1680
Η Ανίτα Εκμπεργκ στην ταινία «Ιντερπολ» το 1957 | Warwick Film Productions

Η πικρή ζωή της Ανίτα Εκμπεργκ

Protagon Team Protagon Team 18 Μαρτίου 2021, 07:30
Η Ανίτα Εκμπεργκ στην ταινία «Ιντερπολ» το 1957
|Warwick Film Productions

Η πικρή ζωή της Ανίτα Εκμπεργκ

Protagon Team Protagon Team 18 Μαρτίου 2021, 07:30

Όταν ο Φεντερίκο Φελίνι συναντήθηκε με τη σουηδή ηθοποιό Ανίτα Εκμπεργκ το 1959 στη Σκαλινάτα της Ρώμης, τα διάσημα Ισπανικά Σκαλιά που συνδέουν την Πιάτσα ντι Σπάνια με ένα πλάτωμα μπροστά στην εκκλησία Τρινιτά ντέι Μόντι, είχε «εκείνη την αίσθηση της υπνωτικής χαύνωσης, της δυσπιστίας, που αισθάνεται κανείς όταν αντιμετωπίζει εξαιρετικά πλάσματα όπως μια καμηλοπάρδαλη, έναν ελέφαντα, ένα δέντρο μπαομπαμπ». Και δεν σταμάτησε εκεί. Τη σύγκρινε με έναν «πανίσχυρο πάνθηρα, που παριστάνει το άτακτο κορίτσι», «μια λέαινα περήφανη για την καλή της υγεία» και «έναν καρχαρία που εκπέμπει τη ζέστη μιας καλοκαιρινής ημέρας». Ήταν λες και η σεξουαλικότητά της ξεπερνούσε τα όρια του ανθρώπινου και ανήκε μάλλον στη Φύση, γράφει η Ιόνα ΜακΛάρεν στην Telegraph.

«Ήταν άλογο!» πρόσθεσε ο φίλος του Φελίνι, Τούλιο Κέζιτς, στο ημερολόγιο του από τα γυρίσματα της «Γλυκιάς Ζωής» («La Dolce Vita»). Γύρισαν τη διάσημη σκηνή στη Φοντάνα ντι Τρέβι μια παγωμένη νύχτα του Μαρτίου, αλλά η Εκμπεργκ, είπε ο Κέζιτς, «βούτηξε μέσα στο κρύο σιντριβάνι χωρίς δισταγμό ή φασαρία. Ήταν πολύ Σουηδή και υγιής». Ωστόσο ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, που είχε πιει τόση βότκα ώστε δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος μέσα στο νερό,  είπε ότι η Εκμπεργκ του θύμισε στρατιώτη της Βέρμαχτ…

Σε κάθε περίπτωση οι Ναζί θα ήταν ευχαριστημένοι με τη «Βαλκυρία-ηφαίστειο», χαρακτηρισμό τον οποίο χρέωσε στην υπερ-αρειανή σουηδή ηθοποιό το Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1950.

Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Ανίτα Έκμπεργκ στην εμβληματική σκηνή της «Dolce Vita» (Riama Film/Cinecittà)

Η Ανίτα Εκμπεργκ, το έκτο από τα οκτώ παιδιά του λιμενάρχη του Μάλμε,  γεννήθηκε το 1931, παράτησε το σχολείο για το μόντελινγκ (προκαλώντας μεγάλη δυσφορία στους αυστηρούς Προτεστάντες γονείς της) και στέφθηκε Μις Σουηδία το 1950. Το έπαθλο ήταν δύο φορέματα και ένα ταξίδι στο Ατλάντικ Σίτι, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, για τον Διαγωνισμό Μις Αμέρικα.

Η Εκμπεργκ δεν ήξερε ούτε μια λέξη στα Αγγλικά, αλλά η Αϊλίν Φορντ, η γυναίκα θρύλος του μόντελινγκ, την έμαθε να σουφρώνει τα χείλη της -«Όλα τα καλά μοντέλα μοιάζουν με ψάρια σήμερα», τη συμβούλεψε- και έτσι πέτυχε ένα συμβόλαιο με την Universal, που της πρόσφερε μαθήματα φωνητικής, ηθοποιίας, χορού και ιππασίας. Και εκείνη τα απέρριψε όλα εκτός από την ιππασία…

Ο Χάουαρντ Χιουζ, με τον οποίο έκανε σχέση, ήθελε να της αλλάξει τη μύτη, τα δόντια και το όνομα. Αρνήθηκε επίσης. Με την πρώτη της επιταγή, αγόρασε μια ετόλ βιζόν και τριγυρνούσε στο Χόλιγουντ με μια λευκή Jaguar «γελώντας με τα βρώμικα αστεία». Απέκτησε εχθρούς στον Τύπο -την ονόμασαν Ανίτα Αϊσμπεργκ (Παγόβουνο)- και μια στριπτιζέζ ονόματι Εβελιν «Τρέζουρ Τσεστ» Γουέστ της πέταξε ντομάτες ένα βράδι σε μια παράσταση που έδινε η Εκμπεργκ σε ένα nightclub, νομίζοντας ότι χλεύαζε το στήθος της.

Κατηγορώντας την Υπηρεσία Μετανάστευσης, δεν είχε παίξει σε ταινία μέχρι το 1953, οπότε έκανε μια μικρή εμφάνιση στο «Οι Αμποτ και Κοστέλο πάνε στον Αρη». Παραδόξως, ο πρώτος της ρόλος ήταν στην περιπέτεια του Τζον Γουέιν «Κίτρινος Χείμαρρος» («Blood Alley», 1955), όπου έπαιξε μια Κινέζα…

Σύντομα έφυγε από την Universal για να γίνει η «Μέριλιν» της Paramount, αντικαθιστώντας την Μονρόε στο σόου του Μπομπ Χόουπ για την Χριστουγεννιάτικη ψυχαγωγία του αμερικανικού στρατού, το 1954. Και εκείνος την χαρακτήρισε «το καλύτερο πράγμα που έβγαλε η Σουηδία μετά τα σμόργκασμπορντ» (τα ανοικτά σουηδικά σάντουιτς). Η μεγάλη της ευκαιρία ήρθε τον Απρίλιο του 1955, όταν το περιοδικό Time δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Αμαρτία και Σουηδία», και την αναγόρευσε σε σύμβολο της νέας απελευθερωμένης σεξουαλικά σκανδιναβικής κοινωνίας.

Μπορούσε να παίξει; Κατά τη γνώμη της, «οποιοσδήποτε με κοινή λογική μπορεί». Κέρδισε μια Χρυσή Σφαίρα για το επικό «Πόλεμος και Ειρήνη» (1956), όπου έπαιξε πλάι στους Χένρι Φόντα, Βιτόριο Γκάσμαν, Μελ Φερέρ και Οντρεϊ Χέπμπορν. Το εύρος της ήταν περιορισμένο, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν δοκιμάστηκε ποτέ. Χρειάστηκε ένας Φελίνι για να της αποσπάσει μια σπουδαία ερμηνεία και μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι, στην «Dolce Vita», έπαιξε απλά τον εαυτό της.

Με τον Βιτόριο Γκάσμαν και την Οντρεϊ Χέπμπορν στην ταινία «Πόλεμος και Ειρήνη», 1956 (Paramount Pictures)

Μια οικονομική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1950 οδήγησε πολλές παραγωγές στην Τσινετσιτά, γνωστή και ως το «Χόλιγουντ του Τίβερη», όπου οι μισθοί ήταν χαμηλότεροι. Όταν η Εκμπεργκ έφτασε στη Ρώμη το 1958, ο Τύπος έγραψε ότι ο αριθμός των λόφων της πόλης αυξήθηκε από επτά σε εννέα. Και ο Πάπας την χαρακτήρισε «κίνδυνο για την κυκλοφορία». Κάποιοι λένε ότι η Εμπεργκ φλέρταρε τον Φελίνι, οδηγώντας συνέχεια γύρω από το στούντιό του μέχρι που εκείνος την εντόπισε. Στην πραγματικότητα, όμως, ο σπουδαίος ιταλός σκηνοθέτης είχε ήδη ερωτευτεί τη φωτογραφία της και ήθελε να «χτίσει» γύρω της τη ρωμαϊκή ζωή.

«Όταν επισκέπτεσαι την Ιταλία», έχει πει η σαρδόνια Φραν Λίμποβιτς, «συνειδητοποιείς ότι ο Φελίνι έκανε ντοκιμαντέρ». Στο «γραφείο» του, στο μπαρ Canova, ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης κρατούσε σύντομες σημειώσεις για την ταινία. Η Εκμπεργκ φοβήθηκε όταν άκουσε ότι δεν υπήρχε σενάριο – «Αυτός ο άντρας δεν είναι σκηνοθέτης, είναι τρελός!»- και ακόμη περισσότερο όταν ο Φελίνι της πρότεινε να γράψει εκείνη ένα σενάριο αν πραγματικά το ήθελε.

Όλο το υλικό που χρειαζόταν του το παρείχε σε πραγματικό χρόνο η Εκμπεργκ και ο αλκοολικός σύζυγός της, Αντονι Στιλ, ένας βρετανός ηθοποιός, τον οποίο είχε παντρευτεί στη Φλωρεντία το 1956 με ένα φόρεμα που άφηνε τον έναν ώμο σκανδαλωδώς γυμνό («περισσότερο Ταρζάν παρά Τζέιν», έγραψαν οι εφημερίδες). Τη νύχτα του γάμου τους, του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα στις 3 το πρωί και δύο ημέρες αργότερα, τον βρήκε «να αιωρείται από τα φώτα σαν πίθηκος».

Η Ανίτα Εκμπεργκ κάνει βόλτα στην Πιάτσα ντι Σπάνια, στη Ρώμη, το 1971 (EPA/ANSA)

Παρόλα αυτά, το 1959 ήταν ακόμα παντρεμένοι, αλλά το ξύλο έπεφτε δημόσια, προς μεγάλη χαρά των «φωτογράφων δράσης» της Βία Βένετο (οι οποίοι σύντομα θα μετονομάζονταν σε «παπαράτσι», μετά τον Παπαράτσο της «Dolce Vita»). Στην ταινία, ο Στιλ είναι ο αλκοολικός Ρόμπερτ (τον υποδύεται ο Λεξ Μπάρκερ), ο οποίος χτυπά τη Σίλβια (Εκμπεργκ) που πέρασε όλη τη νύχτα με τον Μαρτσέλο. Η σκηνή του Τρέβι ήταν επίσης αληθινή. Η Εμπεργκ είχε βουτήξει μια νύχτα στο σιντριβάνι αφού χόρευε χωρίς παπούτσια σε ένα nightclub.

Ο Φελίνι έβγαλε ό,τι καλύτερο είχε να δώσει η ηθοποιός, φλερτάροντας μαζί της εξωφρενικά, αν και δεν της άρεσε καθόλου το «Ανιτόνα» («Μεγάλη Ανίτα»), όπως την αποκαλούσε. Τον θεωρούσε «υπέροχο… μεγάλο ψεύτη και ματαιόδοξο».

Χαρακτήρες και περιστατικά προστέθηκαν για να συμπληρώσουν την «τεράστια τοιχογραφία» του Φελίνι, η οποία έγινε αμέσως κλασική και ταυτόχρονα μια επιτυχία σκανδάλων. Οι γαλαζοαίματοι της Ρώμης δήλωσαν ότι είχαν εξαπατηθεί για να εμφανιστούν σε αυτό που η εφημερίδα του Βατικανού ονόμασε «Αηδιαστική Ζωή»: «μια παρωδία που επέτρεψε σε εκατοντάδες ρωμαίες πόρνες, ομοφυλόφιλους, βασίλισσες της οθόνης, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, αριστοκράτες και δικηγόρους να υποδυθούν τις αποκρουστικές καρικατούρες του εαυτού τους», έγραψε. Και στη Βρετανία, ήταν η πρώτη φορά, που μια ηθοποιός συζητήθηκε στη Βουλή των Λόρδων, με την αφίσα της ταινίας να κατηγορείται για άσεμνη.

 

Εγκατεστημένη στην Ιταλία για πάντα, η Εκμπεργκ προσπάθησε να κάνει ασπίδα της την «dolce vita», αλλά αντ’ αυτού παγιδεύτηκε σε μια παρωδία του εαυτού της, γράφει η Ιόνα ΜακΛάρεν στην Telegraph. Κυκλοφορούσε στη Ρώμη με μια Ferrari και έκανε επιθέσεις στους παπαράτσι που ήταν στημένοι έξω από το σπίτι της, με τόξο και βέλη. Ο Φελίνι δεν βοήθησε: στην σπονδυλωτή ταινία «Βοκάκιος 70» (1962), στους «Πειρασμούς του δόκτορα Αντόνιο»,  η γιγαντοαφίσα με τη φωτογραφία της Ανίτα Εκμπεργκ, που διαφημίζει γάλα, στοιχειώνει τη ζωή και τα όνειρα ενός ηθικολόγου γιατρού, εμμονικού με το γυναικείο σώμα.

Παρά τις ερωτικές σχέσεις της με σταρ, όπως ο Γκάρι Κούπερ, ο Γιουλ Μπρίνερ -που την δίδαξε, όπως λένε οι φήμες, την ηδονή του μαστιγώματος- και ο Φρανκ Σινάτρα, του οποίου απέρριψε την πρόταση γάμου, η πανέμορφη ηθοποιός ήταν εθισμένη σε σχέσεις  με τριτοκλασάτους ηθοποιούς και παλιανθρώπους.

Το 1964, πέντε χρόνια αφότου εγκατέλειψε τον Στιλ (που την χτυπούσε και έσπασε τα πόδια του σκύλου της), παντρεύτηκε τον Ρικ Βαν Νάτερ, έναν ηθοποιό B-moovies από τη Χαβάη, που παρίστανε τον αυστριακό ευγενή (ο Φέλιξ Λέιτερ στην «Επιχείρηση Κεραυνός»). Μαζί ξεκίνησαν μια επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων και μετά από 12 χρόνια χώρισαν: «Αδειασε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς μου. Έκλεψε τη θαλαμηγό μου, το εξωλέμβιο σκάφος μου. Έκλεψε τη βίλα μου και όλα τα αντικείμενα τέχνης, ασημικά και έπιπλα. Είχα ένα φορτηγό πλοίο στη Σιγκαπούρη. Το έκλεψε κι αυτό», είπε η ηθοποιός.

Με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τον Φελίνι στη «Συνένετευξη», το 1987 ( Aljosha, Cinecittà, RAI Radiotelevisione Italiana)

Δυστυχισμένη, πλέον, η πληθωρική και επιβλητική καλλονή άρχισε να παχαίνει: «Τώρα μοιάζει με φάλαινα», είχε πει ο άκαρδος Βαν Νάτερ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έπαιζε σε ένα καμπαρέ στο Μόναχο. Αφού έπεσε πολύ χαμηλά γύρισε πίσω, και εγκαταστάθηκε σε μια άσχημη βίλα στους λόφους πάνω από τη Ρώμη. Στο σινεμά εμφανίστηκε για τελευταία φορά στη δραματική κωμωδία «Ο Κόκκινος Νάνος» (1998) του βέλγου Ιβάν Λε Μουάν, παίζοντας μια ξεπεσμένη τραγουδίστρια της όπερας. Το κοινό συνειδητοποίησε ότι είχε ξεπέσει και η ίδια εντελώς όταν ο σκύλος της, ένας Μεγάλος Δανός μολοσσός,  την χτύπησε και νοσηλεύτηκε το 2011, ως άπορη.

Η Ανίτα Εκμπεργκ υπήρξε μια από τις ωραιότερες γυναίκες του κινηματογράφου και ανεπανάληπτο σύμβολο του σεξ. Τι πήγε, άραγε στραβά στη ζωή της; «Τι καθάρματα έχω συναντήσει στη ζωή μου;», θα έλεγε κάποια στιγμή, αλλά αυτός που πραγματικά της ράγισε την καρδιά ήταν το αφεντικό της Fiat και πλεϊμπόι Τζιάνι Ανιέλι. Παρόλο ότι μια φορά την έβαλε να καθίσει γυμνή πάνω στο γραφείο του για να σκανδαλίσει τους επιχειρηματίες φίλους του μετά από ένα ξενύχτι, η μακρόχρονη σχέση τους είχε κρατηθεί μυστική από τον Τύπο. Της έδινε αφειδώς χρήματα, αλλά εκείνη σαν αληθινή ντίβα, τα ξόδεψε όλα. «Αν δεν ήταν νεκρός, θα εξακολουθούσε να είναι ο ιδανικός μου άντρας», είπε στο τέλος της ζωής της.

Η Ανίτα πέθανε το 2015, σε ηλικία 83 ετών, στη Ρόκα ντι Πάπα, μια κοινότητα στο Λάτσιο, έτοιμη πλέον να αντιμετωπίσει την αλήθεια της διάσημης ατάκας της: «Δεν ξέρω αν υπάρχει παράδεισος ή κόλαση, αλλά είμαι σίγουρη ότι η κόλαση είναι πιο συναρπαστική», είχε πει σε μια σουηδική ραδιοφωνική εκπομπή, η συναρπαστική Σίλβια της «Γλυκιάς Ζωής». Κι εμείς σαν Σίλβια θα τη θυμόμαστε πάντα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News