777
Αρχές Σεπτεμβρίο, ο Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Προτού αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λωζάνης | Yasin Bulbul/Presidential Palace/Handout via REUTERS

Η Ελλάδα απέναντι στην αναθεωρητική ρητορεία Ερντογάν

Γιάννης Στεφανίδης Γιάννης Στεφανίδης 6 Οκτωβρίου 2016, 18:28
Αρχές Σεπτεμβρίο, ο Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Προτού αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λωζάνης
|Yasin Bulbul/Presidential Palace/Handout via REUTERS

Η Ελλάδα απέναντι στην αναθεωρητική ρητορεία Ερντογάν

Γιάννης Στεφανίδης Γιάννης Στεφανίδης 6 Οκτωβρίου 2016, 18:28

Στον απόηχο των γνωστών δηλώσεων του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί Λωζάνης, ακούω και διαβάζω αναλυτές, δημοσιογράφους, αλλά και φοιτητές μου να διατυπώνουν ανησυχίες για την ελληνική ασφάλεια και εδαφική ακεραιότητα. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ορισμένα στοιχεία από τη διεθνή εμπειρία μετά το τέλος του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία ίσως βοηθήσουν να θέσουμε τη συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας σε κάποια προοπτική:

Η μονομερής αναθεώρηση συνθηκών και, ακόμη σοβαρότερο, η βίαιη αλλαγή συνόρων μεταξύ κρατών αποτελούν σπάνια εξαίρεση και, πάντως, ουδέποτε έτυχαν de jure αναγνώρισης από τη διεθνή κοινότητα κατά τα εβδομήντα και πλέον χρόνια που μεσολάβησαν από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, το Ισραήλ και η Ρωσία κατέχουν εδάφη μετά από στρατιωτική εισβολή (Ανατολική Ιερουσαλήμ, Δυτική Oχθη Ιορδάνη και υψώματα του Γκολάν, το πρώτο, Κριμαία, η δεύτερη). Μόνο η Ρωσία έχει προσαρτήσει τα δικά της κατεχόμενα. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για μονομερείς ενέργειες οι οποίες δεν έχουν αναγνωριστεί ως νόμιμες από μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η Κίνα κατέχει το Θιβέτ, ωστόσο το έδαφος αυτό υπαγόταν στην κινεζική κυριαρχία μέχρι το 1912 και έως το 1950 δεν είχε αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος διεθνώς. Σε άλλες περιπτώσεις, κράτη υποχρεώθηκαν να αποδώσουν ανεξαρτησία σε εδάφη που είχαν καταλάβει δια της βίας (π.χ. η Ινδονησία στο Ανατολικό Τιμόρ, η Νότια Αφρική στη Ναμίμπια) ή αντιμετωπίζουν ισχυρά απελευθερωτικά κινήματα με κάποια διεθνή αναγνώριση (π.χ. το Μαρόκο από το μέτωπο Πολισάριο στη Δυτική Σαχάρα). Αν κάποιος αναφερθεί στην Κύπρο, οφείλει να λάβει υπόψη του ότι η Τουρκία επενέβη στρατιωτικά επικαλούμενη διεθνή συνθήκη (τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960) και, προκειμένου να τηρήσει τα νομικά προσχήματα, παρέδωσε τυπικά τον έλεγχο των κατεχομένων σε μια νέα, μη αναγνωρισμένη διεθνώς, κρατική οντότητα, την ΤΔΒΚ.

Σήμερα και από τη σκοπιά της ισχύος η Τουρκία διαφέρει σημαντικά από τις υφιστάμενες περιπτώσεις κατεχουσών δυνάμεων: Δεν διαθέτει το δίκτυο διεθνούς διπλωματικής και υλικής υποστήριξης ούτε και την αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ έναντι των ανταγωνιστών του, και δεν αποτελεί μεγάλη δύναμη με μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπως η Ρωσία. Η τουρκική ηγεσία αντιμετωπίζει ενδημική αστάθεια στο εσωτερικό, την οποία τροφοδοτούν η πολιτική αντιπαράθεση, θρησκευτικές διαφορές, το Κουρδικό ζήτημα, ο πόλεμος στη Συρία και η παρουσία εκατομμυρίων προσφύγων από γειτονικές χώρες. Επιπλέον, οι σχέσεις της με ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ρωσία και αρκετές από τις γειτονικές της χώρες δοκιμάζονται από περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά προβλήματα.

Αν υποτεθεί ότι οι κρίσιμες αποφάσεις στη γείτονα λαμβάνονται με βάση μια στοιχειωδώς ορθολογική στάθμιση κόστους-οφέλους, τότε είναι μάλλον απίθανο να αναμένει κανείς ότι, στην παρούσα φάση, θα διακινδύνευε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο μέσω της αμφισβήτησης μιας Συνθήκης Ειρήνης η οποία βρίσκεται σε ισχύ από το 1923 και ρυθμίζει τα σύνορα της Τουρκίας με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, το Ιράκ και, εν μέρει, τη Συρία. Μέχρι σήμερα, η Aγκυρα προβάλλει αξιώσεις έναντι της Ελλάδας για θέματα που είτε δεν ρυθμίζονται ρητά από τη Συνθήκη, όπως η υφαλοκρηπίδα και το εύρος του εναέριου χώρου, είτε η ρύθμισή τους αφήνει περιθώρια παρερμηνείας, όπως η αποστρατικοποίηση των νησιών και το καθεστώς των βραχονησίδων. Η αμφισβήτηση των ξεκάθαρων όρων της Συνθήκης για τα ελληνικά νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου θα αποτελούσε ποιοτικό άλμα που θα καθιστούσε την τουρκική πολιτική απροκάλυπτα αναθεωρητική και επεκτατική. Πολλοί θα σπεύσουν να παρατηρήσουν: «Μα, δεν είναι τέτοια εδώ και δεκαετίες;».

Η απάντηση είναι ότι μέχρι σήμερα οι τουρκικές αξιώσεις κινούνται στο «γκρίζο» περιθώριο που οι ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάνης αφήνουν στην επινοητικότητα και στις ανάγκες διαδοχικών κυβερνήσεων. Η αμφισβήτηση της ελληνοτουρκικής εδαφικής διευθέτησης του 1923 θα απειλούσε να ανατρέψει το συνολικό οικοδόμημα μιας Συνθήκης με θεμελιώδη σημασία για την ίδια τη γείτονα (όπου ακόμα αποκαλείται «ιδρυτικός τίτλος» της Τουρκικής Δημοκρατίας) αλλά και για την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα.

Επομένως, ό,τι και αν φαντασιώνονται οι τούρκοι εθνικιστές (όπως, ενδεχομένως, και έλληνες ή βούλγαροι ομοϊδεάτες τους), η αλλαγή συνόρων δεν συνιστά πρακτική πολιτική επιδίωξη. Το μοναδικό ενδεχόμενο να αμφισβητηθούν τα σύνορα ενός κράτους, όπως έχει δείξει η μεταπολεμική εμπειρία, είναι να αποτύχει το ίδιο το κράτος, δηλαδή, να καταστεί μη βιώσιμο (όπως συνέβη με τις αποικιακές αυτοκρατορίες ή αυταρχικά πολυεθνικά κράτη, όπως η πρώην Γιουγκοσλαβία, το Πακιστάν και το Σουδάν). Και τότε ακόμα δεν ευνοούνται οι τυχόν αναθεωρητικοί-επεκτατικοί γείτονες, αλλά μόνον οι εγχώριοι αυτονομιστές. Τώρα, τι πιθανότητες έχει η Ελλάδα να εξελιχθεί σε αποτυχημένο κράτος και να περάσει σε φάση διάλυσης; Η οικονομική κρίση και, κυρίως, η αποτυχία των πολιτικών κομμάτων εξουσίας να τη διαχειριστούν θα είχε ήδη ανοίξει τον Ασκό του Αιόλου σε περίπτωση που υπήρχαν περιφέρειες με συμπαγείς πληθυσμούς τους οποίους θα συγκινούσε το ενδεχόμενο είτε της ανεξαρτησίας είτε της ενσωμάτωσής τους σε επιτυχημένο γειτονικό κράτος. Οι όροι αυτοί, οι οποίοι δεν πληρούνται σήμερα, είναι στο χέρι μας να παραμείνουν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.


* Ο Γιάννης Στεφανίδης διδάσκει Διπλωματική Ιστορία στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ