1001
| YouTube/COST femicide across europe

Η γυναικοκτονία δεν είναι νεολογισμός

Αθηνά Πεγκλίδου 8 Ιανουαρίου 2019, 12:07

Η γυναικοκτονία δεν είναι νεολογισμός

Αθηνά Πεγκλίδου 8 Ιανουαρίου 2019, 12:07

Σε απάντηση στο «Γυναικοκτονία, αυτή η μάστιγα» (εδώ)

Γυναικοκτονία (Femicide) είναι η δολοφονία θηλυκών εμβρύων, κοριτσιών ή γυναικών λόγω του φύλου τους. Το φύλο του θύματος είναι το κυρίαρχο κριτήριο στην επιτέλεση της ανθρωποκτονίας η οποία λειτουργεί συνήθως ως τιμωρητική πράξη στη μη συμμόρφωση του θύματος. Στην πλειοψηφία τους, τα εγκλήματα διαπράττονται από άντρες του οικείου περιβάλλοντος με τους οποίους υπάρχει συγγενική ή ερωτική σχέση και σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, από γυναίκες οι οποίες προέρχονται από το γνώριμο περιβάλλον τους.

Σύμφωνα με δεδομένα του 2012 των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και την Εγκληματικότητα (UNODC), παρά το γεγονός ότι σε παγκόσμια κλίμακα τα θύματα των ανθρωποκτονιών είναι γενικά άντρες σε ποσοστό 79%, η πλειοψηφία των θυμάτων ανθρωποκτονιών που διαπράττονται σε οικιακό χώρο είναι γυναίκες. Από τις 93.000 καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες, οι μισές διαπράχθηκαν από άντρες συντρόφους ή συγγενείς. Το 50% των γυναικών/θυμάτων δολοφονούνται σε οικιακό χώρο από άντρα δράστη με τον οποίο διατηρούσε κάποια σχέση ενώ 5% των ανδρών/θυμάτων χάνει τη ζωή με αυτόν τον τρόπο.

Ο όρος γυναικοκτονία, αν και προτάθηκε από την D.Russel το 1976, δε χρησιμοποιείται στο δημόσιο λόγο ενώ ανάλογοι όροι όπως παιδοκτονία, αδελφοκτονία ή συζυγοκτονία φαίνεται ότι έχουν μεγαλύτερη αποδοχή ως απολιτικοί και λιγότερο δηκτικοί. Συνήθως, τα εγκλήματα με θύματα γυναίκες είτε περιγράφονται με ουδέτερους, διφορούμενους ή ανδροκεντρικούς τρόπους (π.χ. «η άτυχη γυναίκα βρήκε το θάνατο», «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε», «έγκλημα πάθους», «έγκλημα ζήλιας», «έγκλημα τιμής») είτε συμπιέζονται στην ευρύχωρη και στερεοτυπική πολλές φορές, κατηγορία της ενδοοικογενειακής βίας. Ανοίγοντας κάπως το πλαίσιο της γονεϊκής, συζυγικής ή ερωτικής σχέσης, το ωστικό κύμα της βίας μπορεί να συμπαρασύρει το άμεσο περιβάλλον της γυναίκας, παιδιά και συγγενείς, κυρίως άτομα που θεωρούνται «δικοί της» «δυνητικοί σύμμαχοι και υποστηρικτές». Ωστόσο, δεν είναι τόσο ο όρος που είναι συγκεχυμένος όσο η γνώση που έχουμε για τις λεπτομέρειες αυτής της πράξης και θα εξηγήσω τους λόγους παρακάτω.

Μέχρι στιγμής στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τα δεδομένα που προέρχονται από τις εθνικές αστυνομικές υπηρεσίες δεν είναι συγκρίσιμα μια και δεν καταγράφονται τα ίδια στοιχεία (πχ. το φύλο, ο τόπος, η σχέση θύματος/θύτη, προηγούμενα επεισόδια ψυχοσωματικής βίας, εμπλεκόμενες υπηρεσίες). Με άλλα λόγια καταχωρείται ως μια κοινή περίπτωση ανθρωποκτονίας στην οποία απαλείφονται τα έμφυλα χαρακτηριστικά της και τα σεξιστικά κίνητρα του δράστη. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα της Ελληνικής Αστυνομίας, το 2013 δολοφονήθηκαν 103 άντρες και 51 γυναίκες εκ των οποίων, 49 άντρες και 42 γυναίκες σε οικιακό χώρο. Δεν καταγράφεται η σχέση και το κίνητρο το οποίο θα έδιναν την πραγματική διάσταση της πράξης.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι εξετάζοντας τη σχέση του αριθμού των ανθρωποκτονιών, τις καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας και του Ευρωπαϊκού Δείκτη Έμφυλης Ισότητας σε κάθε χώρα, δεν αναφαίνεται απευθείας σχέση με τον αριθμό των γυναικοκτονιών. Έτσι, σε χώρες με υψηλό δείκτη ισότητας όπως στη Σουηδία και στη Φιλανδία, οι γυναικτοκτονίες δεν είναι σε χαμηλό επίπεδο. Ένας από τους στόχους του Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία στην Ευρώπη που δημιουργήθηκε στο πανεπιστήμιο της Μάλτας του 2018 ως αποτέλεσμα του σχετικού ερευνητικού προγράμματος (https://www.femicide.net/), είναι να δώσει έμφαση σε έναν κοινό τρόπο συλλογής δεδομένων τα οποία θα είναι προσβάσιμα και αποδείξιμα, πριν προτείνει τρόπους πρόληψης.

Ο αριθμός των ανθρωποκτονιών στην Ευρώπη μειώνεται ενώ των γυναικοκτονιών παραμένει σταθερός (Weil et al., 2018:32). Πέρα από τα ποσοτικά, που θα πείσουν για την έκταση του προβλήματος, ποιοτικά δεδομένα που αφορούν το κοινωνικό προφίλ του θύματος και του θύτη, τη μεταξύ τους σχέση, την οικονομική εξάρτηση, τη χρήση ουσιών και αλκοόλ και γενικότερα τα κοινωνικά συμφραζόμενα της εγκληματικής πράξης μπορούν να μας βοηθήσουν να εμβαθύνουμε και να κατανοήσουμε. Στο ελληνικό πλαίσιο όπως αλλού, η γυναικοκτονία ως κοινωνικό φαινόμενο άλλαξε υπόσταση και τρόπους επιτέλεσης. Στη μεταπολεμική Ελλάδα, οι δολοφονίες γυναικών συνέβαιναν και ερμηνεύονταν στον τύπο συνήθως ως «εγκλήματα τιμής» όπως παρατηρεί η Ε. Αβδελά (2002) τα οποία εμφανίζουν μια πύκνωση κατά την δεκαετία του 1950, μειώνονται αισθητά μέσα στην επόμενη δεκαετία, για να εξαφανιστούν λίγο πριν τη δικτατορία.

Στην πορεία, μεταποιήθηκαν σε «εγκλήματα ζήλιας», «πάθους» ή «ερωτικά εγκλήματα» μέσα στα οποία ο θύτης θεωρείται ότι τυφλώνεται από την εκδίκηση, τη ζήλια, τον έρωτα, το πάθος και την επιθυμία και ο οποίος δεν έχει κινήσει τις υποψίες, όπως λένε συνήθως οι μαρτυρίες. Τα προηγούμενα εγκλήματα των δημόσιων χώρων, όπως στο παράδειγμα της εμβληματικής ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη, Στέλλα (1955) ή των κατά συρροή δολοφονιών των άφυλων και «ψυχοπαθών» Δράκων της Θεσσαλονίκης, τελούνται σήμερα σε περίκλειστους ιδιωτικούς, οικιακούς χώρους. Κατασκευασμένο ως συναισθηματική διαταραχή, το έγκλημα αναμοχλεύει ιατρικούς και ψυχιατρικούς λόγους οι οποίοι μορφοποιούν την πρόσφατη εκδοχή του, αυτή του «διαταραγμένου θύτη». Ο θύτης «αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα», διαβάζουμε πλέον συχνά, «θόλωσε το μυαλό του όταν του ζήτησε να χωρίσουν».

Μέσα στην ιατρικοποιημένη αντίληψη του θύτη-θύματος, ο δράστης έχει κάθε λόγο να προσπαθήσει, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε όχι, να δώσει τέλος στη ζωή του και η τραγωδία κάποιες φορές να τελειώσει με την αυτοκτονία του. Μόνο έτσι μπορεί να πείσει για το βάρος μιας πράξης που βαραίνει πλέον αποκλειστικά τον ίδιο και οφείλει να αναλάβει την ευθύνη με την αυτό-τιμωρία του. Πολλές φορές μέσα στο νέο παράδειγμα της έσχατης έμφυλης διαπροσωπικής βίας, ο δράστης πετάει στη θάλασσα, στα σκουπίδια, στο πορτμπαγκάζ, στο ρέμα το διαμελισμένο γυναικείο σώμα για να ακυρώσει τη δημόσια διάσταση της πράξης του, να την αποκρύψει, να την εξαφανίσει ως τόσο μύχια, ωσάν να μη υπάρχει. Από την άλλη το γυναικείο σώμα προσφέρεται τώρα παρά ποτέ ως ένα συναρμολογούμενο, ασταθές, αναλώσιμο, κατά-τεμαχισμένο σώμα. Παραδομένο στην επεμβατική ιατρική και στην παρεμβατική κατανάλωση, το γυναικείο σώμα αποκτά νέες αναπαραστάσεις και συμβολισμούς, ενός σώματος διαρκώς υπό κατασκευή και αυτοβελτίωση, εφήμερου και διαρκώς ακρωτηριασμένου από παρεμβάσεις. Η σύνθεση, η αποσύνθεση και η εξαφάνιση του είναι όψεις της ίδιας αντίληψης.

Αναμφισβήτητα, ο μισογυνισμός, η έμφυλη ανισότητα, τα αρνητικά στερεότυπα και η θυματοποίηση των γυναικών, οι αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος διαμορφώνουν σήμερα το υπέδαφος αυτής της τραγωδίας. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η αναγνώριση και εννοιολόγηση των γυναικοκτονιών ως τέτοιων, προσδίδει ορατότητα και καταδεικνύει την κοινωνική και πολιτική διάσταση του προβλήματος το οποίο προβάλλεται ως ένα αποτροπιαστικό, εξατομικευμένο και ψυχολογιοποιημένο ενδεχόμενο.


* H Αθηνά Πεγκλίδου είναι κοινωνική ανθρωπολόγος, μέλος του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία (European Observatory on Femicide)