929
| Menelaos Myrillas / SOOC

Ο Δεκέμβρης όπως τον έζησα

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 6 Δεκεμβρίου 2016, 19:17

Ο Δεκέμβρης όπως τον έζησα

Γιάννης Μαύρος Γιάννης Μαύρος 6 Δεκεμβρίου 2016, 19:17

Κατοικώ και κινούμαι στο κέντρο της Αθήνας από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Εζησα από αρκετά κοντά το τριήμερο των γεγονότων του Δεκεμβρίου 2008 αλλά και τα «μεθεόρτια», τα απόνερα της πλημμύρας, κάποια βίαια ξεσπάσματα που συνεχίστηκαν όλο τον υπόλοιπο μήνα και τις αρχές του επόμενου χρόνου.

Είχα ξεκινήσει γύρω στις 10 το βράδυ του Σαββάτου με κατεύθυνση το Παγκράτι, χωρίς να έχω ακούσει ειδήσεις. Ασυναίσθητα πήρα διαδρομή μέσω λεωφόρου Αλεξάνδρας και Εξαρχείων. Στη Σπύρου Τρικούπη κάποιος άγνωστος με σταμάτησε: «μην προχωράς, έφαγαν ένα παιδί οι μπάτσοι και έχουν αγριέψει πολύ τα πράγματα, δεν τους έχω ξαναδεί έτσι». Στο βάθος έκαιγαν κάδοι. Παρότι έχω ξαναβρεθεί σε παρόμοια μπάχαλα, αμέσως αισθάνθηκα ότι αυτό δεν είναι σαν τα άλλα, ότι πρόκειται για κάτι εξαιρετικό. Ακύρωσα το ραντεβού μου και άρχισα να κόβω βόλτες με τη μηχανή, καταπίνοντας άπληστα τις εικόνες της αταξίας. Ενιωσα ότι αυτό που συμβαίνει είναι ιστορικό και ήθελα να είμαι μέρος αυτού, έστω ως παρατηρητής.

Ημουν μπροστά την Κυριακή το βράδυ όταν κατέβασαν τη βιτρίνα του «Γερμανού» στην Πατησίων και σήκωσαν κινητά τηλέφωνα και παιχνίδια για PlayStation. Μικρά παιδιά, μεταναστάκια από τις γειτονιές τα περισσότερα. Δεν φαινόταν να υπάρχει κάποιο είδος καθοδήγησης. Εβλεπες στα μάτια τους την ίδια χαρά που θα είχαν αν αγόραζαν αυτό το παιχνίδι με δικά τους χρήματα∙ την έξαψη του καταναλωτή που αποκτά επιτέλους το γκάτζετ των ονείρων του. Γελούσαν και κατέβαιναν γρήγορα τις μικρές κάθετες οδούς για να χαθούν στον αστικό λαβύρινθο και να απολαύσουν τη λεία τους. Θυμάμαι ότι σταμάτησα έναν που κρατούσε καμιά δεκαριά κουτιά με απροσδιόριστες συσκευές: «δώσε ρε και σε μένα ένα, μην είσαι μονοφαγάς!». «Τρέξε να προλάβεις, έχει κι άλλα!», μου απάντησε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και συνέχισε την κούρσα του. Δεν ξέρω γιατί το είπα∙ ούτε καινούργιο τηλέφωνο ήθελα ούτε είχα κάποια παιχνιδομηχανή. Ίσως ήταν ένα είδος νοερής συμμετοχής στο πάρτι, έστω δι’ αντιπροσώπου∙ μια ανομολόγητη ζήλια για εκείνη τη στιγμή έκστασης των παιδιών, ίσως και ζήλια για την ηλικία τους. Πιο κάτω ένας γνωστός μου, ιδιοκτήτης καταστήματος επιδιόρθωσης επίπλων, μου ψιθύρισε ότι έχει έτοιμη την κυνηγετική καραμπίνα του σε περίπτωση που του «την έπεφταν». Απόρησα με το φόβο του, καθώς το μικρό μαγαζάκι δεν είχε τίποτα το φανταχτερό, τίποτα το «προκλητικό», καμιά σέξι φωτεινή επιγραφή, δεν διέθετε καν βιτρίνα με λαμπερά καταναλωτικά φετίχ που θα τραβούσαν την προσοχή των πλιατσικολόγων. Δεν του είπα τίποτα γιατί φαινόταν αγριεμένος.

Ημουν μπροστά όταν κατέβασαν τη βιτρίνα του καταστήματος αθλητικών ειδών απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο και σήκωσαν φόρμες, φουτεράκια, παπούτσια και μπάλες μπάσκετ, που πέταγαν ο ένας στον άλλο και έκαναν ντρίπλες στο οδόστρωμα της Μάρνη. Καθώς έφευγαν κάποιος πέταξε μια μολότωφ και το κατάστημα λαμπάδιασε αμέσως, μεταδίδοντας τη φωτιά στο γειτονικό θέατρο, που παραμένει κλειστό ως σήμερα. Διερωτήθηκα προς τι ο εμπρησμός, εφόσον πήραν αυτό που ζητούσαν. Καλά για τα αθλητικά ρούχα, αυτά είναι ο εξοπλισμός του επαναστάτη, αλλά η πυρπόληση γιατί; Σκέφτηκα την εξαγνιστική δύναμη του πυρός∙ ίσως θέλησαν να σβήσουν τα ίχνη μιας μικρής «ορθολογικής» αμαρτίας, της κλοπής, με μια μεγαλύτερη και πιο παράλογη, την ολοσχερή καταστροφή της αποθήκης ιματισμού. Κάποιοι από το «κοινό», που παρακολουθούσε το θέαμα από το παρκάκι στην είσοδο του Μουσείου, γιούχαραν τους εισβολείς. Άλλοι τους υπερασπίστηκαν. Το «κοινό» ήταν μοιρασμένο και αμφίθυμο. Κάποιοι παλικαράδες κάτι πήγαν να πουν για ομάδες αυτοάμυνας, «να μην πατήσουν στην Κυψέλη, να προστατέψουμε τις περιουσίες μας», χωρίς ανταπόκριση. Μια αδέσποτη μπάλα κύλισε στην Πατησίων προς την κατεύθυνση του Πολυτεχνείου.

Το βράδυ της Δευτέρας, σε μια Αθήνα έρημη, χωρίς αυτοκίνητα, με νεκρική σιγή, ανεβήκαμε περπατητοί με ένα φίλο ως τα σύνορα του Κολωνακίου, μέσω Σόλωνος και Ναυαρίνου. Το θέαμα ήταν φοβερό. Οι μοδάτες καφετέριες, που το βράδυ μεταμορφώνονται σε γκλάμορους μπαρ, κατάκλειστες και κατασκότεινες, κάποιες με κατεβασμένες τζαμαρίες και λεηλατημένες. Απέξω τα αφεντικά με φίλους τους και μερικούς εργαζόμενους, ως περιφρούρηση. Η υπέρβαση των συμβολικών ορίων που χωρίζουν τα «αριστερά» Εξάρχεια από το «δεξιό» Κολωνάκι∙ η παραβίαση της ιερής αστικής γεωγραφίας, η επίθεση στην καρδιά του «ταξικού εχθρού», η βεβήλωση στα «άγια των αγίων» του, τους ναούς της αστικής διασκέδασης και του λαϊφστάιλ. Στα Δεκεμβριανά του ’44 τα όρια των εμπολέμων ήταν κάπου στην Ιπποκράτους∙ πιο πάνω ήταν η «Σκομπία», πιο κάτω έκανε κουμάντο το ΕΑΜ. Ο συνειρμός αναπόφευκτος. Πώς άραγε όλο αυτό δεν είχε συμβεί νωρίτερα; Για ποιο λόγο τόσα χρόνια οι ταραχές ήταν τόσο οριοθετημένες χωροταξικά, γιατί δεν ξεπερνούσαν ποτέ κάποια σιωπηρά ορισμένη κλίμακα; Ποιοι άγραφοι συμβιβασμοί και συμφωνίες ανακωχής κατέπεσαν τώρα;

Ο στιγμιαίος «παραλογισμός» της σύγκρουσης προβάλλει αίφνης ως κανονικότητα, ως φυσιολογική συνθήκη, και όλη η προηγούμενη «κανονικότητα» της συναίνεσης και της κοινωνικής ειρήνης αποκαλύπτεται ως αφύσικος παραλογισμός, ως κατασκεύασμα. Η «επιστροφή στη φυσική κατάσταση» των φιλοσόφων του κοινωνικού συμβολαίου; Υπήρχε τις στιγμές εκείνες η αίσθηση ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα ατιμώρητος, ότι κανένας μηχανισμός αυθεντίας δεν θα επενέβαινε να σε σταματήσει. Ο καθένας ήταν μόνος απέναντι στη συνείδησή του. Οποιοσδήποτε μπορούσε να πάρει μια βαριοπούλα και να κατεβάσει τη βιτρίνα του απέναντι καταστήματος, έτσι χωρίς λόγο, απλά επειδή μπορούσε, χωρίς να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ενας νιτσεϊκός θρίαμβος της θέλησης; Απειρες οι προβολές όταν η έννομη τάξη καταρρέει, όταν αποβάλλει την υλικότητα της και απογυμνώνεται ως επινόημα των ανθρώπων, όταν αποφυσικοποιείται και συγχρόνως απομυθοποιείται, αναχωρεί από την επικράτεια του μεταφυσικού και του ιερού, όταν πέφτει ο σοβάς και ξεσκεπάζονται οι αρμοί, τα γυμνά μπετά και οι σιδηροδοκοί του σκελετού που τη στηρίζει. Ανεξάρτητα από τα ιδεολογικά γυαλιά που φορά ο καθένας μας, και που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή στην οποία θα κωδικοποιήσει τα γεγονότα του Δεκέμβρη, μένει η διαπίστωση πως το «κοινωνικό» κρέμεται κυριολεκτικά από μια κλωστή. Τίποτα από όσα μας περιβάλλουν δεν είναι αυτονόητο, όλα μπορούν να αναιρεθούν ανά πάσα στιγμή.