1795
| .

«Πρέπει εμείς οι καλλιτέχνες να μιλήσουμε γι’ αυτά που καίνε»

Ματούλα Κουστένη Ματούλα Κουστένη 28 Μαρτίου 2016, 13:31

«Πρέπει εμείς οι καλλιτέχνες να μιλήσουμε γι’ αυτά που καίνε»

Ματούλα Κουστένη Ματούλα Κουστένη 28 Μαρτίου 2016, 13:31

Φορά προσθετικά στοιχεία που ενισχύουν την αδύνατη φιγούρα της.  Τραγουδά τη «Μπαλάντα της σεξουαλικής σκλαβιάς» με σπαρακτικό τρόπο. Αλλά στην ψυχή δεν έχει τίποτα όμορφο. Η φωνή της ακούγεται σκληρή κι όσο η παράσταση προχωρά οδηγείται στην απόλυτη κατάρρευση. Είναι βρεγμένη ως το κόκκαλο από το αλκοόλ και αδίστακτη στον χαρακτήρα.  Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Kυρία Πίτσαμ στην «Οπερα της Πεντάρας» των Μπρεχτ- Βάιλ που σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Θέατρο Παλλάς.

unnamed
Σαρωτική ως κυρία Πίτσαμ σε έναν ρόλο ευνουχισμένο από συναισθήματα και συγκίνηση. Ρόλος απολύτως κόντρα στην Καριοφυλλιά Καραμπέτη

Εκεί τη συναντήσαμε ένα απόγευμα, λίγο πριν φορέσει το κοστούμι της αδίστακτης γυναίκας. Διασχίσαμε την τεράστια, άδεια αίθουσα, ανεβήκαμε στην σκηνή, μας ξενάγησε στα μυστικά του σκηνικού της Εύας Μανιδάκη που θυμίζει έντονα το «Μετρόπολις» του Φριντς Λανγκ καθώς είναι ένας ενιαίος χώρος μαζικής εργασίας. Και καταλήξαμε στο αναπαυτικό της καμαρίνι για μια κουβέντα που ξεκίνησε από το σκληρό κείμενο του Μπρεχτ και κατέληξε στο σκληρό πρόσωπο της ζωής που η σπουδαία ηθοποιός αντιμετώπισε πρόσφατα με τις απώλειες των πιο αγαπημένων της προσώπων.

Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια μετά το βάπτισμα του πυρός στην Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη με το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σέξπηρ, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έχει αναμετρηθεί με δεκάδες κορυφαίους θεατρικούς ρόλους και υπήρξε ένα από τα πιο χαρισματικά πρόσωπα στην κορυφαία περίοδο της ελληνικής τηλεόρασης. Αυτή είναι η τρίτη της αναμέτρηση με την «Οπερα της Πεντάρας», αλλά η πρώτη που ερμηνεύει την Κυρία Πίτσαμ. Στις δύο προηγούμενες υποδυόταν την Τζένυ. «Η πρώτη φορά ήταν το 1993 σε σκηνοθεσία του Ζιλ Ντασέν. Αλλες εποχές. Ημασταν όλοι ανυποψίαστοι. Πολλά χρόνια μετά, το 2009, σκηνοθέτης ήταν ο Θέμης Μουμουλίδης και η ελληνική κοινωνία έμπαινε στην κρίση. Ηταν τότε που οι φόβοι για το μέλλον περιορίζονταν στις υποψίες για το πού μπορεί να φτάσει η κρίση. Σήμερα έρχεται η απόλυτη ταύτιση, καθώς οι υποψίες έχουν γίνει βίωμα για όλους».

Σκληρή εργάτρια του θεάτρου, συνεχίζει αυτό το αλλεπάλληλο σερί ερμηνειών ξεκινώντας σε λίγο ξανά πρόβες με τον Γιάννη Χουβαρδά για την καλοκαιρινή του «Ορέστεια» με ένα θίασο όπου εκτός από την ίδια που θα υποδυθεί την Κλυταιμνήστρα συμμετέχουν η Στεφανία Γουλιώτη ως Ηλέκτρα, ο Νίκος Κουρής ως Αγαμέμνων, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ως Ορέστης.

Πώς είναι η Κυρία Πίτσαμ σαν άνθρωπος;

Είναι μια γυναίκα που μπήκε σε ένα γάμο καθαρά από συμφέρον. Είναι απολύτως αντάξια του συζύγου της, του Κυρίου Πίτσαμ ο οποίος κουμαντάρει μια «εταιρεία» ζητιάνων. Οι δυο τους είναι τα στυγνά αφεντικά. Διακατέχεται από μεγάλη ωμότητα και κυνισμό. Δεν έχει ίχνος συναισθήματος και τρυφερότητας, ούτε καν απέναντι στην ίδια της την κόρη την οποία αντιμετωπίζουν ως κράχτη, ως αντικείμενο που τους φέρνει έσοδα. Είναι μια τελειωμένη γυναίκα. Ζει μόνο μέσα από την σύγκρουση συμφερόντων, ενώ όλη της η ζωή κινείται γύρω από το αλκοόλ.

Δύσκολο να ερμηνεύετε εσείς μια γυναίκα χωρίς ίχνος συναισθήματος.

Οντως. Είμαι κατ’εξοχήν άνθρωπος συναισθηματικός –σε σημείο που συχνά κατηγορούμαι ότι υπερβάλλω στην παραφορά και την ένταση. Αυτή η παράσταση ήταν ένα μάθημα. Επρεπε να δουλέψω με την απόσταση. Ετσι κι αλλιώς τα κείμενα του Μπρεχτ θέλουν σκέψη και όχι συναίσθημα. Απαιτούν την έλλειψη ταύτισης του ηθοποιού με το ρόλο για να καταφέρει και το κοινό να έχει την κριτική απόσταση. Αλλά ο Χουβαρδάς είναι ο σκηνοθέτης που ξέρει όσο λίγοι να χτίζουν τέτοιες παραστάσεις.

Το έργο παρουσιάζει μια σύγχρονη γαλέρα σαν την σημερινή. Ο σημερινός εργαζόμενος είναι σαν τον ζητιάνο της παράστασης. Ο ληστής ονειρεύεται να γίνει τραπεζίτης για να ανέβει στην κλίματα των εγκληματιών

Η ταύτιση ή η σχέση ενός θεατρικού κειμένου με την επικαιρότητα, είναι ζητούμενο όταν επιλέγετε ρόλο;

Ναι διότι αυτή είναι η ανάγκη που προτάσσει η εποχή. Ο καλλιτέχνης ζει μέσα σε μια κατάσταση καταστροφής, σε μια κοινωνία που οι ειδήσεις σε πολιορκούν με ανησυχία και δυσάρεστες προοπτικές. Είναι μια άκαιρη πολυτέλεια να στρέφεσαι αλλού. Αισθάνομαι την επιλογή ενός ρόλου σαν καθήκον. Πρέπει κι εμείς να μιλήσουμε γι’ αυτά που καίνε. Αν έχω να επιλέξω μεταξύ δύο ή τριών έργων θα προτιμήσω εκείνο που αναφέρεται στα μεγάλα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα.

Για σας ποιες είναι οι μεγαλύτερες ομοιότητες με την εποχή εκείνη;

Η Οπερα της Πεντάρας μιλά για την αλλοτρίωση που φέρνουν οι μηχανισμοί της εξουσίας και το κυνήγι του χρήματος. Είναι γραμμένη το 1928, παραμονές του μεγάλου κραχ, εν μέσω πολύ μεγάλης ανέχειας, με την άνοδο του ναζισμού να απειλεί την συνοχή της κοινωνίας.  Αρα η πρώτη μεγάλη ταύτιση αφορά στο θέμα της μεγάλης φτώχιας, της αφόρητης ανημπόριας για επιβίωση. Διακυβεύονται στην εποχή μας–όπως και τότε- τα αυτονόητα. Το έργο παρουσιάζει μια σύγχρονη γαλέρα σαν την σημερινή. Ο σημερινός εργαζόμενος είναι σαν τον ζητιάνο της παράστασης. Ο ληστής ονειρεύεται να γίνει τραπεζίτης για να ανέβει στην κλίματα των εγκληματιών.

Ανασφάλεια για το θεατρικό σας μέλλον έχετε νιώσει;

Φυσικά όπως όλοι. Καθώς όλα πια έχουν αποκτήσει άλλους ρυθμούς, η ανασφάλεια πνίγει τους ηθοποιούς, όλοι δουλεύουμε ασταμάτητα. Παλαιότερα ξέραμε πως μια δουλειά θα πάει χειμώνα, μια δεύτερη καλοκαίρι. Σήμερα έχουμε φτάσει στις τέσσερις παραγωγές. Ξεκινάς πρόβες με ένα έργο, πριν καν ολοκληρώσεις παραστάσεις με το προηγούμενο. Με κουράζει αυτό το ατελείωτο σερί. Δεν μπορείς να ζεις σε ρυθμούς πρόβα-παράσταση, πρόβα-παράσταση, με καθημερινά εξουθενωτικά 12ωρα. Τις προάλλες μέτρησα 40 μέρες χωρίς ένα ρεπό. Είναι μια αφόρητη εξάντληση στην οποία δυστυχώς όλοι προσαρμοζόμαστε. Είναι το λάθος που κάνουμε όλοι στις παρούσες συνθήκες: δοκιμάζουμε τις αντοχές μας, την αφοσίωσή μας, υποχωρούμε διαρκώς, θεωρώντας ότι έτσι θα αντιμετωπίσουμε την ανασφάλεια που πλέον υπερνικά τα πάντα. Ωστόσο, αυτή η δοκιμασία των αντοχών μάς φέρνει αντιμέτωπους με τα όριά μας, ψυχικά και σωματικά. Είναι φοβερό συναίσθημα να μην έχεις το δικαίωμα ούτε καν να αρρωστήσεις. Αναγκαστικά όσοι δεν το αντέχουν είτε γιατί καταρρέουν από την υπερπροσπάθεια, είτε γιατί δεν μπορούν να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, αποχωρούν.

Οι τελευταίοι μήνες ήταν μια περίοδος μεγάλων απωλειών.  Εχασα την μητέρα μου, τον καλύτερό μου φίλο (Μηνά Χατζησάββα) και πρόσφατα τον Κώστα Κουτσομύτη με τον οποίο θεωρώ ότι έκλεισε οριστικά μια ολόκληρη εποχή

Ολα αυτά τα χρόνια το αρχαίο δράμα, ένα κείμενο σπουδαίου θεατρικού συγγραφέα ή η αναμέτρηση με την κάμερα σας ιντρίγκαρε περισσότερο;

Πιο απαιτητικό πεδίο υπήρξε ανέκαθεν η Επίδαυρος γιατί τα κείμενα είναι τεράστια και πολυσύνθετα. Είναι μια παρακαταθήκη στη  οποία κάθε φορά διαβάζεις ένα μόνο επίπεδό της. Απαιτεί φυσική δύναμη, ενέργεια, κατάκτηση τεχνικής στην υποκριτική. Πρέπει διαρκώς να λαμβάνεις υπόψιν δύο διαφορετικά είδη θεατών. Μεγεθύνεις γιατί έχεις έγνοια να φτάσει η ερμηνεία σου ως τον τελευταίο στο άνω διάζωμα, αλλά συγχρόνως χρωστάς το μέτρο στους θεατές των πρώτων σειρών –που συνήθως είναι οι κριτικοί- οι οποίοι σε κατηγορούν για υπερβολή. Είναι μια αναμέτρηση με το μέγεθος κι ένας συνεχής αγώνας».

Σας απασχολεί, λοιπόν, η κριτική.

Από μικρό παιδί πίστευα ότι η καλοπροαίρετη κριτική είναι ένα εργαλείο πολύτιμο που σου δείχνει πλευρές του εαυτού σου που δεν μπορείς να εντοπίσεις μόνη. Τις διάβαζα πάντα, χαιρόμουν, στεναχωριόμουν και εξέταζα τι είναι αυτά που μου προσάπτουν. Τώρα πια, και δεν αναφέρομαι στις επίσημες κριτικές, ο καθένας στο ίντερνετ μέσα από την ανωνυμία γράφει τη χυδαιότητά του. Ως φαινόμενο με στεναχωρεί πολύ κι έτσι πλέον δεν θέλω να μπαίνω στην διαδικασία να ανιχνεύω τις σκοπιμότητες του καθενός πίσω από ένα ανώνυμο κείμενο.

Με τα χρόνια, δεν έχετε κατακτήσει μια σιγουριά στην πρώτη προσέγγιση ενός ρόλου;

Οχι, δεν μου αρέσει να βασίζομαι σε ευκολίες. Αν κανείς οχυρωθεί σε κεκτημένα οδηγείται στον θάνατο του καλλιτέχνη: την επανάληψη.  Από χαρακτήρα δεν μου αρέσει, ούτε και αναζητώ την σιγουριά. Εχω πάντα πολύ τρακ, όχι μόνο πριν από την πρεμιέρα αλλά και πριν από κάθε παράσταση. Εχω, όπως βλέπετε, το κείμενό μου πάντα στο προσκεφάλι μου. Αυτό είναι το εργαλείο μου, σε αυτό ανατρέχω αμέσως μετά το μακιγιάζ. Ξαναπερνάω τα λόγια μου κάθε βράδυ πριν βγω στην σκηνή. Πρέπει να ανανεώνει κανείς διαρκώς την αίσθηση της στιγμής. Φοβάμαι πάντα μήπως με παρασύρει η επανάληψη.

Στο δεύτερο σπίτι σας, το θέατρο, νοσταλγείτε τις αθώες εποχές των πρώτων χρόνων σας;

Νοσταλγώ τις στιγμές που με έφεραν σε επαφή με ανθρώπους με τους οποίους  ταυτίστηκα στην ζωή μου. Ενας από αυτούς ήταν ο Μηνάς Χατζησάββας με τον οποίο συνδεθήκαμε από την αρχή όταν πέρασα μαζί του οκτώ χρόνια στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη. Αναγκαστικά στην ζωή μας, ανοίγουν και κλείνουν κύκλοι, πολλές φορές χωρίς να σε ρωτούν. Οι τελευταίοι μήνες ήταν μια περίοδος μεγάλων απωλειών.  Εχασα την μητέρα μου, τον καλύτερό μου φίλο και πρόσφατα τον Κώστα Κουτσομύτη με τον οποίο θεωρώ ότι έκλεισε οριστικά μια ολόκληρη εποχή. Είχε βέβαια κάνει τον κύκλο της, λόγω των κοινωνικών συνθηκών, απλώς με το φυσικό θάνατο αντιλαμβάνεσαι ότι όλη η εποχή της ξεγνοιασιάς, της αθωότητας, της δημιουργικότητας, των πολύ καλών συνθηκών πέρασε ανεπιστρεπτί. Είμαι τουλάχιστον ευγνώμων που υπάρχει το θέατρο και συνεργάζομαι με σημαντικούς σκηνοθέτες.

unnamed (2)
«Ερωτεύεσαι κι αισθάνεσαι αθάνατος. Είναι πηγή ζωής, ομορφιάς, μαγείας και ποίησης όταν όλα έρχονται όπως τα θέλουμε» λέει στο Protagon η Καριοφυλλιά Καραμπέτη. Εδώ σε στιγμιότυπο από την «Οπερα της Πεντάρας»

Εξοικειώνεται κανείς με το θάνατο έπειτα από συνεχείς απώλειες;

Νεότερη δεν το σκεφτόμουν καθόλου, με θεωρούσα άτρωτη. Πριν από όλους αυτούς τους πρόσφατους θανάτους είχα την εντύπωση ότι μπορώ να αποδεχτώ το γεγονός, σαν μια φυσιολογική αναπόφευκτη κατάληξη. Αλλά όταν μέσα σε μερικές μέρες έχασα την μητέρα μου και τον Μηνά κλονίστηκαν τα πάντα γύρω μου. Δεν μπορούσα ούτε καν να βάλω σε σειρά τις λέξεις. Η μητέρα μου ήταν ο ισχυρότερος δεσμός μου στην ζωή κι ο Μηνάς ένας πνευματικός οδηγός, ένας άνθρωπος με τον οποίο μοιράστηκα τα πάντα. Αρχισα να επαναπροσδιορίζω την σχέση μου με την ζωή, μεγάλωσε το υπαρξιακό ερώτημα: «Τί νόημα έχουν τελικά όλα αυτά», «Πού στο καλό πηγαίνει όλη αυτή η ομορφιά, το γέλιο, η σκέψη κι η αγάπη;».

Αντέχατε το βάρος των παραστάσεων όταν γύρω σας γκρεμίζονταν τα πάντα;

Εδώ μέσα έβρισκα παρηγοριά. Εδώ ήταν το καταφύγιό μου. Η δουλειά με κράτησε όρθια. Το να λαμβάνεις ένα τηλεφώνημα για το αναπάντεχο τη στιγμή που πρέπει να βγεις στην σκηνή, είναι μεν ασύλληπτα σκληρό αλλά οφείλεις να θωρακιστείς με ψυχραιμία και να το αντιμετωπίζεις σαν μια δουλειά που πρέπει να γίνει. Σφίγγεις τα δόντια. Κι εν τέλει, ξέρετε, αποσπάται λίγο το μυαλό. Ο εφιάλτης επανερχόταν όταν επέστρεφα σπίτι. Ο δε ύπνος ήταν ό,τι δυσκολότερο έχω αντιμετωπίσει. Τουλάχιστον έκτοτε θυμάμαι να εκφράζομαι περισσότερο και να λέω συχνότερα στους ανθρώπους μου ότι τους αγαπώ, ότι είμαι ευγνώμων για όσα ζω.

Ο θάνατος, ο έρωτας ή η ζωή έχει την μεγαλύτερη δύναμη για σας;

Είναι τρεις μεγάλοι κεραυνοί την στιγμή που σε βρίσκουν. Διαφορετικά συναισθήματα. Η ζωή, παρά τα πολλά οδυνηρά που μπορεί να σου επιφυλάσσει, είναι ευλογία. Είναι σπουδαίο να βλέπεις τον ήλιο, την φύση, τα μάτια του άλλου, να ελπίζεις, να αισθάνεσαι, να αδημονείς. Ο θάνατος από την άλλη, ως πιο οδυνηρός, έρχεται για να σου τα ακυρώσει όλα. Ο έρωτας, τέλος, είναι το αντίδοτο του θανάτου, δεν λέμε για το δίπολο έρως-θάνατος; Είναι αυτός που δικαιώνει την ζωή. Ερωτεύεσαι κι αισθάνεσαι αθάνατος. Είναι πηγή ζωής, ομορφιάς, μαγείας και ποίησης όταν όλα έρχονται όπως τα θέλουμε. Διότι η απώλεια στον έρωτα είναι εξίσου σφοδρή με ένα θάνατο. Εν ολίγοις θα σας έλεγα ότι η τέχνη, ο έρωτας και η φιλία υπήρξαν οι πιο δυνατοί πόλοι της ζωής μου.