1124
|

Η Χάρις Αλεξίου και οι φωνές που χάνονται

Η Χάρις Αλεξίου και οι φωνές που χάνονται

Ακούστε! Κάπου στο βάθος παίζει ένα παλιό τρανζιστοράκι. Ακόμη κι αν μέσα στα παράσιτα των ερτζιανών δεν μπορούμε να διακρίνουμε το τραγούδι, μπορούμε (στα σίγουρα) να διακρίνουμε τη χροιά της φωνής. Α, η Χαρούλα Αλεξίου!

Αυτό είναι. Ακόμη κι αν δεν συμφωνείς με τα τραγούδια ή την καριέρα της Χάρης Αλεξίου, δεν μπορείς να παραγνωρίσεις το γεγονός ότι ήταν και είναι η πιο αναγνωρίσιμη φωνή. Ειδικά στα λαϊκά της. Στα χρόνια της «Γκαρσόνας», του «Φαντάρου», της «Μικράς Ασίας», της «Οδού Αριστοτέλους». Φωνή «πλούσια» σε οκτάβες και εντυπωσιακά αναγνωρίσιμη στις χαμηλές της. Εκεί που άλλες τραγουδίστριες πρέπει να ανεβούν σε οκτάβα για να μπορείς να πεις ότι γίνονται άμεσα αναγνωρίσιμες.

Άλλο προσόν της, η εκφορά. Πεντακάθαρη. Να ακούς όλα τα λόγια. Σαν τους «μάστορες» της εκφοράς. Τη Μαρινέλλα. Ή, κυρίως, το Δημήτρη Μητροπάνο. Τον άκουγα τις προάλλες να τραγουδάει κόντρα κάντο, όπως λένε, και κόντρα τέμπο σε ένα από τα τελευταία τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα, το «Όλα τα μόλυναν οι άνθρωποι» και εντυπωσιάστηκα πάλι. Κανένας παρατονισμός (που πλέον είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση) και κάθε λέξη ολοκάθαρη. Έτσι κι η Χαρούλα (το όνομα που της έδωσε το κοινό της με τα χρόνια).

Καθαρή εκφορά, την οποία παραδέχονταν και πολλοί από εκείνους που έφταναν να θυμίζουν την θηβαϊκή καταγωγή της. Κανένα ίχνος ντοπιολαλιάς. Κανένας παρατονισμός. Όταν δε έπεσε στα χέρια του αξέχαστου Μάνου Χατζιδάκι, ανέβηκε την σκάλα της ποιότητας του αστικού τραγουδιού με ευκολία. Και με πεντακάθαρη λαλιά. Ακούστε την στο «Χασάπικο 40» (με έμπνευση από την Συμφωνία αρ. 40 του Μπετόβεν!).

Και ένα ακόμη ατού: αυτό που λένε αισθαντική ερμηνεία. Όχι σαν σύνθημα. Όταν το εννοούν. Και εννοείται από την ίδια την ερμηνεία. Ακούστε την στο «Πάντα ο ήλιος θα βγαίνει» από τον Μίνωα Μάτσα, σε στίχους της ίδιας και του Οδυσσέα Ιωάννου και θα καταλάβετε.

Η Χαρούλα ήταν και είναι μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια. Ερμηνεύτρια ορόσημο στο ελληνικό τραγούδι. Για όλους αυτούς τους λόγους, που την κάνουν να ξεχωρίζει. Άλλο αν ζήλεψε ή άκουσε κάποιους και θέλησε να γίνει… τραγουδίστρια του παρισινού Ολιμπιά. Υπάρχει και ο θρύλος που λέει ότι, εκεί στα ένδοξα Παρίσια, η μεγάλη Βίκυ Μοσχολιού αποφάσισε να τραγουδήσει Μπρελ, για να τιμήσει τους Γάλλους, και έβαλε τον δικό της λαϊκό αναστεναγμό (γιατί πάντα αυτό ήταν, μεγάλη του λαϊκού τραγουδιού) στο φινάλε: Αααααχ, ne me quitte pas.

Από το «μικρό κουρέλι (που) στα μαλλιά της φόραγε η Νεφέλη» (το «Tango to Evora» της Καναδέζας Λορίνα ΜακΚένιτ) σκαρφάλωσε η Χαρούλα στο ορόσημο «Δι’ ευχών» του Νίκου Αντύπα και της Λίνας Νικολακοπούλου, με εκείνη την ποιότητα του αστικού τραγουδιού που είχε ραφινάρει δίπλα στο Μάνο Χατζιδάκι. Και στα «Απρόβλεπτα». Ήταν όμως σαν να το ξέχασε. Και άφησε το πεδίο του λαϊκού ελεύθερο για άλλες τραγουδίστριες, που δεν ήταν λαϊκές και έδρεψαν τις δάφνες που έπρεπε να δρέπει εκείνη στο πεδίο «της». Που της είχε δοθεί δώρο.

Κάποιοι λένε ότι, παρά τις τεράστιες επιτυχίες – άλλωστε ήταν πια η μεγάλη Χαρούλα όλων – ξόδεψε έτσι τη φωνή της. Όπως και να έχει, η φωνή της άρχισε να δείχνει σημεία κούρασης και αλλοίωσης, όχι τόσο με τα χρόνια, αλλά με τις εναλλαγές. Εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Όταν πια έφτασε, σχετικά πρόσφατα, να ηχογραφήσει ξανά («Ένα ναι κρύβει ένα όχι»), η φωνή της φάνηκε να έχει χάσει το μεγαλύτερό της προσόν: την αναγνωρισιμότητα. Αγνώριστη, κατά πολλούς.

Και εκεί άρχισε το γαϊτανάκι του δήθεν «οίκτου» και οι παραινέσεις, από τους νέους ινστρούχτορες των ψηφιακών μέσων: «Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» Εκείνη απάντησε: «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σε απόσυρση».

Τελευταία διάλεξε τη θεατρική σκηνή για νέο πεδίο της. Δεν τραγουδούσε ουσιαστικά πλέον. Ψιθύριζε, χάιδευε τα τραγούδια της. Σαν ανάμνηση. Κι έφτασε η μέρα που αποφάσισε να τα δει σαν αναμνήσεις. Σπουδαίες. Ακούστε την, σότο βότσε (με χαμηλή φωνή) στο λάιβ με τον Κώστα Χατζή και στο «Γέρνει ο ήλιος» και θα καταλάβετε τι σημαίνει και εκφορά και συναίσθημα και φωνή. Δίχως πυροτεχνήματα. Ή στο «Μόνος ήσουν πάντα» των Τάσου Καρακατσάνη και του μεγάλου θαυμαστή και «δασκάλου» της Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Μπορούσε να διαιωνίσει αυτή την νέα της φάση η Χαρούλα. Πάντα θα είναι η Χαρούλα. Πώς το λένε; Και τον τηλεφωνικό κατάλογο να πει, θα την ακούσουμε. Όμως, μπορεί να κατάλαβε το άδικο. Μπορεί να κουράστηκε από τον δήθεν «οίκτο». Μπορεί να σκέφτηκε την σοφή ρήση των παλαιότερων του παλκοσένικου που έλεγαν πως πρέπει να ξέρεις και πότε να το αφήσεις. Βγήκε, είπε ότι «δεν την ακούει πια η φωνή της» και διαδήλωσε ότι σταματάει πια. Δεν μπορεί παρά να προκαλέσει συγκίνηση η γενναία της απόφαση, ότι και αν την οδήγησε σε αυτήν. Διότι είναι η Χαρούλα. Που μας «μίλησε» από χιλιάδες τρανζιστοράκια. Συνόδεψε τα νιάτα πολλών. Ακούμπησε την καθάρια, αναγνωρίσιμη, αισθαντική φωνή της στο ντέρτι τους.

Δεν είναι η μόνη που αποφάσισε να γράψει τίτλους τέλους. Η Φωνή, γιατί έτσι έμεινε στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού η Ευγενία Βραχνού, δηλαδή η μεγάλη Τζένη Βάνου, είχε φτάσει πολλές φορές στο ίδιο σταυροδρόμι. Όσο κι αν υπερκάλυπτε με την συγκινητική ερμηνεία της το έλλειμα στην φωνή (που κάποτε ήταν Η Φωνή), τα τελευταία χρόνια, όσο κι αν πλέον κατάφερνε να βρει απάγγιο σε κέντρα της εθνικής οδού, ήταν και θα είναι η Τζένη Βάνου. Πόσοι μπορούν να δηλώσουν ακόμη και σήμερα, χρόνια μετά την αποδημία της, ότι δεν ριγούν μπροστά στα τραγούδια της. Ο μύθος της παραμένει αγέραστος. Απείραχτος από τις καταχρήσεις και τα βάσανα της ζωής της, που θάμπωσαν το μεγάλο δώρο της Φωνής.

Κι άλλες θρυλικές ερμηνεύτριες, εκτός Ελλάδας, έχασαν τη φωνή τους και αποσύρθηκαν, αργά ή γρήγορα. Ήξεραν πότε ή το τρενάρισαν μέχρι να «μην τους αντέχει το σχοινί (που) θα φανεί στο χειροκρότημα». Η Μάριαν Φέιθφουλ έκανε παρέα στη σκηνή με το φάντασμα της φωνής της. Η Τζούλι Άντριους, με τη φωνή των τεσσάρων οκτάβων, ύστερα από μία επέμβαση αναγκάστηκε να αποσυρθεί («βουτώντας στην κατάθλιψη», όπως δήλωνε). Η Νάνα Μούσχουρη συνεχίζει να τραγουδάει, με αγνώριστη – αν και φροντισμένη – φωνή, την ώρα που ίδιος κόσμοπς «ανακαλύπτει» ξανά το φθαρμένο μεγαλείο στη Γιώτα Γιάννα των 90 και πλέον Μαΐων. Σταμάτησαν πολλοί να τις ακούνε ή να ριγούν, να συγκινούνται ή να θαυμάζουν το μύθο τους;

Η Χαρούλα Αλεξίου, αντίθετα με όσες ερμηνεύτριες αναφέρθηκαν εδώ, είχε και έχει ένα ακόμη μεγάλο ατού: Είναι δημιουργός. Συνθέτης ή και στιχουργός δεκάδων τραγουδιών, που έγραψαν ιστορία. Αισθαντική επίσης. «Έτσι βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου / σε γνωρίζει ο πόνος και έρχεται κοντά σου / ακουμπάει το χέρι πάνω στα μαλλιά σου / κι έτσι κάνεις κουράγιο και τραγούδι άγιο», όπως έγραφε στο «Μινοράκι» της. Τώρα τις μένει το κουράγιο και το τραγούδι το άγιο. Γιατί, όσο κι αν είναι βαρύ, το αποφάσισε, εκείνο που έγραφε μαζί με τον Αντώνη Βαρδή: «Κάποτε έχτιζα ένα όνειρο τη μέρα, τώρα η στράτα μου δεν πάει παραπέρα, φεύγω, τώρα φεύγω». Όχι από το τραγούδι. Από την φωνή της. Έχοντας συνοδοιπόρο εκείνη την εσωτερική φωνή που της δίνει «κουράγιο και τραγούδι άγιο».