1302
Ο Αδόλφος Χίτλερ συγχαίρει την πιλότο Χάνα Ράιτς | Wikipedia

Γυναίκες-δηλητήριο: Πιλότοι του Χίτλερ και ελεύθεροι σκοπευτές του Κόκκινου Στρατού

Protagon Team Protagon Team 11 Οκτωβρίου 2017, 11:45
Ο Αδόλφος Χίτλερ συγχαίρει την πιλότο Χάνα Ράιτς
|Wikipedia

Γυναίκες-δηλητήριο: Πιλότοι του Χίτλερ και ελεύθεροι σκοπευτές του Κόκκινου Στρατού

Protagon Team Protagon Team 11 Οκτωβρίου 2017, 11:45

Πρέπει, άραγε, οι γυναίκες να υπηρετούν στο στρατό σε θέσεις μάχιμες; Στην Βρετανία, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν περιορισμοί. Από πέρσι, οι γυναίκες έχουν, πλέον, τη δυνατότητα να εργάζονται ακόμα και σε θέσεις, που απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη. Σύμφωνα με τον στρατηγό σερ Πίτερ Γουόλ, πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, η μεταρρύθμιση «κάνει [τον στρατό] να φαίνεται πιο φυσιολογικός στην κοινωνία – αλλά πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα λένε ότι οι γυναίκες στρατιώτες δεν έχουν θέση στο πεδίο της μάχης», γράφει η Telegraph.

Σε άλλες χώρες, πάλι, οι σχετικές αντιπαραθέσεις είναι έντονες. Κάποιοι αναρωτιούνται μήπως οι γυναίκες προκαλούν περισσότερους κινδύνους στο μέτωπο (λόγω σεξουαλικών εντάσεων) και κάποιοι άλλοι μήπως, αντιμετωπίζοντας διαφορετικά τις γυναίκες, ενισχύονται παλιοί μύθοι, που με τη σειρά τους ενθαρρύνουν ένα κλίμα στο οποίο μπορεί να ανθίσει η σεξουαλική βία…

Γεγονός, πάντως, που προκαλεί έκπληξη είναι ότι στην ναζιστική Γερμανία, όπου η μητρότητα ήταν φετίχ, απονεμήθηκαν στρατιωτικά μετάλλια σε γυναίκες με περισσότερα από πέντε παιδιά, ενώ δύο από τους πιο θαρραλέους και ταλαντούχους πιλότους της ήταν επίσης γυναίκες, χωρίς παιδιά.

clare mulley jacket
Το εξώφυλλο του βιβλίου της Κλάρ Μάλεϊ για τις γυναίκες – πιλότους του Χίτλερ

Η Χάνα Ράιτς και η Μελίτα φον Στάουφενμπεργκ τιμήθηκαν με τον Σιδηρού Σταυρό, το κατεξοχήν σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού, όπως, όμως, αναφέρει η βρετανίδα Κλαρ Μάλεϊ στο βιβλίο της «The Women Who Flew for Hitler : The True Story of Hitler’s Valkyries» (Εκδόσεις Macmillan), χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά ως πιλότοι δοκιμής και δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν επίσημα στη Λουφτβάφε, ούτε επιτρεπόταν να φορέσουν την επίσημη στολή.

Η φον Στάουφενμπεργκ ήταν λαμπρή μαθηματικός και αεροναυπηγός, η οποία εργάστηκε για την ανάπτυξη συσκευών που στοχεύουν βόμβες. Βέβαιη ότι μπορούσε να προβλέψει πώς θα αντιδρούσε ένα αεροπλάνο κατά τη διάρκεια κάθετων εφορμήσεων, έκανε, επίσης, δοκιμαστικές πτήσεις. Και ο επικεφαλής του τμήματός της εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, που άρχισε να εικάζει ότι «η σύνθεση αίματος των γυναικών -ίσως η αναλογία των λευκών προς τα ερυθρά αιμοσφαίρια- … είναι ευνοϊκότερη για τις εφορμήσεις και άρα οι γυναίκες είναι πιο κατάλληλες από τους άντρες για τέτοιες δοκιμαστικές πτήσεις».

Κάποιοι συνάδελφοί της κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η φον Στάουφενμπεργκ ήταν πολύ αρρενωπός τύπος γυναίκας, ένας άλλος, όμως, απάντησε ότι, αντιθέτως, στην ιδιωτική της ζωή ήταν «πραγματική καλλιτέχνης», εννοώντας, προφανώς, ότι ήταν πολύ θηλυκή.

Η Μελίτα φον Στάουφενμπεργκ ποτέ δεν κυνήγησε την διασημότητα. Φρόντιζε να χαρακτηρίζει τον εαυτό της πατριώτη αλλά όχι ναζί:  «μία εκπρόσωπος των χιλιάδων γερμανίδων που σήμερα έχουν εμπλακεί στον πόλεμο και στον κίνδυνο και … μια πρέσβειρα του λαού μου στα όπλα», είπε όταν της ζητήθηκε να κάνει μια ομιλία.  Ίσως γιατί σε συνδυασμό με τη φυσική της σεμνότητα, όταν ενηλικιώθηκε, ανακάλυψε ότι ήταν εν μέρει εβραία -είχε δύο εβραίους παππούδες- και άρα κινδύνευε, όπως ολόκληρη η οικογένειά της.

Η Μελίτα φον Στάουφενμπεργκ ήταν γερμανίδα πιλότος και αεροναυπηγός

Η Χάνα Ράιτς, μια ζωηρή ξανθιά τόσο μικροκαμωμένη ώστε χρειάστηκε να σχεδιαστεί ειδικό κάθισμα για το ανεμόπτερό της, ήταν η μεγάλη της αντίπαλος.  Κίνητρό της ήταν, επίσης, ο πατριωτισμός  αλλά και η αδιαπραγμάτευτη πίστη της στον εθνικοσοσιαλισμό. Ατρόμητη, πρότεινε στον Χίτλερ να ενθαρρύνονται οι γερμανοί πιλότοι να αναλαμβάνουν αποστολές αυτοκτονίας πετώντας με τα υπάρχοντα αεροσκάφη εφόσον τα αεριωθούμενα δεν ήταν ακόμη έτοιμα για στρατιωτική χρήση. Η πρότασή της απορρίφθηκε επισήμως, αλλά η Ράιτς -εκτιμούσε ότι η ασφάλειά της δεν ήταν τίποτα μπροστά στην ευημερία της χώρας της.

Οι δύο γυναίκες δεν υπήρξαν ποτέ φίλες. Ο ανταγωνισμός τους κρυβόταν στη δυσαρέσκεια της Ράιτς για την κοινωνική τάξη της φον Στάουφενμπεργκ που ήταν κοντέσσα, αλλά και για την πνευματική υπεροχή της. Δεν έχανε την ευκαιρία να την υπονομεύει, σχολιάζοντας ότι η φον Στάουφενμπεργκ μπορούσε να ελέγχει μόνο όργανα και όχι αεροπλάνα ή περιγράφοντας πόσο υπέφερε από το «φυλετικό βάρος» της. Η Ράιτς, υπήρξε αμετανόητη απολογητής του ναζισμού, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να γίνει συμπαθής. Η Μάλεϊ, στο βιβλίο της προσπαθεί, τουλάχιστον, να την καταλάβει.

Η ανισότητα των χαρακτήρων των δύο γυναικών σκιαγραφείται με ζωητό τρόπο, πάνω απ’ όλα, όμως, η Κλαρ Μάλεϊ περιγράφει μια συναρπαστική ιστορία για τις πρώτες ημέρες της αεροναυπηγικής βιομηχανίας της Γερμανίας.  Η Χάνα Ράιτς και η Μελίτα φον Στάουφενμπεργκ μεγάλωσαν σε μια εποχή που η πτήση με ανεμοπλάνο ήταν ένα σπορ το οποίο άκμασε στην Γερμανία την δεκαετία του 1920. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, είχε αναγκάσει το ηττημένο γερμανικό έθνος να ακινητοποιήσει την αεροπορία του και να καταστρέψει τα στρατιωτικά αεροσκάφη του. Αλλά, ενώ η κατασκευή αεροπλάνων με κινητήρες ήταν απαγορευμένη προσωρινά, τα ανεμοπλάνα είχαν απαλλαχθεί.

Hanna Reitsch
Η Χάνα Ράιτς ήταν ένθερμη οπαδός του ναζιστικού κόμματος

Το 1945, όταν ο πόλεμος είχε σχεδόν τελειώσει, οι δύο γυναίκες πιλότοι εξακολουθούσαν να κάνουν επικίνδυνες πτήσεις, σε βαθμό ψυχαναγκαστικό. Η φον Στάουφενμπεργκ προσπαθούσε απελπισμένα να εντοπίσει και να διασώσει τον σύζυγό της και τα 14 παιδιά της οικογένειάς της που φυλακίστηκαν μετά την αποτυχημένη δολοφονία του Ιουλίου 1944. Και η Ράιτς ήταν εξίσου αποφασισμένη να βρει το καταφύγιο του αγαπημένου της Φύρερ και να τον μεταφέρει σε ασφαλές μέρος. Οι προσπάθειες τους, όμως, κατέληξαν σε τραγωδία.

Οι άγγελοι της εκδίκησης

Στο βιβλίο της «Avenging Angels: Soviet Women Snipers on the Eastern Front» (εκδόσεις MacLehose), η ρωσίδα ιστορικός Λιούμπα Βινογκράντοβα περιγράφει μια εντελώς διαφορετική πολεμική εμπειρία. Η Σοβιετική Ένωση έστειλε σε μάχες περισσότερες γυναίκες -σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις έφτασαν τις 800.000- από οποιοδήποτε άλλο έθνος πριν ή μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήταν κυρίως έφηβες, με ελάχιστη ή καμία εμπειρία ζωής, που παρόλο ότι στρατολογήθηκαν ήταν πρόθυμες να παίξουν ένα ρόλο στην υπεράσπιση της χώρας τους, συχνά γιατί ήθελαν να εκδικηθούν τη δολοφονία ενός αδελφού ή του πατέρα. Και πολλές σκοτώθηκαν μόλις βρέθηκαν στο μέτωπο πριν καν μάθουν να παίρνουν μέτρα προφύλαξης.

Κάποια Άνια, γράφει η  Βινογκράντοβα, άκουσε ένα κρακ και όταν είδε την φίλη της τη Μάσα να καταρρέει μπροστά της αναρωτήθηκε: «Αχ Θεέ μου, γιατί έπεσε η Μάσα;» Λίγα λεπτά αργότερα χτυπήθηκε και η ίδια αλλά επέζησε ενώ η Μάσα πέθανε. Οι κακουχίες των κοριτσιών, από την ακραία πείνα και τις πορείες μέσα στο χιόνι μέχρι τις εβδομάδες που χρειάστηκε να περάσουν χωρίς νερό για πλύσιμο, είναι σχεδόν αδιανόητες.

Τον Ιανουάριο του 1945, η Λήδα Μπακιέβα βγήκε μόνη της μια αυγή και πυροβόλησε έναν ναζί αξιωματικό. Σε αντίποινα, οι Γερμανοί άρχισαν να τις βομβαρδίζουν και η Μπακίεβα αναγκάστηκε να μείνει ακίνητη πάνω στο χιόνι, μέχρι το σούρουπο και βρεγμένη από τα ούρα της που πάγωσαν επάνω της. Και όταν επιτέλους κατάφερε να γυρίσει πίσω στην τάφρο της χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις θυμωμένες συντρόφους της που είχαν υποστεί τον βομβαρδισμό των Γερμανών. Ήταν, όμως, τρομερά χαρούμενη για τον θρίαμβό της. Έγινε ελεύθερος σκοπευτής, παρασημοφορήθηκε, μάλιστα, αφού σκότωσε περισσότερους από 70,  και μετά τον πόλεμο συνέχισε να ασκείται στην σκοποβολή ως άθλημα.

Avenging Angels
Το εξώφυλλο του βιβλίου της Λιούμπα Βινογκράντοβα

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου είναι οι βιασμοί των κοριτσιών στον σοβιετικό στρατό. Η Ζίνα, για παράδειγμα, κρατήθηκε φυλακισμένη για αρκετές ημέρες από τον διοικητή του τάγματος. Οι φίλες της την βοήθησαν να δραπετεύσει από το παράθυρο, κρατημένη από σεντόνια δεμένα με κόμπους. Δεν τολμησαν, όμως, να διαμαρτυρηθούν από φόβο ότι ο αξιωματικός θα μπορούσε να τις πυροβολήσει.

Η Βινογκράντοβα καταγράφει ιστορίες δεινών και απανθρωπιάς μετά από συνεντεύξεις με γυναίκες – παλαίμαχους σκοπευτές. Μετά τον πόλεμο, πολλές από αυτές υπέφεραν τρομερά, τόσο συναισθηματικά όσο και σωματικά. Αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία και εχθρότητα, ενώ κάποιοι Ρώσοι άφηναν να υπονοηθεί ότι συμπεριφέρθηκαν σαν πόρνες στον πόλεμο. Σε πολλές δεν χορηγήθηκε σύνταξη, ενώ σύζυγοι, γονείς ή φίλοι τις συμβούλευαν ότι όσο λιγότερο ανέφεραν το παρελθόν τους στην πρώτη γραμμή του μετώπου, τόσο το καλύτερο.

Άλλες, πάλι, ένιωσαν την «ενοχή του επιζώντος» αφού πολλές από τις συντρόφους τους είχαν σκοτωθεί. «Πολύ νέες, ακόμη, φορτώθηκαν μια τρομερή κληρονομιά που δεν μπορούσαν να την μοιραστούν», γράφει η Βινογκράντοβα.

Η πιλότος Χάνα Ράιτς ένιωσε, επίσης, ότι δεν μπορούσε να μιλήσει ανοιχτά για τις εμπειρίες της μόνο που οι λόγοι της ήταν πολύ διαφορετικοί. Το 1978, είπε σε συνέντευξή της: «Πολλοί Γερμανοί αισθάνονται ένοχοι για τον πόλεμο … αλλά δεν εξηγούν την πραγματική ενοχή που μοιραζόμαστε – ότι χάσαμε».