντιδημοκρατικές ιδεολογικές προτάσεις για να καταλήξουν αργότερα σε περισσότερο συμβατικές θέσεις και, όπως συνέβη στην Αυστρία, ακόμη και να συγκυβερνήσουν. Ενα άλλο παράδειγμα συμβιβασμού από τα αριστερά αποτελεί το δικό μας ΚΚΕ που, μολονότι ιδεολογικά αντίθετο στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, έχει στην πράξη συμμορφωθεί με τους κανόνες της, χωρίς ουδέποτε να τους αμφισβητήσει ανοιχτά.

Τι γίνεται, όμως, όταν οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις δεν δέχονται να συμμορφωθούν; Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάστηκε στο Βέλγιο τo 2004, όπου το Εφετείο της Γάνδης, βασιζόμενο σε αντιρατσιστική νομοθεσία, καταδίκασε το φλαμανδικό εθνικιστικό Vlaams Blok για φυλετικές διακρίσεις. Ως συνέπεια, το κόμμα έχασε την τακτική κρατική χρηματοδότηση, καθώς επίσης και την πρόσβαση στα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Υστερα από αυτά, η ηγεσία του κόμματος αναγκάστηκε να το διαλύσει και να δημιουργήσει νέο κομματικό φορέα (το σημερινό Vlaams Belang) με πιο συμβατικές ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις.

Αλλά, όπως φαίνεται, ίσως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση μαχόμενης δημοκρατίας στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα. Και τούτο διότι η μεταπολιτευτική Ιστορία της χώρας μας έχει σημαδευτεί από δύο διαφορετικές στιγμές όπου η Δικαιοσύνη χρειάστηκε να υπερασπιστεί τη δημοκρατία με ριζικό τρόπο.

Η πρώτη στιγμή ήταν το 1975, όταν οι πρωταίτιοι της χούντας οδηγήθηκαν στο εδώλιο του πενταμελούς εφετείου Αθηνών με κατηγορίες για τα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας και της στάσης. Στους τρεις κύριους ηγέτες της δικτατορίας (Παπαδόπουλος, Παττακός, Μακαρέζος) επιβλήθηκαν οι ποινές της στρατιωτικής καθαίρεσης και του θανάτου (που αμέσως μετά μετατράπηκαν σε ισόβια κάθειρξη), πολλοί άλλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια, ενώ άλλοι σε μικρότερες ποινές κάθειρξης.

Η δεύτερη μεγάλη στιγμή της ελληνικής μαχόμενης δημοκρατίας υπήρξε η δίκη της Χρυσής Αυγής, οι ηγέτες της οποίας καταδικάστηκαν από το εφετείο Αθηνών ως διευθυντές εγκληματικής οργάνωσης. Πολλά μέλη της οργάνωσης επίσης καταδικάστηκαν για φόνο και συνέργεια σε φόνο. Το δικαστήριο μάλιστα δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό στην ηγεσία της οργάνωσης.

Εντελώς αντίθετη είναι η περίπτωση χωρών στις οποίες η δημοκρατική αρχή είναι αδιαπραγμάτευτη, ακόμη κι όταν αυτή αφορά δηλωμένους εχθρούς της δημοκρατίας. Η πιο εμβληματική από αυτές τις χώρες είναι η Αμερική.

Τον Οκτώβριο του 1976, μια ομάδα μελών του αμερικανικού ναζιστικού κόμματος επιδίωξε να κάνει συντεταγμένη πορεία μέσα από τους δρόμους του Σκόκι, ενός μικρού προαστίου του Σικάγο με σημαντικό πληθυσμό Εβραίων και συγγενών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Οι κάτοικοι του προαστίου ζήτησαν από τη Δικαιοσύνη να ματαιώσει την πορεία, πράγμα που οδήγησε σε ευρύ πανεθνικό διάλογο σχετικά με την ελευθερία λόγου και έκφρασης ακόμη και αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Εντέλει, κάτω από την πίεση ιδίως της Αμερικανικής Ενωσης Πολιτικών Ελευθεριών, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επέτρεψε την πορεία των ναζιστικών ομάδων, απαγορεύοντας απλώς την επίδειξη από αυτούς συμβόλων όπως η σβάστικα.

Η «δημοκρατία» είχε μεν σωθεί νομικά, αλλά είχε πληγεί πολιτικά και οι συνέπειες φάνηκαν στην ιστορική συνέχεια.

Τον Αύγουστο του 2017, όταν ένα πλήθος ακροδεξιών λευκών εθνικιστών και νεοναζί συγκεντρώθηκαν στην Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια για να διαδηλώσουν κατά των μαύρων, των μουσουλμάνων και άλλων μειονοτήτων, βρέθηκαν απέναντι σε ένα άλλο πλήθος αντι-διαδηλωτών. Τότε ένας νεαρός, ο οποίος αυτοχαρακτηρίστηκε ως ναζί, έπεσε με το αυτοκίνητο επάνω στο πλήθος, σκοτώνοντας μια γυναίκα και τραυματίζοντας άλλους 19 ανθρώπους. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, αλλά δεν ασχολήθηκε με τη νομιμότητα των αντιδημοκρατικών οργανώσεων τις οποίες ο νεαρός θεωρούσε ότι εκπροσωπεί. Κι αυτές συνέχισαν –και συνεχίζουν– να δρουν ελεύθερα στη (μη μαχόμενη) δημοκρατία της Αμερικής, πολλές φορές μάλιστα με την ενθάρρυνση του ίδιου του σημερινού προέδρου της χώρας. Βέβαια, αυτόν δεν τον λες και αληθινό «μαχητή» της δημοκρατίας.


 Ο Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας. Το τελευταίο βιβλίο του είναι το «Populism and Liberal Democracy: A Comparative and Theoretical Analysis» (Οξφόρδη 2019). Διατηρεί τον ιστότοπο www.pappaspopulism.com