1038
| Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Πόσο κοστίζει ένας νεκρός;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 11 Δεκεμβρίου 2016, 13:16

Πόσο κοστίζει ένας νεκρός;

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 11 Δεκεμβρίου 2016, 13:16

Η είδηση για την χρηματική αποζημίωση που επιδίκασε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στους συγγενείς του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου προκάλεσε αντιδράσεις προς δύο κατευθύνσεις: αφενός με στόχο το Δημόσιο, που βιάστηκε να προχωρήσει σε συμβιβασμό με την οικογένεια αντί να εξαντλήσει τα ένδικα μέσα, όπως συνήθως πράττει σε ανάλογες περιπτώσεις∙ αφετέρου προς την κατεύθυνση της οικογένειας του θύματος και ιδίως της μητέρας, η οποία κατά την άποψη κάποιων τιμητών «αποτίμησε τη ζωή του παιδιού της σε χρήμα» ή, σε ακόμη πιο ακραία διατύπωση, «αντάλλαξε τον γιο της με 800 χιλιάρικα».

Εδώ θα μας απασχολήσει η δεύτερη κατηγορία, που στρέφεται κατά της μητέρας στη βάση ενός υποτίθεται αμάχητου επιχειρήματος ηθικής φύσης: ότι η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια είναι απολύτως αδιατίμητες, δεν μπορούν να μετρηθούν ή να υποκατασταθούν με κανενός είδους υλικά αγαθά. Το αξίωμα αυτό είναι γενικώς παραδεκτό όμως εδώ η χρήση του γίνεται με κακή πίστη. Όσοι ταρτουφικά το επικαλούνται δεν ενδιαφέρονται για την αξιοπρέπεια της μητέρας του Γρηγορόπουλου αλλά έχουν ενοχληθεί για το ίδιο το γεγονός ότι δίδεται αποζημίωση ενώ κατά τη γνώμη τους δεν θα έπρεπε.

Ανεξαρτήτως των πολιτικών ή άλλων κινήτρων τους, οι τιμητές της μητέρας συμβάλλουν στη διαιώνιση μιας καθαρολογικής προκατάληψης η οποία απαιτεί από τους συγγενείς των θυμάτων να επιδείξουν μια εξωανθρώπινη αγιότητα και ένα υπερβάλλον ηθικό μεγαλείο, απαρνούμενοι την οποιαδήποτε υλική αποζημίωση για το αγαπημένο πρόσωπο που έχασαν. Για να μην ασεβήσουν στη μνήμη του οφείλουν, σύμφωνα με αυτή την πουριστική αντίληψη, να αγνοήσουν τις δυνατότητες που τους δίνει ο νόμος και να μείνουν πιστοί σε έναν άγραφο ηθικό κώδικα με ρήτρες αντίθετες στο θετό δίκαιο της πολιτείας.

Το ζήτημα είναι ευρύτερο και ξεπερνά την υπόθεση Γρηγορόπουλου, από την οποία παίρνουμε απλώς αφορμή, χωρίς καθόλου να εισερχόμαστε στην ουσία της. Η λήψη χρηματικής αποζημίωσης από συγγενείς νεκρού, για λόγους ψυχικής οδύνης, αντιμετωπίζεται ακόμη με αμφιθυμία και καχυποψία. Πολλοί θεωρούν πως είναι ηθικά προβληματικό να γίνεται ο θάνατος αιτία πλουτισμού. Εφόσον, λένε, η ανθρώπινη ζωή είναι μη αποτιμητέα σε χρήμα, είναι προκλητικό να λαμβάνουν οι συγγενείς λεφτά ως παρηγοριά για εκείνον που έχασαν. Σκαρφαλωμένοι στα υψίπεδα της ηθικής υπεροχής τους, θεωρούν σκάνδαλο να απαλύνεται ο πόνος και το πένθος μέσω υλικών απολαβών. Νομίζουν ότι κατατροπώνουν τους «πραγματιστές» επαναλαμβάνοντας το αυτονόητο «όσα λεφτά και αν σας δώσουν, ο άνθρωπος σας δεν θα γυρίσει πίσω». Η απάνθρωπη λογική του «όλα ή τίποτα». Αφού δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα το ελιξίριο της ανάστασης των πεθαμένων, μην ψάχνετε παρηγοριά για την απώλεια τους στα χυδαία υλικά αγαθά. Αφεθείτε μοιρολατρικά στο αναπόφευκτο και μη νοθεύετε το ιερό πένθος σας με παυσίπονες ενέσεις. Βιώστε το στην ολότητα του, γιατί μόνο έτσι θα σταθείτε στο ύψος των περιστάσεων και θα είστε ηθικά άμεμπτοι.

Η πνιγηρή αυτή ηθικολογία ενοχοποιεί ιδιαίτερα το στοιχείο του συμβιβασμού με τον αντίδικο, αυτόν που ευθύνεται για τον θάνατο. Αν η λήψη αποζημίωσης είναι από μόνη της προβληματική, οι διαπραγματεύσεις με τον υπαίτιο συνιστούν επιβαρυντική περίπτωση. Η όποια απολαβή προκύψει τελικά μέσω συμφωνίας θεωρείται ηθικά επιλήψιμη, «βρώμικο χρήμα». Ο νομικός πολιτισμός της εξωδικαστικής συναινετικής επίλυσης διαφορών ελεεινολογείται ως «νταλαβέρι» ή «παζάρι», ενώ εξιδανικεύεται το συγκρουσιακό και δικομανές ήθος της «μάχης μέχρις εσχάτων», που κατά κανόνα συνεπάγεται μεγάλες ψυχικές καταπονήσεις και δοκιμασίες για τους εμπλεκόμενους. Κηρύττοντας εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς, οι κήνσορες απαιτούν από τους χαροκαμένους μια ηθική τελειότητα, την οποία υποτίθεται πως διαθέτουν οι ίδιοι. Απαιτώντας το άριστο, απορρίπτουν το καλό. Παραγνωρίζουν την θεμελιώδη αδυναμία της ανθρώπινης φύσης και εντέλει βλάπτουν τους πραγματικούς ανθρώπους με πρόσχημα την απότιση σεβασμού σε μια αφηρημένη ιδέα της «ανθρωπινότητας». Όμως το θετικό δίκαιο, δημιούργημα και αντανάκλαση της ανθρώπινης ατέλειας, ορθά προβλέπει την υλική αποζημίωση των συγγενών του νεκρού ως μέσο για να μαλακώσει, έστω εν μέρει και αντιφατικά, ο πόνος της απώλειας. Η ζωή συνεχίζεται και ο καλύτερος ίσως τρόπος να αποδοθεί σεβασμός στον αδικοχαμένο θα ήταν τα χρήματα της αποζημίωσης να χρησιμοποιούνταν όπως εκείνος θα επιθυμούσε: βελτιώνοντας τους όρους διαβίωσης των προσφιλών του προσώπων. Με την αποζημίωση που θα πάρει μια μητέρα για το παιδί που έχασε, ίσως μπορέσει να προικίσει το άλλο της παιδί, το ζωντανό∙ με την αποζημίωση που θα πάρει ένα παιδί για το θάνατο του πατέρα του, ίσως μπορέσει να φτιάξει δική του οικογένεια, δίνοντας στα δικά του παιδιά το όνομα του παππού.

Μη χριστιανικές έννομες τάξεις επεκτείνουν αυτό τον πραγματισμό σε βαθμό που μας φαίνεται ακραίος και βάρβαρος. Στο ισλαμικό δίκαιο υπάρχει ο θεσμός της diyah, δηλαδή της χρηματικής αποζημίωσης που πληρώνει ο δράστης στο θύμα ή τους οικείους του, αντί ποινής για το έγκλημα που τέλεσε. Η ισλαμική Σαρία αντιμετωπίζει μια υπόθεση δολοφονίας ως αστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων και ως πολιτική αγωγή δεν παρίσταται το κράτος, του οποίου τραυματίστηκε η αυθεντία εξαιτίας της πράξης του δολοφόνου, αλλά ο άμεσα θιγόμενος, δηλαδή η οικογένεια του θύματος. Το diyah καταβάλλεται αντί του qisas, της ίσης ανταπόδοσης («οφθαλμόν αντί οφθαλμού»), που σε περίπτωση ανθρωποκτονίας σημαίνει κεφαλική ποινή. Η λύση του diyah δεν είναι υποχρεωτική αλλά προαιρετική, εναπόκειται δηλαδή στην οικογένεια του θύματος να επιλέξει μεταξύ της αποζημίωσης και της κεφαλικής τιμωρίας. Παρόμοια αντίληψη διέπνεε τον αρχαίο Σαλικό Νόμο των Φράγκων, όπου ένα χρηματικό wergild πληρωνόταν από τον δράστη ως αποκατάσταση προσβολών κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του θύματος. Το wergild, η «τιμή του ανδρός», που καθοριζόταν ad personam, αναλόγως του κοινωνικού στάτους του θύματος, υποχώρησε οριστικά τον 12ο αιώνα υπό την επίδραση του εκχριστιανισμού∙ η νέα πίστη, που ευαγγελιζόταν την θεμελιώδη ισότητα των ανθρώπων, προέκρινε την αντίληψη του αντιπεπονθότος: μόνη δίκαιη τιμωρία για την αφαίρεση ζωής ήταν η αφαίρεση της ζωής του δράστη.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, οι παραπάνω αναφορές δεν επέχουν κατά κανένα τρόπο θέση υποδείγματος προς μίμηση∙ απλώς φωτίζουν δια του αντιθέτου ορισμένες βασικές ορίζουσες της δικής μας κουλτούρας που τείνουμε να θεωρούμε φυσικές και αυτονόητες.

Συμπερασματικά: η ιερή αγανάκτηση για τον ηθικά διάτρητο συμβιβασμό μιας μητέρας με το Δημόσιο για τον θάνατο του γιου της, είναι στη χειρότερη περίπτωση υποκρισία που ξεκινά από συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική θέση∙ στην καλύτερη είναι κατάλοιπο μιας φαταλιστικής στάσης που ακυρώνει τη δυναμική της ζωής επικαλούμενη με κακοπιστία το αναντίστρεπτο του θανάτου και μια απολυτολογική θεωρία περί αξιοπρέπειας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η άσκηση κριτικής επί της ουσίας, για τον δικαστικό χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης και την επικοινωνιακή εκμετάλλευση της από ορισμένους κύκλους, δεν είναι θεμιτή. Αποτελεί όμως άλλης τάξεως ζήτημα και καλό είναι να γίνονται οι απαραίτητες διακρίσεις, όσο και αν μοιάζει κουραστική λεπτολογία.